Παρουσίαση βιβλίου του Χάρη Βλαβιανού απόψε 25/04 19.00 στο Σπόρο στην Κηφισιά

0
311

O Χάρης Βλαβιανός γεννήθηκε στη Ρώμη το 1957. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και πολιτική θεωρία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η διδακτορική διατριβή με τίτλο “Greece 1941-1949: From Resistance to Civil War”, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Macmillan (1992). Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικά βιβλία, με πιο πρόσφατα τη δίγλωσση, συλλεκτική έκδοση “Η επιφάνεια των πραγμάτων” (2006) και τις συλλογές “Διακοπές στην πραγματικότητα” (2009), “Σονέτα της συμφοράς” (2011) και “H ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκού” (2011), τα δοκίμια “Ο άλλος τόπος” (1994), “Ποιον αφορά η ποίηση;” (2007) και “Το διπλό όνειρο της γραφής” (μαζί με τον Χρήστο Χρυσόπουλο, 2010) και τη χιουμοριστική ανθολόγηση “Britannica” (2004). Έχει επίσης μεταφράσει έργα κορυφαίων ποιητών, όπως οι Walt Whitman (“Επιλογή ποιημάτων”, 1986), Εzra Pound (“Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ”, 1987, “Αποσπάσματα και σχεδιάσματα των Κάντος CΧ-CXX”, 1991), T.S. Eliot (“Τέσσερα κουαρτέτα”, 2012), Wallace Stevens (“Adagia”, 1993, “Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα”, 2007), e.e. cummings (“33x3x33”, 2004), John Ashbery (“Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο”, 1995), Michael Longley (“Το χταπόδι του Ομήρου”, 2008), Anne Carson (“Λίγα λόγια”, 2013), William Blake (“Oι γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης”, 1997 -υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης), Sbigniew Herbert (“Η ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα”, 2001), κ.ά. Διηύθυνε το περιοδικό “Ποίηση”, επί 15 χρόνια. Σήμερα διευθύνει το νέο περιοδικό “Ποιητική” (τ.1, 2008). Διδάσκει Ιστορία και Πολιτική Θεωρία στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree) και δημιουργική γραφή ποίησης στους κύκλους σεμιναρίων των εκδόσεων Πατάκη, ενώ στο παρελθόν έχει διδάξει το ίδιο μάθημα στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Ημουν σίγουρος ότι το βιβλίο θα γοητεύσει και τους σημερινούς του θαυμαστές», μου είπε ο Χάρης Βλαβιανός στην κατ’ιδίαν συνάντηση που είχαμε πριν τη συνέντευξη.

Εξάλλου υπάρχει και η πρώτη μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Θεσσαλονίκης εθεάθη ένας νεοναζιστής να το αναζητά επίμονα. Ο κίνδυνος αυτός προβλημάτισε τον συγγραφέα και ποιητή, ωστόσο δεν τον αποθάρρυνε . «Είχε την ανθρώπινη πλευρά του γι’αυτό τα εγκλήματά του με τρομάζουν τόσο», λέει στο tvxs.gr

Διαβάζοντας «Το κρυφό Ημερολόγιο του Χίτλερ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, μπαίνει κανείς, όχι ακριβώς στις μύτες των ποδιών αλλά με σίγουρα αποφασιστικά βήματα, στον θεοσκότεινο ψυχισμό μιας προσωπικότητας που έμελε να γράψει τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας. Το ότι ο Βλαβιανός βέβαια αποφασίζει να ακολουθήσει τον Χίτλερ αμέσως μετά το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» τον Νοέμβριο του 1923 και κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις φυλακές όπου προετοιμάζει το πόνημά και μανιφέστο του «Ο Αγών μου», μας αποκαλύπτει όχι τόσο το ίδιο το φρικιαστικό πρόσωπο που έχουμε καταγράψει στη μνήμη μας αλλά το πως «σμιλεύτηκε». Πως προετοίμαζε ένας κομπλεξικός και πνευματικά ανεπαρκής άνθρωπος της διπλανής πόρτας όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, τη θηριωδία που ακολούθησε.

