ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 19 Ο ΑΙΩΝΑ. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος

0
395

Οι προσπάθειες ξεκίνησαν από την πρώτη στιγμή που υπήρξε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Το 1830 ο Καποδίστριας προσπάθησε  να ενσωματώσει την Κρήτη (βασιζόμενος κυρίως  στη Ρωσία που είχε απαγορεύσει στον Ιμπραήμ να αφήσει δυνάμεις στην Κρήτη κατά την αποχώρηση του το 1829) , όμως τελικά οι ισχυροί της Ευρώπης το απέκλεισαν κατηγορηματικά.

Η πρώτη επαναστατική προσπάθεια για ένωση πραγματοποιήθηκε ανεπιτυχώς το 1840, με αφορμή τον πόλεμο μεταξύ  Οθωμανικής Τουρκίας και της Αιγύπτου.  Η Κρήτη είχε δοθεί από τους Τούρκους  στην Αίγυπτο ως δώρο για την βοήθεια εναντίον των Ελλήνων (συμφωνία της Κιουτάχειας 1833) , όμως με αφορμή τον πόλεμο αυτό οι Τούρκοι επεδίωξαν και με την βοήθεια των Βρετανών πέτυχαν να την πάρουν πίσω.  Οι Άγγλοι με την επιστροφή της Κρήτης στην Τουρκία αποδυνάμωναν και την Γαλλία η επιρροή της οποίας στην Αίγυπτο ήταν τότε σημαντική.  Μάλιστα οι Γάλλοι προς στιγμή απείλησαν με πόλεμο , δεν προχώρησαν όμως γιατί συν τοις άλλοις διαπίστωσαν ότι οι υπόλοιπες ισχυρές δυνάμεις θα υποστήριζαν την Αγγλία.

Την Άνοιξη του 1866 και με αφορμή την καταπάτηση των δικαιωμάτων που είχαν δοθεί το 1858 , οι Έλληνες του νησιού συνέταξαν αναφορά ζητώντας την τήρηση των προνομίων του 1858 , την ελάφρυνση των φόρων , την βελτίωση της δικαστικής δικαιοσύνης , μεγαλύτερη  θρησκευτική ανεξιθρησκία και βελτίωση του οδικού συστήματος.

(Γεωργίου Ασπρέα ,  Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας 1821-1921 )

Η καθυστερημένη τουρκική απάντηση αλλά και οι απειλές της , ανάγκασαν πολλούς Κρητικούς να πάρουν τα όπλα , με την ελληνική κυβέρνηση συνεργασίας των Δεληγεώργη – Βούλγαρη να υποστηρίζει ένθερμα την επανάσταση.  Σύμφωνα με τον Ασπρέα η Ελληνική κυβέρνηση βοήθησε τον Κρητικό αγώνα βασιζόμενη για μια ακόμη φορά και  σε ρωσικές υποσχέσεις που όμως δεν υλοποιήθηκαν.  Μάλιστα ο Ασπρέας θεωρεί ότι η συμπεριφορά της Ρωσίας ήταν και ο μετέπειτα βασικός λόγος της πολιτικής μεταστροφής του πολιτικού Δεληγεώργη που από φανατικός ρωσόφιλος εξελίχθηκε σε ένθερμο θιασώτη της Αγγλίας.

Οι Τούρκοι έστειλαν σημαντικές ενισχύσεις στο νησί , νικώντας στη μάχη του Βαφέ αλλά και πετυχαίνοντας την εκπόρθηση της μονής  Αρκαδίου τον Νοέμβριο του 1866 , μία από τις ηρωικότερες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Πάντως παρά τις επιτυχίες αυτές οι Τούρκοι αδυνατούσαν να εισχωρήσουν στα ορεινά εδάφη, ελέγχοντας μόνο  τις πόλεις και τις πεδιάδες.

