Οι βασικές αιτίες επικράτησης των Οθωμανών Τούρκων. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος.

0
1928

Όταν στα μέσα του 13ου αιώνα ο Τούρκος Ερτογρούλ επικεφαλής μιας ομάδας 400 οικογενειών, έπαιρνε την άδεια από τον Σελτζούκο Σουλτάνο να κατοικήσει στις δυτικές εσχατιές της χώρας του (κάπου στο εσωτερικό της Βιθυνίας) κανείς δεν υποπτευόταν την τεράστια εξάπλωση που θα πετύχαιναν οι απόγονοι της φυλής του.

Η ονομασία Οθωμανοί οφείλεται στον υιό και διάδοχο του Οσμάν (Οθμάν) , επειδή πρώτος αυτός γύρω στο 1290 αποφάσισε να αρχίσει ανταγωνιστική πολιτική δραστηριότητα βάζοντας τις βάσεις για την δημιουργία κρατικής οντότητας.

Την εποχή εκείνη το Σελτζουκικό κράτος συγκλονιζόταν από εσωτερικές εξεγέρσεις (τόσο από απείθαρχους Τουρκομάνους, όσο και από επαναστάσεις κυβερνητικών αξιωματούχων) και Μογγολικές επιθέσεις από τις οποίες δεν θα ανακάμψει ποτέ.

Το εμπόριο αποδιοργανώνεται, οι φόροι αυξάνονται όπως και οι δυναστικές έριδες.

Τελική συνέπεια η πολυδιάσπαση της Μικράς Ασίας σε πολλά μικρότερα μουσουλμανικά εμιράτα, τα Μπεηλίκια.

(Σπύρου Βρυώνη “ Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού “ Σελ. 214).

Ένα από αυτά ήταν των Οθωμανών , η εξέλιξη του οποίου θα είναι ραγδαία.

Μάλιστα ως το 1517 με την κατάλυση του Μαμελουκικού καθεστώτος στην Αίγυπτο και την παράλληλη κατάληψη αρκετών Αραβικών περιοχών θα έχει εξελιχθεί σε μια τεράστια αυτοκρατορία θεματοφύλακα των Ισλαμικών αξιών , με σύνορα από τον Δούναβη , έως τις περιοχές των Σαφαβιδών (στο σημερινό Ιράν ) και την Αίγυπτο.

Ποιοι όμως θα μπορούσαν να είναι οι βασικοί λόγοι της τεράστιας αυτής επέκτασης ;

(Τα μουσουλμανικά μπεηλίκια της Μικράς Ασίας , το 1300 και το 1350 αντίστοιχα)

 

Η δημιουργία του Οθωμανικού κράτους

 

Καταρχάς δεν αμφισβητείται ότι η γειτνίαση τους με το παρακμάζων και αλλόθρησκο Βυζάντιο τους έδινε σημαντικό πλεονέκτημα , πάνω από όλα όμως οι Οθωμανοί  έδειξαν διαχρονικά σωστό πολιτικό ένστικτο ισορροπώντας με μεγάλη επιτυχία μέσα σε ένα εξαιρετικά ρευστό και ευμετάβλητο περιβάλλον.

Στο ξεκίνημα βασική τους έννοια ήταν η προσέλκυση εθελοντών μαχητών της πίστης ( Γαζά) αλλά και η διαμόρφωση καλής φήμης για την επικράτεια τους.

Η προσέλκυση μαχητών ήταν μεν απαραίτητη αφού οι Οθωμανοί ήταν ακόμη λίγοι, παράλληλα όμως κρινόταν αναγκαίος και ο έλεγχος τους.

Έτσι αποφασίστηκε η προσέγγιση τόσο με τους επικεφαλής των πολεμιστών, όσο και με τους Δερβίσηδες Θεολόγους αλλά και τους Αχήδες αρχηγούς ηθικοθρησκευτικών ταγμάτων και συντεχνιών που ασκούσαν σημαντική επιρροή στο λαό.

Άλλωστε οι νεοκατακτημένες περιοχές δεν είχαν ακόμη ισχυρό μουσουλμανικό πληθυσμό , ενώ η ίδια η φύση των πολεμιστών μαχητών ήταν ατίθαση και απείθαρχη.