Ο Βλαβιανός καταφέρνει να φέρει τις δύο ιδιότητές του, του ιστορικού και του ποιητή σε έναν ιδιαίτερο εναγκαλισμό χωρίς η μία να καταβροχθίζει την άλλη αφού φαίνεται πως η ιστορική έρευνα έγινε με κόπο και με ταυτόχρονη προσήλωση στις βαθύτερες προεκτάσεις των γεγονότων και του ψυχισμού του. Αλλά και η ίδια η φόρμα που επέλεξε, άφησε το πεδίο ελεύθερο στην ποιητική αφήγηση να ξεδιπλωθεί. Ο συγγραφέας απέφυγε να δώσει στο μυθιστόρημα ένα απόλυτο στίγμα ψυχογραφήματος, αν και το ψυχογράφημα του Χίτλερ είναι ένας από τους άξονες του. Ωστόσο τα ψυχογραφήματα , που τελευταία είναι μία από τις ιερές εμμονές του Βλαβιανού ο οποίος συχνά βάζει τον ίδιο του τον εαυτό στο «ντιβάνι της γραφής του», θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας επόμενης συζήτησης.

Πότε γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθείτε με τον Χίτλερ και με ποια αφορμή;

Ήδη από τα χρόνια που σπούδαζα Ιστορία και Πολιτική Θεωρία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης  με προβλημάτιζε το «φαινόμενο Χίτλερ». Πώς αυτός, ένας ασήμαντος, ταπεινής καταγωγής και ελλιπούς μορφώσεως εμμονικός άνθρωπος, κατόρθωσε να σαγηνεύσει τόσο πολύ τους Γερμανούς, να τους συνεπάρει, να διεμβολίσει με την ευτελή ρητορεία του την πολιτική συνθήκη του καιρού του, να οδηγήσει μια χώρα στον πιο καταστροφικό για τους άλλους και την ίδια μονοπάτι και να αποτελέσει την προσωποποίηση του απόλυτου κακού.

Είχα την τύχη ως φοιτητής να παρακολουθήσω τις διαλέξεις δύο σπουδαίων ιστορικών που ήταν ειδικοί πάνω στα ζητήματα του Γ΄ Ράιχ, του Ναζισμού και του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και πιστεύω πως το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή να αρχίσω να μελετάω και την προσωπικότητα του Χίτλερ και τη φύση του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε στη Γερμανία. Τον καιρό εκείνο βέβαια – μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 80’−  ελάχιστοι ήταν οι αμετανόητοι νοσταλγοί του χιτλερικού καθεστώτος και σίγουρα δεν ανήκαν στους νέους, οι οποίοι τότε προσχωρούσαν κατά κύματα στον μαρξισμό και στις ποικίλες εκφάνσεις του.

Οι μνήμες της ναζιστικής φρίκης και του πολέμου ήταν ακόμη ζωντανές και το βαθύ τραύμα που είχε προκαλέσει στη γερμανική κοινωνία ο Χίτλερ και ο ναζισμός ήταν νωπό. Έπρεπε να πέσει το Τείχος του Βερολίνου, να καταρρεύσει «ο υπαρκτός σοσιαλισμός», να αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά που είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι το αποτρόπαιο πρόσωπο του Τρίτου Ράιχ, προτού αρχίσουν  να προβάλλουν τα πρώτα σημάδια μιας αναβίωσης της ναζιστικής ιδεολογίας. Από φαντασίωση ελαχίστων περιθωριακών, ο ναζισμός άρχισε να γοητεύει περισσότερους, να διεκδικεί ευρύτερο ακροατήριο και, δυστυχώς, να το βρίσκει τόσο στην Ευρώπη όσο και στη χώρα μας στο πρόσωπο της ΧΑ. Και τότε, μια παλιά μου ιδέα πήρε σιγά σιγά σχήμα. Ως ιστορικός, είχα ασφαλώς επίγνωση ότι αυτή η απόλυτη μορφή πολιτικής κυριαρχίας την οποία είχε πετύχει ο Χίτλερ, μπορούσε να εξηγηθεί μάλλον με τη μελέτη της κοινωνίας επί της οποίας ασκήθηκε και έφτασε στο σημείο να τον θεοποιήσει σχεδόν, παρά με την ανάλυση της προσωπικότητάς του. η δαιμονική και χαρισματική, ωστόσο, υφή αυτής της προσωπικότητας −και η λέξη «χαρισματική»  δεν έχει ασφαλώς πάντα θετικό πρόσηείναιου χαρακτηριζόταν από απόλυτη κρυψίνοια και καχυποψία, παγερά αισθήματα και πλήθος εμμονές, με δελέασε να την ανασκάψω. Όπως σωστά έχει πει και ο πιο έγκυρος βιογράφος του Χίτλερ, ο ΊανΚέρσοου, «Ο Χίτλερ είναι ένα από τα ελάχιστα άτομα για τα οποία μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα: χωρίς αυτόν, η πορεία της Ιστορίας θα ήταν διαφορετική». Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε τι άφησε πίσω του ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος −το Ολοκαύτωμα είναι μόνο μία από τις τραγικότερες πτυχές του−  για να κατανοήσουμε το βάρος αυτής της διαπίστωσης.

