Στην Κηφισιά πήγαινα με τις κόρες μου όταν ήταν μικρές για περίπατο και για μιλκσέικ και χοτ-ντογκ στον Πλάτανο. Όπως και εγώ τότε, συρρέουν από σχεδόν όλη την Αθήνα επισκέπτες εκεί, ειδικά τα σαββατοκύριακα, για να απολαύσουν το πράσινο και τους κήπους και τις παιδικές χαρές της. Και τα μαγαζιά της.
Όμως τα τελευταία χρόνια, αφού μεγάλωσαν οι κόρες μου, η Κηφισιά έχει υποστεί ένα πλήγμα που απειλεί να αλλάξει το πρόσωπο της πόλης. Τον ΝΟΚ.
Ο ΝΟΚ κρίθηκε από τη Δικαιοσύνη. Μέχρι να κριθεί, όμως, πρόλαβε να κάνει τη ζημιά του.
Για τέσσερα χρόνια, από το 2019 έως το 2023, ένας οικοδομικός κανονισμός μοίραζε μπόνους σε ύψη, όγκους και τετραγωνικά. Σε απλά ελληνικά, έδινε άδεια σε κτίρια να γίνουν μεγαλύτερα από όσο άντεχαν οι γειτονιές τους. Οι άδειες βγήκαν, τα εργοτάξια άνοιξαν, τα συμβόλαια υπογράφηκαν, τα διαμερίσματα πουλήθηκαν, τα δέντρα κόπηκαν.
Μετά ήρθε το Συμβούλιο της Επικρατείας και έβαλε το αυτονόητο όριο. Υπάρχει Σύνταγμα. Υπάρχει περιβάλλον. Υπάρχει φυσιογνωμία πόλης. Υπάρχει και κοινωνικό σύνολο που δεν μπορεί να πληρώνει για πάντα κάθε έξυπνη νομοθετική πατέντα.
Μόνο που το τσιμέντο δεν διαβάζει αποφάσεις. Όσα πρόλαβαν να αδειοδοτηθούν, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν. Άδειες της περιόδου 2019-2023 χτίζονται ακόμη σήμερα, επειδή όσες δεν προσβλήθηκαν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες μένουν ζωντανές. Ο κανόνας κρίθηκε προβληματικός, η πολυκατοικία σηκώνεται κανονικά.
Εκεί αρχίζει το παράλογο που ζει ο πολίτης. Το κράτος πρώτα είπε “χτίσε”. Η Δικαιοσύνη μετά είπε “ο κανόνας είχε πρόβλημα”. Η πόλη στο τέλος έμεινε με το μπετόν, τη σκιά, το κομμένο δέντρο και το χαμένο χώμα.
Η Κηφισιά το πλήρωσε ακριβά. Δεν είναι ένας οποιοσδήποτε αστικός σωρός της Αττικής. Είναι κηπούπολη. Η αξία της ήταν πάντα ο κήπος, η απόσταση, το δέντρο, το φως, η αίσθηση ότι ανάμεσα στον δρόμο και στο σπίτι υπάρχει ακόμη χώρος για ανάσα.
Σε μια ήδη τσιμεντωμένη περιοχή, ένα ακόμη μεγάλο κτίριο επιβαρύνει. Σε μια κηπούπολη, ακυρώνει χαρακτήρα. Εκεί όπου το πράσινο είναι ταυτότητα, η υπερδόμηση δεν προσθέτει απλώς τετραγωνικά. Αφαιρεί χαρακτήρα, σκιά, χώμα και ανάσα.
Η Κηφισιά δέχθηκε τρία χτυπήματα μαζί.
Το πρώτο ήταν ο ΝΟΚ. Ένας κρατικός κανόνας που άνοιξε νόμιμα την πόρτα στην υπερδόμηση και άφησε πίσω του άδειες που ακόμη τρέχουν. Όχι κρυφά. Όχι νύχτα. Με χαρτιά, υπογραφές, αριθμούς πρωτοκόλλου και όλη τη γνωστή σοβαροφάνεια του ελληνικού κράτους όταν κατασκευάζει πρόβλημα.
Το δεύτερο ήταν η χαμένη εξαίρεση. Το Ψυχικό και η Φιλοθέη προστατεύθηκαν ως αναγνωρισμένες κηπουπόλεις με βάση το παλιό θεσμικό τους καθεστώς. Η Κηφισιά μπορούσε και έπρεπε να διεκδικήσει αντίστοιχη προστασία από τα μπόνους του ΝΟΚ που άλλαζαν τον χαρακτήρα της πόλης. Η προηγούμενη δημοτική αρχή του Γιώργου Θωμάκου αμέλησε να το εξασφαλίσει εγκαίρως. Εκεί χάθηκε η πρώτη γραμμή άμυνας της πόλης.
Αν η Κηφισιά είχε μπει τότε στην ίδια προστατευτική λογική με το Ψυχικό και τη Φιλοθέη, η ζημιά θα ήταν μικρότερη. Επειδή το παράθυρο χάθηκε, η πόλη βρέθηκε εκτεθειμένη σε 1.000 έως 1.500 άδειες υπερδόμησης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Δήμου. Για έναν κοινό δήμο αυτό είναι βάρος. Για μια κηπούπολη είναι τραύμα.