Ως εκ τούτου όπου κρινόταν αναγκαίο δίνονταν σε Δερβίσηδες εκτάσεις (βακούφια) για τις οποίες είχαν και σημαντικές φοροαπαλλαγές, ενώ ο ίδιος ο Οσμάν φαίνεται ότι νυμφεύθηκε και την κόρη ενός σημαντικού δερβίση.

Παρότι η επέκταση της επικράτειας τους ήταν βασική προτεραιότητα, οι Οθωμανοί είχαν αντιληφθεί ότι ήταν εξίσου σημαντική και η στερέωση της εξουσίας τους εκεί που ήδη κυριαρχούσαν.

Για αυτό φρόντιζαν να επιβαρύνουν με τους αναγκαίους φόρους και αγγαρείες , ενώ επιδίωκαν τη διατήρηση καθεστώτος ασφάλειας και ηρεμίας για τους υπηκόους τους.

Όπως αναφέρει και ο Χαλίλ Ιναλτζίκ, οι Οθωμανοί επιθυμούσαν την υποταγή , αλλά όχι την καταστροφή των Χριστιανών. Το Ισλάμ , εγγυόταν τη ζωή και την περιουσία των υποταγμένων υπό τον όρο να μείνουν υπάκουοι στο κράτος και να πληρώνουν τους φόρους τους.

Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση , ένας έμπορος από το βυζαντινό (έως το 1303) ακόμη Βηλόκωμα (Μπιλετζίκ) είχε έρθει να πουλήσει πήλινα σκεύη στο Οθωμανικό παζάρι του Εσκή Σεχίρ (Δορύλαιο). Ένας Μουσουλμάνος από το γειτονικό μπεηλίκι του Γκερμιγιάν αρνήθηκε να πληρώσει και ο βυζαντινός έμπορος δεν δίστασε να παραπονεθεί στον Οσμάν , που ανάγκασε τον Μουσουλμάνο να πληρώσει τα οφειλόμενα αλλά πιθανότατα τον τιμώρησε και σωματικά.

(Ελισάβετ Ζαχαριάδου , “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων “ Χρονικό των Γιαχσί Φακίχ-Ασίκ Πασά Ζαντέ , Σελ. 139).

 

( Ο ιδρυτής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας , Οσμάν Α’)

Τα χαρακτηριστικά αυτά φαίνεται ότι διατηρήθηκαν σε αρκετό βαθμό ακόμη και όταν οι Οθωμανοί επεκτάθηκαν στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με πηγές της εποχής, στα μέσα του 14ου αιώνα ένας αγρότης στο Σερβικό καθεστώς του Δουσάν ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει αφιλοκερδή εργασία στον ισχυρό της περιοχής του δύο μέρες την εβδομάδα, γεγονός που οι Οθωμανοί (με την ύπαρξη και αρκετών υπερβασιών βέβαια…) περιόρισαν σε τρεις μέρες το χρόνο.

(Χαλίλ Ιναλτζίκ “ Η Οθωμανική αυτοκρατορία 1300-1600 “ Σελ. 32).

Βέβαια παρά τα περιστατικά αυτά οι αλλόθρησκοι υπήκοοι, δεν έπαυαν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ενώ οι εξισλαμισμοί ήταν συνεχείς και αθρόοι.

Το γεγονός αυτό οφειλόταν σε αρκετές αιτίες όπως τους συνεχείς εποικισμούς με νέα μουσουλμανικά φύλα, την ύπαρξη θεσμών όπως τα τάγματα δερβίσηδων και το σώμα των γενίτσαρων αλλά και στην οικονομική ενίσχυση των ισλαμικών ιδρυμάτων, που ασκούσαν συνεχή πίεση στους αλλόθρησκους να ασπασθούν το Ισλάμ.

Έτσι τον 16ο αιώνα οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας, αποτελούσαν μόλις το 8% του πληθυσμού, ενώ οι αλλαξοπιστίες και στα Βαλκάνια, θα αναγκάσουν τον Σουλτάνο Μεχμέτ Β’ να βγάλει φιρμάνι το 1474, αναφέροντας ότι οι εξισλαμισμοί θα πρέπει να γίνονται με όλους τους τύπους και τα προβλεπόμενα της θρησκείας.