Αφήσατε την ποιητική σας πλευρά στην άκρη για να γράψετε το μυθιστόρημα ή μήπως ιστορικός και ο ποιητής συναντώνται στο μυθιστόρημα αυτό αφού η φόρμα που επιλέξατε έχει μια λιτότητα που φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο;

Νομίζω πως δώσατε μόνη σας την απάντηση με τον πιο περιεκτικό τρόπο. Η θητεία μου στην ποίηση (στον πυκνό και διαυγή λόγο της δηλαδή) με βοήθησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου, το οποίο, όπως γνωρίζετε, έχει τη μορφή ημερολογίου. Άρα απαιτούσε από μένα προσεκτικό χειρισμό. Έπρεπε όχι μόνο να μελετήσω σε βάθος την προσωπικότητα του Χίτλερ, αλλά να φανταστώ και το ύφος με το οποίο θα έγραφε το ημερολόγιο. Αν κρίνουμε από το βιβλίο του Ο Αγών μου, δεν ήταν σπουδαίος συγγραφέας. Επομένως, επέλεξα ένα ύφος άμεσο και νευρώδες, που να αποτυπώνει τις σκέψεις του και τις συναισθηματικές του μεταπτώσεις, καθώς και τις εμμονές και τις φοβίες του.

Το χαρακτηρίζετε «μυθιστορηματικό ντοκουμέντο» και η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, γεγονός που προσθέτει δύναμη στο κείμενο. Προσπαθήσατε να ταυτιστείτε με το ιστορικό πρόσωπο και αν ναι σε πιο βαθμό τα καταφέρατε και πως νιώσατε;

Όντως στον Πρόλογό μου γράφω πως αν μου ζητούσαν να δώσω έναν τίτλο στο υβριδικό είδος που προέκυψε στην πορεία, θα μπορούσα να το ονομάσω «μυθοπλαστικό ντοκουμέντο». Επέλεξα το ημερολογιακό είδος και την πρωτοπρόσωπη γραφή, θέλοντας να προσδώσω μεγαλύτερη ενάργεια στην φαντασιακή αναπαράσταση αυτού του επιτήδειου μνηστήρα της εξουσίας, που κατόρθωσε να την κατακτήσει, να την επεκτείνει και να την επιβάλει όχι μόνο στα πλήθη, τα οποία κατάφερνε να διεγείρει με τη δημαγωγία του, αλλά και σε ανθρώπους πολύ πιο ευφυείς και ικανούς από τον ίδιο, όπως για παράδειγμα, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ και τον Καρλ Σμιτ.

Προσπάθησα να κατανοήσω την ιδιόμορφη προσωπικότητά του, έχοντας πάντα κατά νου τις στρεβλώσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει σε πολλά μεταπολεμικά απομνημονεύματα και στις διάφορες, αναπόφευκτα υποκειμενικές, ανεκδοτολογικές αναφορές στο πρόσωπό του από άτομα του περιβάλλοντός του. Βασισμένος σε έγκυρες πηγές, επεδίωξα να ανασυστήσω τον χαρακτήρα του, δηλαδή όπως ήδη ανέφερα, τις εμμονές του, τις φοβίες του, τα πάθη του, τα μίση του, τα συμπλέγματά του, τις προκαταλήψεις του και, φυσικά, τις ιδέες του. Προφανώς «ταυτίστηκα» σ’ ένα βαθμό με το ιστορικό πρόσωπο του βιβλίου (αφού το βιβλίο αποτελεί ψυχογράφημα του Χίτλερ), αλλά όχι τόσο ώστε να αφήσω να φυτρώσει στο πρόσωπό μου το γνωστό μουστάκι του…