Το τρίτο χτύπημα ήταν η Πολεοδομία. Ο ΝΟΚ και το κύκλωμα της Πολεοδομίας είναι δύο διαφορετικές ιστορίες που συναντήθηκαν στο ίδιο πεδίο. Ο ΝΟΚ ήταν η θεσμική ζημιά. Το κύκλωμα, σύμφωνα με όσα έχουν έρθει στο φως, ήταν μια υπηρεσιακή παθολογία που από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ΝΟΚ 2019 ως το 2024, που έβαλε φρένο ο Ξυπολυτάς, κατέληξε σε ποινική έρευνα, κινήθηκε μέσα στη θολούρα και αντιστάθηκε στις νόμιμες ενέργειες της νέας δημοτικής αρχής.
Με λίγα λόγια: ο ΝΟΚ άνοιξε τη μεγάλη πόρτα. Η χαμένη εξαίρεση άφησε την Κηφισιά χωρίς την προστασία που της άξιζε. Το κύκλωμα προσπάθησε να κινηθεί μέσα στο χάος. Αυτά τα τρία μαζί εξηγούν γιατί η ζημιά στην Κηφισιά ήταν μεγάλη.
Ο Ξυπολυτάς παρέλαβε αυτή την κατάσταση έτοιμη να εκραγεί. Δεν την έφτιαξε. Δεν την κουκούλωσε. Δεν την έσπρωξε κάτω από το χαλί για να περάσει η θητεία, όπως γίνεται συνήθως στο ελληνικό δημόσιο πανηγύρι της ευθυνοφοβίας.
Μπήκε μπροστά. Με προσφυγές, οδηγίες προς τις υπηρεσίες, πίεση προς το ΥΠΕΝ, συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΣτΕ, ελέγχους και παραπομπές στις αρμόδιες αρχές. Κυνήγησε την υπόθεση αντί να την παρακολουθεί από το μπαλκόνι του δημαρχείου.
Αυτό δείχνει εργατικότητα. Ίσως και επικίνδυνη εργατικότητα. Γιατί όταν ένας δήμαρχος ανοίγει μαζί ΝΟΚ, Πολεοδομία, ΣτΕ, υπουργεία, υπηρεσίες, πράσινο, άδειες, προσφυγές και ελέγχους, μπορεί να φτάσει στα όριά του πριν προλάβει να δει το αποτέλεσμα όσων ξεκίνησε.
Η εργατικότητα όμως έχει ταβάνι. Ένας δήμαρχος μπορεί να τρέξει, να πιέσει, να προσφύγει, να συγκρουστεί, να οργανώσει. Μόνος του δεν αποκαθιστά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα που άφησαν εκατοντάδες άδειες υπερδόμησης.
Εδώ μπαίνει η οργανωμένη Πολιτεία, με ρόλο λύσης και όχι απολογίας. Έχει την ευκαιρία να κλείσει σωστά μια δύσκολη υπόθεση, δείχνοντας ότι όταν ένας κανόνας διορθώνεται δικαστικά, η ζημιά που άφησε πίσω του διορθώνεται και πρακτικά. Στον δρόμο. Στο πεζοδρόμιο. Στην πλατεία. Στο δέντρο που πρέπει να φυτευτεί εκεί όπου το τσιμέντο πρόλαβε το κράτος.
Η Κηφισιά δεν ζητά χάρη. Ζητά περιβαλλοντική αποκατάσταση για ζημιά που προήλθε από κρατικό κανόνα, μεγάλωσε από χαμένη θεσμική προστασία και πέρασε μέσα από μια υπηρεσιακή πραγματικότητα που αποδείχθηκε βαριά άρρωστη.
Το Πράσινο Ταμείο υπάρχει για τέτοιες υποθέσεις. Για έργα πρασίνου, αναπλάσεις, φυτεύσεις, κοινόχρηστους χώρους, αστική ανάσα. Όταν αντίστοιχες δράσεις έχουν χρηματοδοτηθεί αλλού, η Κηφισιά δεν μπορεί να περιμένει στην ουρά σαν να ζητά ρουσφέτι.
Το ζήτημα είναι απλό. Πρέπει να δοθούν στον Δήμο Κηφισιάς οι πόροι που έχει ζητήσει για να καλύψει, όσο γίνεται, το πράσινο που χάθηκε και συνεχίζει να χάνεται. Να ξαναφυτευτεί ό,τι μπορεί να ξαναφυτευτεί. Να προστατευτεί ό,τι σώζεται. Να πάρει η πόλη πίσω λίγη από την ανάσα που της έκλεψε ένας κανονισμός που αποδείχθηκε λάθος, με μια σειρά από συγκυρίες και αμέλειες που δούλεψαν εναντίον της.
Η οργανωμένη Πολιτεία δεν χρειάζεται να απολογηθεί για κάθε άδεια του παρελθόντος. Χρειάζεται να δώσει λύση επί του αποτελέσματος. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη νομική τακτοποίηση και στην πραγματική αποκατάσταση.
Ποιος νοιάζεται, λοιπόν, για την Κηφισιά;
Οι κάτοικοι νοιάζονται σίγουρα. Οι σύλλογοι που έτρεξαν, επίσης. Όσοι βλέπουν την πόλη να αλλάζει μπροστά στα μάτια τους, και να χάνει τον χαρακτήρα της, επίσης.
Σήμερα όμως, θεσμικά, πρακτικά και μετρήσιμα, για την Κηφισιά νοιάζεται ο Ξυπολυτάς. Και η Πολιτεία οφείλει να του δώσει τα εργαλεία που διαθέτει για να σώσει ό,τι ακόμη σώζεται.