Οι Οθωμανοί στα πρώτα τους βήματα ευνοήθηκαν τα μέγιστα και από το γεγονός ότι η πλειοψηφία του γειτονικού βυζαντινού μικρασιατικού πληθυσμού παρέμενε κατά μεγάλη πλειοψηφία συναισθηματικά δεμένη με την προηγούμενη δυναστεία των Λασκαριδών, γεγονός που η ηγετική κλίκα της Κωνσταντινούπολης δεν τους το συγχώρεσε ποτέ. Παράλληλα έριχνε (λανθασμένα) μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα στον δυτικό κίνδυνο , που μπορεί να ήταν υπαρκτός σε καμία περίπτωση όμως δεν απειλούσε την ίδια της την ύπαρξη όπως ο κίνδυνος εξ ανατολών…

Το γεγονός αυτό όχι μόνο συνετέλεσε στην εύκολη κατάκτηση της περιοχής αλλά και στην γρήγορη εδραίωση της Οθωμανικής εξουσίας.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ελισάβετ Ζαχαριάδου : “ Κάτω από τις συνθήκες αυτές ο μικρασιατικός πληθυσμός με εχθρική δυσπιστία προς την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης , δεν υποστήριξε τις λίγες και ισχνές απόπειρες που ο Μιχαήλ Η’ και κυρίως ο διάδοχος του Ανδρόνικος Β’ οργάνωσαν για να απωθήσουν τους Τούρκους. Οι αυτοκράτορες πάλι από την πλευρά τους ανησυχούσαν και κάποτε δικαιολογημένα , μήπως εξελιχτούν σε επαναστατικά κινήματα οι διάφορες προσπάθειες που γίνονταν σε τοπική βάση για οργάνωση εναντίον του εχθρού.       Για το λόγο αυτό δεν τις υποστήριζαν. Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο αποξενωνόταν ο πληθυσμός, ενώ σταδιακά στην αρνητική διάθεση προστίθετο και η αίσθηση πως η αυτοκρατορική εξουσία ήταν ανίκανη να αντιμετωπίσει την τουρκική προέλαση .

(Ελισάβετ Ζαχαριάδου “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων “ Σελ. 105).

Έτσι οι Οθωμανοί  ειδικά μετά την νικηφόρα μάχη του Βαφέα το 1301 άρχισαν να αποσπούν , ουσιαστικά χωρίς αντίσταση την μια μετά την άλλη τις εναπομείνασες μικρασιατικές πόλεις της αυτοκρατορίας, με αποκορύφωμα το διάστημα 1325-1340 όταν και  πρόσθεσαν (ειρηνικά με παράδοση) στο κράτος τους τις τρεις μεγάλες πόλεις της Βιθυνίας, Προύσα (1326) , Νίκαια (1331) και Νικομήδεια (1337).

Έχοντας αποκτήσει πλέον σημαντική ισχύ άρχισαν να επιχειρούν επιθέσεις και στα γειτονικά ομόθρησκα τους μπεηλίκια σε αρκετές περιπτώσεις με ανάλογο φανατισμό.

Για παράδειγμα η εχθρότητα με το μουσουλμανικό μπεηλίκι του Γκερμιγιάν υποδαυλιζόταν και από την αντιπαλότητα που υπήρχε ανάμεσα στον οίκο του Γκερμιγιάν και τους συμμάχους των Οθωμανών δερβίσηδες Μπαμπάι αφού οι πρώτοι είχαν βοηθήσει τους κυρίαρχους τότε Σελτζούκους να καταπνίξουν το κίνημα του 1239-1241 επικεφαλείς του οποίου ήταν οι Μπαμπάι , μετέπειτα σύμμαχοι των Οθωμανών. (Κεμάλ Καφαντάρ , Η κατασκευή του Οθωμανικού κράτους , Σελ.242).

Περί τα μέσα του 14ου αιώνα , το Οθωμανικό κράτος θεωρείτο ήδη ένα ισχυρό κράτος  απείχε όμως αρκετά από το να θεωρείται κυρίαρχη δύναμη.

 

Η μετατροπή του κράτους σε  αυτοκρατορία

 

Τότε παρουσιάστηκαν δύο μεγάλες ευκαιρίες που οι Οθωμανοί εκμεταλλεύτηκαν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στο γειτονικό μπεηλίκι του Καρασί (το οποίο έλεγχε και τα στενά των Δαρδανελίων)  παρουσιάστηκαν δυναστικές επιπλοκές όταν με το θάνατο του Εμίρη , τα δύο παιδιά του άρχισαν να διεκδικούν το καθένα για λογαριασμό του την εξουσία. Όταν η μία πλευρά έβλεπε ότι χάνει το παιχνίδι, προσέγγισε την Οθωμανική αυλή που φυσικά ανταποκρίθηκε με ευχαρίστηση.

