Έχοντας από μικρός μια κλίση στην ιστορία , πάντοτε θεωρούσα την σημερινή επέτειο ως την τραγικότερη για τον ελληνισμό ημερομηνία, ακόμη και από την καταστροφή του 1922…
Το 1922 ήταν επίσης μία από τις τραγικότερες στιγμές του ελληνισμού, ήταν μία τεράστιας κλίμακας καταστροφή στιγμιαίας όμως χρονικής διάρκειας που σε βάθος μίας γενιάς η μεγάλη πλειοψηφία των προσφύγων είχε ενσωματωθεί για τα καλά στις νέες του πατρίδες. Αντίθετα η άλωση του 1453 είχε μακροχρόνια καταστροφικά αποτελέσματα όχι μόνο δημογραφικά , αλλά και πολιτισμικά αφήνοντας ένα ολόκληρο λαό χωρίς πυξίδα και προσανατολισμό.
Πολλοί θεωρούν ότι το 1453 ήταν το τυπικό τέλος μιας αποστεωμένης από καιρό αυτοκρατορίας και η φυσική υποταγή στην ανερχόμενη δύναμη της εποχής , μία κοινωνία σε σήψη που βάσιζε τις ελπίδες της στη μοίρα και στα θαύματα και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε μεγάλο βαθμό όλα αυτά ίσχυαν.
Παρόλα αυτά οι αντιστάσεις των υπερασπιστών της Πόλης , έφτασαν στα όρια της την ανερχόμενη δύναμη της εποχής, ενώ για να κάμψει την αντίσταση χρειάστηκε και την βοήθεια της τύχης.
Όμως η πραγματική άλωση έγινε το 1261, όταν μαζί με την επαναφορά της Πόλης στην βυζαντινή επικράτεια επανήλθαν και όλες εκείνες οι παθογένειες που είχαν οδηγήσει στην πρώτη άλωση του 1204 από τους δυτικούς και τις οποίες οι ικανότατοι αυτοκράτορες της Νίκαιας είχαν καταφέρει με μεγάλο κόπο να εξοστρακίσουν.
Το 1261 η αυτοκρατορία μπορεί να μην ήταν πλέον υπερδύναμη ήταν όμως τριπλάσια σε έκταση από το σημερινό ελληνικό κράτος και με αρκετά γερά θεμέλια , τα οποία ή ανίκανη δυναστεία των Παλαιολόγων φρόντισε να αποδομήσει.
Φυσικό επακόλουθο ή σταδιακή παρακμή και εδαφική συρρίκνωση του κράτους και η σταδιακή επικράτηση των Οθωμανών Τούρκων που ήδη από το τέλος του 14ου αιώνα ήταν η κυρίαρχη πολιτική δύναμη και στη βαλκανική.
Όμως τα πράγματα ακόμη και το 1453 μπορεί να ήταν εξαιρετικά δύσκολα (και εδώ είναι που διαφωνώ με την μεγάλη πλειοψηφία των γραφομένων) αλλά ακόμη υπήρχε πνοή και ελπίδες ανάκαμψης. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της μάχης της Βάρνας το 1444 έδειξαν ότι οι Οθωμανοί δεν είχαν ακόμη κτίσει γερά θεμέλια. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στα Βαλκάνια (σε αντίθεση με την Μικρά Ασία) ήταν χριστιανική , οι Οθωμανοί δεν είχαν ακόμη ισχυρό στόλο και κάθε φορά που ήθελαν να περάσουν από την μία πλευρά των Δαρδανελλίων στην άλλη χρειάζονταν αν όχι την βοήθεια τουλάχιστον την ανοχή (με το αζημίωτο) των ισχυρών ναυτικών δυνάμεων της Βενετίας και της Γένουας.
Επίσης δεν έλειπαν και οι εσωτερικοί κοινωνικοί τριγμοί γεγονός που καθιστούσε αναγκαίες τις μεταρρυθμίσεις , ενώ πάντοτε ελλόχευαν από τη ανατολή στρατιωτικοί κίνδυνοι. Για τους λόγους αυτούς ο Μεχμέτ αποφάσισε να καταλάβει την Πόλη , για να μπορέσει μετά να μετατρέψει το κράτος του σε αυτοκρατορία παγκόσμιας ισχύος.
Απέναντι σε αυτό τον κίνδυνο η βασική ελπίδα ήταν η βοήθεια από την δύση. Όμως η δύση και ιδιαίτερα οι ναυτικές δυνάμεις της Ιταλίας είχαν έντονο ανταγωνισμό και αντικρουόμενα συμφέροντα, τα οποία μπορούσαν να ξεπεραστούν μόνο αν εγγυητής θα ήταν ο ίδιος ο Πάπας , όμως και εκείνου το ενδιαφέρον για την Ανατολική χριστιανοσύνη δεν ήταν ανιδιοτελές.
Ήταν όμως η έσχατη ελπίδα για αυτό και οι τελευταίοι αυτοκράτορες κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια προκειμένου να πείσουν την Εκκλησία να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια προσέγγισης με την δύση. Όμως όλες οι προσπάθειες τους προσέκρουαν στην σθεναρή αντίσταση της , άλλωστε πλέον και στην ίδια την Πόλη είχαν δημιουργηθεί δύο αντίπαλες ομάδες οι Ενωτικοί και οι Ανθενωτικοί μόνο που στην πραγματικότητα οι διαφορές τους δεν ήταν τόσο θρησκευτικές αλλά περισσότερο πολιτικές και οικονομικές.
Η προσέγγιση με την δύση δεν αποσκοπούσε μόνο στην στρατιωτική της βοήθεια αλλά και στην ενίσχυση ενός μοντέλου διακυβέρνησης αντίστοιχου των ιταλικών πόλεων εντός του οποίου θα υπήρχαν διακριτοί ρόλοι μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, αλλά και μικρότερη επιρροή της τελευταίας . Το γεγονός αυτό προκαλούσε αντιδράσεις και μοιραία όταν τέθηκε το ζήτημα της στρατιωτικής ενίσχυσης με αντάλλαγμα την έστω εικονική υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας οδήγησε στην ρήξη.
Λέγονται πολλά για την ρήξη αυτή και αναφέρονται πολλές ιστορίες προδοσίας οι περισσότερες των οποίων όμως δεν είναι αληθείς. Στην πραγματικότητα η αναβλητικότητα και η ακαμψία είχαν ως αποτέλεσμα η Πόλη να παλέψει με το θηρίο μόνη της , ένα αγώνα για τον οποίο αξίζουν πολλά ζήτω και αρκετές τιμές στους ηρωικούς υπερασπιστές της Πόλης , όπως τους αδερφούς Μποκιάρντι που ήρθαν από την Ιταλία για να υπερασπιστούν την χριστιανοσύνη και με δικά τους έξοδα επισκεύασαν την πύλη που τους είχε ανατεθεί.
Το τίμιο και ηρωικό τέλος του τελευταίου αυτοκράτορα κράτησε ζωντανό το φρόνημα ενός ολόκληρου έθνους και βοήθησε και αυτό στο να υπάρξει έστω και ισχνή φλόγα μέχρι την στιγμή που την σκυτάλη θα έπαιρναν νέες δυνάμεις που θα έβαζαν τις βάσεις για την αναγέννηση του γένους.