Από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι επιχειρείτε μεταξύ άλλων ένα ιδιότυπο ψυχογράφημα το οποίο εμπεριέχει την φρικιαστική πλευρά του αλλά και τις ανθρώπινες στιγμές του. Σας προβλημάτισε η ισορροπία και ο κίνδυνος μήπως φανεί σε κάποιους αρκετά συμπαθητικός;

Ναι, με προβλημάτισε. Αλλά μην ξεχνάτε ότι ακόμη και ο μεγαλύτερος εγκληματίας έχει ανθρώπινες πλευρές. Γι’ αυτό άλλωστε μας τρομάζουν τόσο πολύ οι πράξεις του. Μπορεί κάλλιστα να είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ο Χίτλερ, για παράδειγμα, ήταν φιλόζωος, αγαπούσε τα σκυλιά με πάθος και του άρεσε να φωτογραφίζεται με μικρά παιδιά. Αυτό δεν τον εμπόδισε να σχεδιάζει τον αφανισμό έξι εκατομμυρίων Εβραίων. Κάποιοι φίλοι μού είπαν ότι επειδή τον βάζω μέσα στη φυλακή να διαβάζει Γερμανούς φιλοσόφους, τον κάνω, όπως λέτε, να μοιάζει πιο συμπαθητικός.

Το θέμα όμως δεν είναι τι διάβαζε (γιατί όντως διάβαζε από μικρός πολύ), αλλά πώς διάβαζε. Εσείς και εγώ, αν, για παράδειγμα, διαβάζαμε Νίτσε ή Σοπενχάουερ, δεν θα στεκόμασταν στα σημεία που στάθηκε ο Χίτλερ. Δεν διάβαζε για απόλαυση, αλλά για να αλιεύσει οτιδήποτε μπορούσε να στηρίξει και να δώσει ένα «λούστρο» στην ήδη διαμορφωμένη (από τα χρόνια που ζούσε στη Βιέννη ως αποτυχημένος καλλιτέχνης) κοσμοαντίληψή του. Στο «ημερολόγιο» αυτό γίνεται σαφές. Ασφαλώς, πολλοί ηγέτες στην Ιστορία δεν είχαν πρωτότυπη σκέψη. Αυτό που κυρίως τους διέκρινε ήταν η βούληση για εξουσία και η ακλόνητη πίστη στον εαυτό τους και στην αποστολή τους. Ο Χίτλερ, αν και θεωρούσε τον εαυτό του σοβαρό πολιτικό στοχαστή, στην πραγματικότητα, όσα εκλάμβανε ως  «σκέψεις» και «αναλύσεις» του δεν ήταν παρά οι κοινότοπες και επηρμένες ιδέες ενός αρχομανούς, που δεν διέφεραν και πολύ από εκείνες που διατύπωναν διάφοροι αργόσχολοι εθνικιστές, ανάμεσα σε καπνούς από τσιγάρα και αναθυμιάσεις από αλκοόλ, στα καφενεία του Μονάχου, του Βερολίνου και της Βιέννης.

Ξεκινάτε από τον εγκλεισμό του Αδόλφου Χίτλερ στις φυλακές Λάντσμπεργκ και στο τέλος  τον παρακολουθούμε στον αδιάκοπο αγώνα να συντάξει το μανιφέστο του, το βιβλίο «Ο Αγών μου». Γιατί επιλέξατε αυτή την περίοδο και δεν συμπεριλάβατε την εποχή της πτώσης;