Έτσι και με την έσω υποστήριξη οι Οθωμανοί , θα καταφέρουν να υποτάξουν το γειτονικό εμιράτο, ενσωματώνοντας το στην επικράτεια τους.

Την ίδια εποχή στην απέναντι πλευρά, το Βυζαντινό κράτος μαστιζόταν από ένα καταστροφικό εμφύλιο, γεγονός που αποδιοργάνωσε κάθε σύστημα αμύνης,  δίνοντας την δυνατότητα σε χιλιάδες μουσουλμάνους πολεμιστές αρχικά ως μισθοφόρους και στη συνέχεια ως κατακτητές να περάσουν στα ευρωπαϊκά εδάφη.

Η εύκολη υποταγή κατ’ αρχή των θρακικών εδαφών, ευνοήθηκε τα μέγιστα από την πολιτική αλλά και την βαθειά κοινωνική κρίση που μάστιζε το Βυζαντινό κράτος αλλά και από τον ρόλο που διαδραμάτιζαν οι θρησκείες των δύο χωρών στα εσωτερικά των κρατών τους.

Έτσι ενώ στο Οθωμανικό κράτος, οι διάφοροι δερβίσηδες ξεσήκωναν τον κόσμο για μια ενεργητική και επιθετική πολιτική, οι αντίστοιχοι επικεφαλής της χριστιανικής εκκλησίας στο Βυζάντιο προέτρεπαν τον κόσμο να ακολουθεί μια μοιρολατρική και παθητική πολιτική φορτώνοντας τα πάντα στη “ θεία βούληση και το “ πεπρωμένο “  τονίζοντας παράλληλα και την ασημαντότητα της παρούσας ζωής  (και όσων συνέβαιναν σε αυτή ) σε σχέση με την αιώνια κοντά  στο Θεό…

Όπως με παρρησία αναφέρει ο Παύλος Καλλιγάς: “ Απέναντι τοιούτου συντεταγμένου και εν τοις όπλοις εξησκημένου στρατού ουδέν είχε να αντιτάξη το Βυζάντιο. Ο ανδρικός αυτού πληθυσμός εκπλήρου τας αδιαλείπτως πολλαπλασιαζομένας μονάς και αναμιγνυόμενος εις τα εγκόσμια και φανατίζων υπέρ δογματικών ζητημάτων τους αμαθεστέρους , πιστεύοντας ότι υπό τας σημαίας ταύτας υπέρ σωτηρίας αγωνίζονται και την μέλλουσαν εξασφαλίζουσι ζωήν “.                      (Παύλου Καλλιγά “ Λασκαρίδαι –Παλαιολόγοι 1204-1453 “ Σελ. 431-2).

Όμως η εξάπλωση των Οθωμανών διευκολύνθηκε και από το γεγονός ότι τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων και ιδιαίτερα οι ισχυρές ναυτικά Ενετία και Γένουα βρίσκονταν σε μια συνεχή αντιπαράθεση μεταξύ τους που δεν σταμάτησε ούτε όταν εκείνοι “ έβαλαν πόδι “ στην Ευρώπη.

