Η εικόνα που επικρατεί εδώ και χρόνια στα ιστορικά Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είναι αποκαλυπτική για το κράτος της μεταπολίτευσης.
Ένα ολόκληρο συγκρότημα πολυκατοικιών, δημόσιας ιδιοκτησίας, παραμένει κατειλημμένο και σε άθλια κατάσταση επί δεκαπενταετία. Το παράδοξο είναι ότι βρίσκεται ανάμεσα στον Άρειο Πάγο και τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής.
Επομένως, μιλάμε για μια κατάφωρη καταπάτηση δημόσιας περιουσίας, που συντελείται επί χρόνια κάτω από τα μάτια της Δικαιοσύνης και της Αστυνομίας, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση για την αποκατάσταση της νομιμότητας. Η αντίφαση είναι τόσο κραυγαλέα, που ακυρώνει στην πράξη κάθε έννοια κράτους δικαίου.
Κι όμως, τα Προσφυγικά δεν είναι ένας τυχαίος χώρος. Χτίστηκαν στον Μεσοπόλεμο για να στεγάσουν Έλληνες πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, κυρίως χήρες με παιδιά. Σήμερα, η πλειονότητα των διαμερισμάτων ανήκει στο Δημόσιο, ενώ υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο ανάπλασης: κοινωνικές κατοικίες για ευάλωτους συμπολίτες, ξενώνες για το αντικαρκινικό νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» και δημιουργία Μουσείου Μικρασιατικής Μνήμης.
Ένα σχέδιο με σαφή κοινωνικό και ιστορικό αποτύπωμα, που παραμένει ανενεργό.
Αντί αυτού, ο χώρος τελεί υπό κατάληψη από συλλογικότητα που μιλά για «εναλλακτικό τρόπο ζωής». Σύμφωνα με δικά της στοιχεία, εκεί διαμένουν περίπου 400 άτομα από 27 εθνικότητες. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι ιδεολογικό αλλά απολύτως πρακτικό: ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Διότι το ρεύμα, το νερό και οι φορολογικές επιβαρύνσεις δεν καλύπτονται από τους καταληψίες, αλλά από τους φορολογούμενους. Με άλλα λόγια, μια αυθαίρετη κατάσταση συντηρείται με δημόσιους πόρους, την ώρα που η αξιοποίηση ενός ιστορικού συγκροτήματος προς όφελος της κοινωνίας παραμένει παγωμένη.
Η παρατεταμένη αυτή ανοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Δημιουργεί εύλογα ερωτήματα όχι μόνο για την ανεπάρκεια του κράτους, αλλά και για το τι πραγματικά συντηρεί και προστατεύει αυτή τη γκρίζα ζώνη στο κέντρο της πόλης.
Κάποια στιγμή, η συζήτηση οφείλει να ξεφύγει από τα συνθήματα και να περάσει στην ευθύνη, θεσμική και πολιτική. Γιατί όταν η παρανομία εγκαθίσταται μόνιμα δίπλα στους θεσμούς, δεν πρόκειται για αδυναμία.
Πρόκειται για επιλογή.