Γιατί το «Πραξικόπημα της Μπιραρίας» είναι αυτό που τον έκανε (λόγω και της δίκης που ακολούθησε) γνωστό σε όλη τη Γερμανία και του έδωσε την ευκαιρία να διεκδικήσει (με επιτυχία) την αρχηγία όλου του εθνικιστικού μετώπου. Επιπλέον, χρησιμοποίησε την περίοδο του εγκλεισμού του για να αποκρυσταλλώσει τις ιδέες του (μία από τις πρώτες δηλώσεις που έκανε όταν οδηγήθηκε στις Φυλακές του Λάντσμπεργκείναι «πως το κράτος του παρέχει τώρα δωρεάν παιδεία») και στη συνέχεια να τις αποτυπώσει στο διαβόητο βιβλίο του, τονΑγώνα μου  −τον πρώτο τόμο του οποίου άρχισε να γράφει στη φυλακή το καλοκαίρι του 1924 και ολοκλήρωσε λίγο πριν από την αποφυλάκισή του τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Να προσθέσω ότι, όπως αναφέρουν πολλές πηγές, στη φυλακή όντως κρατούσε ημερολόγιο, το οποίο στη συνέχεια χάθηκε. Θεώρησα λοιπόν πως αυτό το λογοτεχνικό είδος, η ανασύσταση δηλαδή του «χαμένου ημερολογίου», μου δίνει την ευκαιρία να διεισδύσω στην προσωπικότητα του Χίτλερ με πιο δραστικό και ουσιαστικό τρόπο. Φυσικά ο αναγνώστης θα κρίνει κατά πόσον το πέτυχα.

Το χιούμορ που χρησιμοποιείται άλλοτε υπογραμμίζει κι άλλοτε αποδομεί την εξουσιομανία του. Το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία, ήταν χαρακτηριστικά του Χίτλερ ή εξυπηρέτησαν τη δική σας αφήγηση;

Ο Χίτλερ δεν είχε χιούμορ. Έπαιρνε τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Στο βιβλίο ό,τι εσείς ονομάζετε χιούμορ προκύπτει μέσα από τις εγγραφές που φωτίζουν τις φοβίες και τα συμπλέγματά του. Ο ίδιος δεν θα γελούσε καθόλου πιστεύω, αν διάβαζε ότι φέρ’ ειπείν δεν αντέχει να βλέπει αίμα στα ούλα του, ή να μη χωράει άλλο στα ρούχα του από τα πολλά γλυκά που καταβρόχθιζε στο κελί του.

Έχετε απαντήσει στο ερώτημα πως ένας άνθρωπος με έναν νοσηρό ψυχισμό, πολύ μίσος κόμπλεξ και φόβο κατάφερε να σαγηνεύσει τόσο κόσμο  και να γράψει τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας;

Θέλω να πιστεύω πως η απάντηση βρίσκεται στο βιβλίο μου. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής και μιας συγκεκριμένης χώρας. Η Γερμανία του καιρού του ούτε ισχυρή παράδοση στον κοινοβουλευτισμό είχε, όπως η Βρετανία, ούτε είχε επιλύσει το μείζον πρόβλημα της «θέσης» της στην Ευρώπη. Ενοποιήθηκε αργά, όταν στον υπόλοιπο κόσμο κυριαρχούσαν η Βρετανία, η Γαλλία και η Αμερική. Η αγωνία της να υπάρξει και να «μεγαλουργήσει» ευνοούσε τη λύση της επέκτασής της στην Κεντρική Ευρώπη, της κατάληψης όμορων εδαφών. Το είχε επιχειρήσει το 1914 και είχε αποτύχει. Θα το ξαναπροσπαθούσε ο Χίτλερ το 1939, θέτοντας σε εφαρμογή την ιδέα του περί αναζήτησης «ζωτικού χώρου» προς Aνατολάς, η οποία επίσης δεν ήταν καινοφανής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, δεν μπορεί κανείς παρά να νιώσει μια ανησυχία για το σήμερα. Πόσο σας προβληματίζει η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και το ενδεχόμενο επανάληψης της θηριωδίας;

Με προβληματίζει πολύ. Θεωρώ ότι σήμερα που ο εθνικισμός αναζωπυρώνεται επικίνδυνα, ο ρατσισμός εξαπλώνεται, η χειραγώγηση των μαζών επιχειρείται με όλα τα μέσα και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μετά την έξοδο και της Βρετανίας, απειλείται με κατάρρευση, μια εκ νέου προσέγγιση του χιτλερικού φαινομένου είναι χρήσιμη και αναγκαία. Ο Χίτλερ, ένας πνευματικά ρηχός και συναισθηματικά ανάπηρος πρώην δεκανέας, επενδύοντας την αδηφάγο εγωμανία του στην εξουσία κατάφερε, σαγηνεύοντας με τη δημαγωγία του εκατομμύρια Γερμανούς, να αφήσει ανεξίτηλη την αιμοσταγή σφραγίδα του στον αιώνα που πέρασε. Δεν πρέπει ν’ αφήσουμε να υπάρξει άλλος Χίτλερ.