Η ραγδαία εξάπλωση των Οθωμανών στα Βαλκάνια τους καθιστούσε τοπική υπερδύναμη , τότε όμως παρουσιάστηκαν τα πρώτα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπισαν με επιτυχία, γεγονός που τους επέτρεψε να συνεχίσουν την περαιτέρω εξάπλωση τους σε Μικρά Ασία και Βαλκάνια.                                                                                  Όπως αναφέρει ο Απόστολος Βακαλόπουλος :                                                                           “ Η σύμπτωση ενδιαφερόντων και συμφερόντων ηγεμόνων και λαού που βασιζόταν στην κατακτητική νομαδική παράδοση και στο ιδεολογικό κίνητρο της εξαπλώσεως του Ισλάμ, κράτησε όσο και οι μεγάλες κατακτήσεις, δηλαδή όσο ο θρησκευτικός φανατισμός και ο νομαδικός δυναμισμός , έβρισκαν απεριόριστο πεδίο δράσεως.      Ο ενθουσιασμός όμως των πιστών άρχισε να ελαττώνεται όταν περιορίσθηκαν οι προοπτικές νέων κατακτήσεων. Θεωρητικά βέβαια ο ιερός πόλεμος δεν θα τερματιζόταν προτού περιέλθει όλη η οικουμένη στην επικράτεια του Ισλάμ.                 Έτσι οι Οθωμανοί συνέχισαν να εξυφαίνουν και να εφαρμόζουν κατακτητικά σχέδια, πρακτικοί όμως λόγοι συνηγορούσαν στην οργάνωση της επικράτειας περισσότερο , παρά στην περαιτέρω εξάπλωση της. Οι Οθωμανοί Σουλτάνοι είχαν ήδη γίνει κύριοι μιας εκτεταμένης αυτοκρατορίας , στην οποία οι Οθωμανοί δεν αποτελούσαν συχνά την πλειονότητα. Οι Κεντρόφυγες δυνάμεις , που ήταν αποτέλεσμα των συνεχών επιχειρήσεων και της επεκτάσεως των ορίων της επικράτειας , απειλούσαν όχι μόνο τον αυστηρό έλεγχο εκ μέρους του Σουλτάνου, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της νεοσύστατης αυτοκρατορίας. Υπήρχε ήδη ανάγκη συμπήξεως οργανωμένου κράτους.

Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν να γίνουν οι νομάδες αγρότες , οι γαζήδες τοπάρχες και οι αλλόφυλοι και  αλλόθρησκοι υποτελείς να κυβερνηθούν με τον αποτελεσματικότερο και αποδοτικότερο τρόπο. Επιπλέον στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας ήταν απαραίτητο να βρίσκεται ο ίδιος ο Σουλτάνος ως απόλυτος δυνάστης και να στηρίζεται σε δυνάμεις αποκλειστικά αφοσιωμένες στο πρόσωπο του. (Εκδοτική Αθηνών Τόμος Ι, Σελ. 28, επιμέλεια Απόστολος Βακαλόπουλος ).

Μέσα στο πλαίσιο αυτό αποφασίζεται να εφαρμοσθεί ο θεσμός της Μονογονίας, να ιδρυθεί το στρατιωτικό σώμα των Γενίτσαρων αλλά και να προκριθεί η λειτουργία ενός συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης.

Μέχρι τότε καθιερωμένη συνήθεια στα διάφορα μουσουλμανικά μπεηλίκια , ήταν το μοίρασμα των εκτάσεων του κράτους σε όλους τους συγγενείς του ηγεμόνα.             Όμως το γεγονός αυτό οδηγούσε συχνά σε εμφύλιες συρράξεις, αφού μπορεί ο νέος ηγεμόνας να ήταν αρχηγός του κράτους και του στρατού όμως και οι άλλοι κληρονόμοι είχαν δικές τους αρμοδιότητες και φιλοδοξίες …

Οι Οθωμανοί για να αποτρέψουν παρόμοια προβλήματα και στην δική τους επικράτεια , αποφάσισαν να εφαρμόσουν τον θεσμό της Μονογονίας.                       Έτσι  κάθε νέος ηγεμόνας μπορούσε να εξοντώνει  όποιο συγγενή του είχε αξιώσεις και δικαιώματα στο θρόνο , ώστε να εξασφαλίζεται η συνοχή του κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα όσα συνέβησαν κατά την διάρκεια της μάχης του Κοσσυφοπεδίου το 1389.  Ένας Σέρβος ευγενής κατόρθωσε να σκοτώσει τον Σουλτάνο Μουράτ. Τότε ένας εκ των υιών του , ο Βαγιαζήτ αφού με αστραπιαίες ενέργειες αναγορεύτηκε Σουλτάνος, διέταξε την άμεση δολοφονία του αδερφού του Γιακούμπ την ώρα μάλιστα που αυτός πολεμούσε ακόμη τους Σέρβους.

“ Από την μεριά του Γιακούμπ Τσελεμπί οι άπιστοι στο μεταξύ είχαν ηττηθεί. Πήγαν και του είπαν : “ Έλα σε θέλει ο πατέρας σου “. Μόλις πήγε , του έκαναν αυτό που είχαν κάνει και στον πατέρα του … “.