Το 1867 έστειλαν  νέες ενισχύσεις υπό τον Ομέρ, οι θηριωδίες του οποίου ανάγκασαν την ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει υπομνήματα σε όλες τις μεγάλες δυνάμεις  ζητώντας (ανεπιτυχώς πάντως ) πλοία να παραλάβουν τον άμαχο πληθυσμό …

Τελικά στα τέλη του 1868 οι μεγάλες δυνάμεις και αφού η Τουρκία υποσχέθηκε να αναστείλει τις εχθροπραξίες , ξεκίνησαν συνομιλίες (αποκλείοντας πάντως την Ελλάδα με την αιτιολογία ότι δεν συμμετείχε στην υπογραφή του πρωτόκολλου του 1858). Οι ισχυροί της Ευρώπης απαγόρευαν στην Ελλάδα να προσφέρει εφεξής οποιαδήποτε βοήθεια σε επαναστάτες αλλά και υποχρέωσαν την Τουρκία να δεχθεί ένα νέο περισσότερο φιλελεύθερο  καταστατικό χάρτη .

Νέες ελπίδες ένωσης με την Ελλάδα γεννήθηκαν το 1877 με αφορμή τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο.  Με την προτροπή και της ελληνικής κυβέρνησης,  οι Κρήτες ξεσηκώνονται και οι συγκρούσεις με τον Οθωμανικό στρατό αλλά και σώματα ντόπιων μουσουλμάνων ατάκτων θα κρατήσουν όλη την άνοιξη του 1878. Όμως η συνθήκη του Βερολίνου το καλοκαίρι του ίδιου έτους διέψευσε για άλλη μια φορά τις ελπίδες τους, αφού τα διεθνή συμφέροντα δεν επιθυμούσαν ακόμη την ένωση …

Για να αποφευχθούν όμως μελλοντικές εξεγέρσεις , οι ξένες δυνάμεις προέβησαν σε τροποποιήσεις του ισχύοντος (στα χαρτιά) οργανικού νόμου του 1868 με νέο νόμο γνωστό ως σύμβαση της Χαλέπας , κατά τρόπο που να ενισχύει τα δικαιώματα των Ελλήνων της Κρήτης που αποτελούσαν και το 75% του πληθυσμού. Παράλληλα συνιστούσαν από την Οθωμανική Κυβέρνηση να είναι περισσότερο προσεκτική σε ότι αφορούσε την τήρηση των νέων βελτιωμένων διατάξεων…

Βάση αυτών δινόταν στους Κρητικούς ένα είδος διοικητικής αυτονομίας , με τον διορισμό διοικητή (Μουσουλμάνου ή Χριστιανού) 5ετούς διάρκειας ,την αύξηση των αρμοδιοτήτων της τοπικής συνέλευσης με τους Χριστιανούς να εκλέγουν 49 αντιπροσώπους έναντι 31 Μουσουλμάνων,  την στελέχωση της  Αστυνομίας (εκτός του Αρχηγού) αλλά και των δημοσίων υπηρεσιών από τον ντόπιο πληθυσμό , την αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης (με εξαίρεση την γενική αλληλογραφία) σε δικαστήρια και βουλή κλπ.

Επίσης επιτρεπόταν πλέον η έκδοση τοπικών εφημερίδων , η ίδρυση φιλολογικών συλλόγων και η λειτουργία τυπογραφείων.  Σημαντική κατάκτηση για τους Έλληνες θεωρήθηκε ήταν ότι οι διατάξεις της σύμβασης της Χαλέπας δεν μπορούσαν να καταργηθούν από το Οθωμανικό Σύνταγμα , ενώ όσες αποφάσεις ή μεταγενέστερες διατάξεις ήταν αντίθετες στο Κρητικό Σύνταγμα δεν θα είχαν ισχύ σε αυτό. Πάντως όσες αποφάσεις λαμβάνονταν από την Κρητική βουλή θα έπρεπε να επικυρώνονται από το Οθωμανικό κράτος γεγονός που δημιουργούσε αμφιβολίες για την εύρυθμη λειτουργία του νέου Συντάγματος.

(Η Ελλάδα και το ανατολικό ζήτημα 1875-1881, Ευάγγελος. Κωφός).