( Ελισάβετ Ζαχαριάδου “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων“  Χρονικό Γιαχσί Φακίχ – Ασίκ Πασά Ζαντέ, Σελ. 209).

Η σταδιακή μετατροπή του κράτους σε αυτοκρατορία και του Οθωμανού μπέη σε Σουλτάνο φέρνει στο προσκήνιο νέες κοινωνικές ομάδες που αρχίζουν να πλαισιώνουν τον κρατικό μηχανισμό , γεγονός που δημιουργεί αντιδράσεις των παλαιών ομάδων , που έως τότε είχαν το μονοπώλιο της εύνοιας του Σουλτάνου.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην νομιμοφροσύνη μέρους των παλαιών ομάδων καθιστά αναγκαία την επιβολή ενός ποιο συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης αλλά και την δημιουργία ενός νέου στρατιωτικού σώματος απόλυτα αφοσιωμένου στο Σουλτάνο.

Έτσι λίγο μετά τα μέσα του 14ου αιώνα αποφασίζεται η ίδρυση του σώματος των Γενίτσαρων (νέου στρατού), αρχικά από αιχμαλώτους πολέμου και στη συνέχεια με παιδομάζωμα (ντεβσιρμέ), με κύριο στόχο την ισχυροποίηση της Οθωμανικής δυναστείας και την διατήρηση της κρατικής συνοχής.

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιτροπές περιόδευαν στα χωριά , παίρνοντας (από χριστιανικές οικογένειες) τα ποιο εύρωστα και γερά παιδιά τα οποία στη συνέχεια παραλαμβάνονταν από τους εκπαιδευτές.

Πρώτο μέλημα αυτών ήταν να εμφυσήσουν στα παιδιά την ιδέα ότι το μέγιστο καθήκον τους ήταν η πλήρης υποταγή και πίστη στο Σουλτάνο και ότι ο θάνατος για εκείνον ήταν η μεγαλύτερη ευλογία.

Όμως από εκεί και πέρα υπήρχε μια πολυετής εκπαίδευση  με αρκετές βαθμίδες και ξεδιαλύματα στο πέρας της οποίας οι Γενίτσαροι που πληρούσαν τις προϋποθέσεις και ανάλογα με την κλίση τους προωθούνταν στο στρατό ή την διοίκηση.

Έτσι οι Γενίτσαροι θα γίνουν οι πλέον πιστοί υποστηρικτές του Σουλτάνου ,αφού  χάνοντας από νωρίς την επαφή με το οικογενειακό τους περιβάλλον , και μένοντας υποχρεωτικά άγαμοι , είχαν ως βασικό δεσμό και στήριγμα τον Σουλτάνο.

Την ίδια εποχή οι Οθωμανοί θα προχωρήσουν και στη δημιουργία ενός ποιο εξελιγμένου και συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης.

Μία πολύ βασική παράμετρος αυτού θα είναι ο διαχωρισμός της στρατιωτικής και διοικητικής τάξης από τον υπόλοιπο πληθυσμό που μετατρέπεται σε ραγιάδες (φορολογούμενοι υπήκοοι) και η εφαρμογή ενός τιμαριωτικού συστήματος μέσα από το οποίο θα επιτυγχάνεται η απρόσκοπτη είσπραξη των φόρων και η δημιουργία και συντήρηση ενός ισχυρού καλογυμνασμένου στρατού.

Έτσι σε αντίθεση με τα φεουδαρχικά συστήματα του Βυζαντίου και της δύσης , οι εκτάσεις εκτός από ορισμένες  που ανήκαν σε ιδρύματα (Βακούφια) και ιδιώτες          (Μούλκια), ανήκαν στο Σουλτάνο (Μιρί).

Κάθε περιοχή ανάλογα με τις εισοδηματικές πηγές της ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει συγκεκριμένο φόρο.

Οι εκτάσεις (τιμάρια) χωριζόντουσαν σε δύο είδη . Εκείνες που ανήκαν κατευθείαν στο Σουλτάνο και σε διάφορους αξιωματούχους και οι υπόλοιπες ( αρχικά οι περισσότερες ) που είχαν υπεύθυνο ένα Σπαχή. Οι Σπαχήδες ήταν το ιππικό και η βασική στρατιωτική μονάδα των Οθωμανών έως το τέλος του 16ο αιώνα..

Βασικό τους μέλημα  η ευθύνη της επίβλεψης των περιοχών τους και η συγκέντρωση των εσόδων σε είδος. Αφού τα μετέτρεπαν σε χρήμα, κρατούσαν το απαραίτητο ποσό για την συντήρηση των ίδιων και του πολεμικού εξοπλισμού τους, αποδίδοντας το υπόλοιπο στο κράτος.

 

(Οθωμανός Σπαχής)

 

 

Το δικαίωμα των Σπαχήδων ήταν κληρονομικό, ενώ για κάθε τρεις χιλιάδες άσπρα (το βασικό νόμισμα της εποχής) ήταν υποχρεωμένοι  να συνεισφέρουν ένα ακόμη εξοπλισμένο καβαλάρη (Οι Σπαχήδες το 1475 υπολογιζόντουσαν σε 39.000) .

(Χαλίλ Ιναλτζίκ “ Η Οθωμανική αυτοκρατορία 1300-1600 “ Σελ. 189-190).

Με αυτό τον έξυπνο τρόπο το κράτος εξασφάλιζε την νομιμοφροσύνη των περιοχών και τον απαραίτητο αριθμό στρατιωτών και εσόδων.

Το σύστημα αυτό είχε αρκετές ομοιότητες με τον Βυζαντινό θεσμό της πρόνοιας, όμως σε αντίθεση με τους προκατόχους τους, οι Οθωμανοί πρόσεξαν το δικαίωμα επικαρπίας να μην μετατραπεί σε εκχώρηση ιδιοκτησίας, γεγονός που θα είχε δυσάρεστες συνέπειες για τα έσοδα τους, αλλά και την ισχύ της κεντρικής εξουσίας.

 

Η Οθωμανική αυτοκρατορία παγκόσμια δύναμη

 

Το 1451 ο Μουράτ Β’ πεθαίνει και νέος Σουλτάνος ανακηρύσσεται ο νεαρός γιός του Μεχμέτ β’ (Μωάμεθ). Ο Μεχμέτ είχε μεγαλεπήβολα σχέδια, επιθυμούσε να μετατραπεί το κράτος του από περιφερειακή δύναμη στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του κόσμου και ο ίδιος, σε ηγέτη και προστάτη του Ισλάμ.                                           Για το λόγο αυτό έθεσε ως πρώτιστο μέλημα του την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Η άλωση θα του εξασφάλιζε το απαραίτητο κύρος και την υπόληψη για την οικοδόμηση μιας τέτοιας αυτοκρατορίας.

Παράλληλα θα του έδινε και επικυριαρχικά δικαιώματα αφού ο κάτοχος του θρόνου της Κωνσταντινούπολης ήταν ο νόμιμος συνεχιστής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κατ’ επέκταση όχι μόνο των εδαφών της αλλά και της ιδεολογίας του παγκόσμιου ηγέτη που απέρρεε από αυτόν.

Άλλωστε σχολιαστές του Κορανίου έλεγαν :

“ Ο μέγιστος ηγεμών του κόσμου έσται ο μέλλων να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη και ο μέγιστος στρατός του κόσμου ο στρατός αυτού “.

Έτσι  εκμεταλλευόμενος  τον απόηχο μιας τέτοιας κατάκτησης θα μπορούσε να εμφανιστεί στον μουσουλμανικό κόσμο ως ο ποιο μεγάλος Γαζής πολέμαρχος, άρα θα μπορούσε να διεκδικήσει και τις αμφισβητούμενες περιοχές στο χώρο του Ισλάμ όπως το Καραμάν και το Ντουλκαντίρ από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου.

Όμως πέρα από τις τόσο φιλόδοξες προσωπικές του επιδιώξεις υπήρχαν και ουσιαστικοί λόγοι που επέβαλαν την κατάληψη της πόλης, αφού όσο αυτή

παρέμενε χριστιανική, πάντα άφηνε μια ελπίδα σε πολλούς ήδη υπόδουλους χριστιανούς ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει .

Με την κατάληψη της όμως τελείωνε τις ελπίδες αυτές. Έτσι πετυχαίνοντας την πτώση του ηθικού των υπόδουλων χριστιανών θα πετύχαινε ποιο εύκολα  την παραδοχή της μοίρας τους και κατ’ επέκταση την απρόσκοπτη υποδούλωση τους.