Η σύμβαση της Χαλέπας δημιούργησε αρκετές προσδοκίες που όμως διαψεύστηκαν εν μέρει και από την συμπεριφορά των ντόπιων ελλήνων της Κρήτης που είχαν χωρισθεί και σε δύο  κόμματα τους  Συντηρητικούς (καραβανάδες) και τους Φιλελεύθερους (ξυπόλητους). Οι συνεχείς αντιδικίες όχι μόνο δημιούργησαν αρκετά προβλήματα στην άσκηση διοίκησης αλλά έδωσαν στους Τούρκους (που ανέκαθεν δημιουργούσαν προσκόμματα  φροντίζοντας να συντηρούν και να υποδαυλίζουν τις όποιες διαφορές ) το πρόσχημα να επέμβουν ξανά στα εσωτερικά του νησιού…

Η κατάσταση χειροτέρευσε  το 1888 όταν οι Τούρκοι με αφορμή την διασάλευση της τάξης έστειλαν στο νησί ισχυρή στρατιωτική δύναμη με πρόφαση την καταστολή της αναρχίας. Η επανεμφάνιση οθωμανικών  στρατευμάτων στο νησί οδήγησε  σε έξαψη τα πνεύματα με τον κίνδυνο επανάστασης να είναι πλέον ορατός.  Η κυβέρνηση Τρικούπη απέστειλε διαβήματα , ζητώντας την απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων κατ’ εφαρμογή των συνθηκών του 1878, όμως οι δυνάμεις της εποχής απέρριψαν  τα ελληνικά διαβήματα αφήνοντας τα στρατεύματα να επιβάλλουν την τάξη.

Έτσι οι Έλληνες του νησιού (και παρά τις αντίθετες προτροπές της κυβέρνησης Τρικούπη) αποφάσισαν αποχή ενόψει των εκλογών της 6ης Μαΐου του 1890 ελπίζοντας με τον τρόπο αυτό να πετύχουν την απομάκρυνση των τουρκικών δυνάμεων. Η τακτική αυτή όμως έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα.                 Οι Τούρκοι θεώρησαν ότι οι Κρητικοί με την στάση αυτή, παραιτήθηκαν εκούσια από τα δικαιώματα τους. Έτσι αποφασίζουν να στείλουν ξανά Τούρκο τοποτηρητή στο νησί με νέες εκτεταμένες δικαιοδοσίες . Όλη αυτή η κατάσταση δεν οδηγούσε πουθενά μόνο αύξαινε τις εντάσεις .

Το 1895 έχουμε μια προσπάθεια εξομάλυνσης της κατάστασης με τον διορισμό σαν διοικητή ενός Έλληνα Οθωμανού υπηκόου του Καραθεοδωρή (παλαιού διοικητή της αυτόνομης Σάμου) , με τους Έλληνες του νησιού να αποφασίζουν να συμμετέχουν πλέον στα κοινά ,αίροντας την αποχή τους.

Όμως και αυτή  η προσπάθεια απέτυχε αφού οι Τούρκοι σαμποτάρισαν τις προσπάθειες του ανθρώπου που οι ίδιοι τοποθέτησαν , ώστε να δείξουν ότι οι Έλληνες ήταν ανίκανοι να διοικήσουν το νησί .

Το αδιέξοδο συνεχίστηκε και το 1896 με τους Τούρκους να προσπαθούν να καταργήσουν οριστικά τα προνόμια του 1878 και τους Έλληνες του νησιού να δημιουργούν τις πρώτες επαναστατικές επιτροπές.

Το καλοκαίρι του 1896 η κατάσταση στο νησί ήταν τεταμένη. Οι εμπρησμοί και οι λεηλασίες ήταν καθημερινό φαινόμενο ενώ οι συρράξεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων του νησιού ήταν συχνές.

(Την εποχή εκείνη οι Έλληνες του νησιού υπολογίζονταν σε 250.000 περίπου , ενώ οι Τούρκοι  σε 80.000).

Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν τις ισχυρές δυνάμεις να ασχοληθούν ουσιαστικότερα με το Κρητικό ζήτημα . Έτσι  με την καθοριστική παρέμβαση τους , επιτεύχθηκε τον Αύγουστο του 1896 συμβιβασμός με την δημιουργία ενός μέσου πολιτεύματος ανάμεσα στην πλήρη αυτονομία και την πλήρη εξάρτηση του νησιού από την Τουρκία.

Ήδη όμως τα διεθνή κέντρα αποφάσεων είχαν αποφασίσει να δώσουν ένα μάθημα στην Ελλάδα που δεν εννοούσε να πληρώσει τα χρέη της έχοντας κηρύξει πτώχευση από το 1893. Το γεγονός αυτό το είχε αντιληφθεί η Τουρκία που άρχισε να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο πολέμου την ίδια ώρα που στην Ελλάδα η εκτός τόπου και χρόνου Φιλική Εταιρεία είχε ουσιαστικά υποκαταστήσει  την άβουλη  Κυβέρνηση Δηλιγιάννη , σπρώχνοντας την χώρα μας στον  εκ προοιμίου χαμένο πόλεμο του 1897…

Ήταν ευτύχημα που οι πολιτικές συγκυρίες της εποχής δεν υποχρέωσαν την Ελλάδα να επιστρέψει την Θεσσαλία , αλλά και ότι τελικά οι Τούρκοι παρά την νίκη τους υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν την αυτονομία του νησιού. Μάλιστα ορισμένες τουρκικές προτάσεις για παραχώρηση της Κρήτης στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την επιστροφή της Θεσσαλίας στην Τουρκία απορρίφθηκαν κατηγορηματικά από τις ξένες δυνάμεις αλλά και από την Ελλάδα.

(Πολιτική ιστορία Γεωργίου Ασπρέα 1830-1912).

Τον  Οκτώβριο του 1897 οι Κρητικοί αποδέχτηκαν επίσημα και με  υπογεγραμμένο ψήφισμα από 88 πληρεξούσιους , το καθεστώς της αυτονομίας.

Το γεγονός αυτό έλυσε τα χέρια των ξένων δυνάμεων  που ουσιαστικά ανάγκασαν και την Οθωμανική πλευρά να αποδεχτεί τις προτάσεις τους. Το νησί θα παρέμενε αυτόνομο υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου όμως  ο στρατός θα αποχωρούσε και η ανώτατη διοίκηση θα παραχωρείτο στον ύπατο αρμοστή (πρώτος ύπατος αρμοστής τελικά ορίστηκε ο τότε πρίγκιπας Γεώργιος)

Μέσα στα πλαίσια αυτά το πρωί της 25ης Αυγούστου 1898 , αφίχθησαν στο Ηράκλειο διοικητικοί υπάλληλοι  γεγονός που όμως εξαγρίωσε τον τουρκικό όχλο που υποδαυλιζόμενος από τις  οθωμανικές διοικητικές αρχές , προέβη σε λεηλασίες και σφαγές άμαχου πληθυσμού . Μάλιστα από την μανία του όχλου δεν γλίτωσαν ούτε οι βρετανοί στρατιώτες που μέτρησαν τουλάχιστον δεκαεπτά νεκρούς.

(Θεοχάρης Δετοράκης “ Ιστορία της Κρήτης “)

Το γεγονός αυτό όμως επίσπευσε τις εξελίξεις , αφού ο αγγλικός στόλος κανονιοβόλησε την Πόλη , ενώ στην συνέχεια προέβη σε συλλήψεις  αλλά και απαγχονισμούς αρκετών τουρκοκρητικών. Παράλληλα και υπό τα όμματα των διεθνών δυνάμεων τα τελευταία οθωμανικά στρατεύματα αποχωρούσαν από το νησί τον Νοέμβριο του 1898 , ενώ  τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποβιβάστηκε στο νησί ο πρίγκιπας Γεώργιος.

Μετά το γεγονός αυτό η ένωση φαινόταν ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πρώτη ευκαιρία, όπως και πράγματι έγινε με αφορμή τους νικηφόρους βαλκανικούς  πολέμους  του 1912-13.