Όμως  λόγω της ενωτικής πολιτικής των Παλαιολόγων υπήρχε πάντα και ο φόβος της χριστιανικής σταυροφορίας, στην δύναμη της οποίας δεν θα μπορούσε να αντισταθεί .

Βέβαια ήταν ενήμερος για την ανθενωτική πολιτική την οποία υποστήριζε υπογείως αλλά και σκόπευε να εκμεταλλευτεί,  ενώ όπως και οι πρόγονοι του ήξερε ότι τέτοια σταυροφορία για σειρά λόγων δεν ήταν εύκολο να γίνει, αλλά για να εκλείψει  και η πιθανότητα αυτή, έπρεπε η Κωνσταντινούπολη να γίνει μια ώρα αρχύτερα δική του…

Μετά την άλωση συνέχισε τις κατακτητικές επιθέσεις , έδωσε όμως μεγάλη έμφαση στην ενίσχυση της σουλτανικής εξουσίας , αλλά και στην ύπαρξη θεσμών που θα στερέωναν το κράτος.

Έτσι  θα προχωρήσει σε ένα επαναπροσανατολισμό του Οθωμανικού πολιτεύματος και μια αναδόμηση του διοικητικού και οικονομικού συστήματος .

Πρώτη βασική επιδίωξη  η ενίσχυση της Σουλτανικής εξουσίας . Ο Σουλτάνος πρέπει να είναι το κέντρο της διακυβέρνησης και η πηγή κάθε εξουσίας.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό και πέρα από τους νόμους του Θεού (Σεριάτ) θα προχωρήσει στην συστηματική κωδικοποίηση των Σουλτανικών νόμων (Κανουνναμέ) με στόχο την βελτίωση της κρατικής οργάνωσης και την αύξηση των κρατικών εσόδων. Ενώ θα προχωρήσει στην έκδοση αρκετών νομοθετικών πράξεων για διάφορα θέματα.

Όμως ο Μεχμέτ θα δώσει σκληρή μάχη για να επιβάλει την ύπαρξη ενός ποιο “ φιλελεύθερου “ εκπαιδευτικού συστήματος . Άλλωστε οι Οθωμανοί ανήκαν στην ποιο μετριοπαθή σχολή του Ισλάμ , αυτή των Χανεφιτών.                                                                      (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος στο έργο του “ Ισλάμ“ 10η έκδοση 2001).

Η μετατροπή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ισχυρότερη δύναμη του Ισλάμ, είχε ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί η συντηρητική τάση που έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην πιστή τήρηση του Κορανίου και της Σεριάτ.

Έτσι όταν ο “ φιλελεύθερος “ Μεχμέτ Β’ πέθανε το 1481 (πιθανότατα από δηλητήριο) , οι δυνάμεις αυτές βρήκαν την ευκαιρία να ενισχύσουν την επιρροή τους στους απογόνους του και το κράτος αποκτούσε ένα όλο και ποιο συντηρητικό χαρακτήρα.

Όμως παρά τις εσωτερικές διαμάχες το κράτος ήταν πλέον αρκετά ισχυρό, ώστε να τις απορροφά με επιτυχία, συνεχίζοντας τους πολέμους και την εδαφική επέκταση προς όλες τις κατευθύνσεις.

Το 1512 ο νέος Σουλτάνος Σελίμ Α’ (1512-1520) , έκρινε πως ήρθε η ώρα η δυναστεία του Οσμάν να γίνει η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη του κόσμου.

Έτσι τιθέμενος επικεφαλής μεγάλης στρατιάς θα νικήσει και θα υποτάξει οριστικά το 1514 τους Ακ – Κογιουνλού (Ασπροπροβατάδες) που κυριαρχούσαν σε περιοχές της σημερινής Ανατολικής Τουρκίας και στη συνέχεια το 1516-17 τους Μαμελούκους, που εκτός από την Αίγυπτο κυριαρχούσαν και σε περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Την ίδια στιγμή ο σερίφης της Μέκκας , έστελνε τα κλειδιά των ιερών πόλεων δηλώνοντας την υποταγή του.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία έφτανε στην μέγιστη ακμή της , όμως με την προσάρτηση των νέων περιοχών και ιδιαίτερα των ιερών πόλεων του Ισλάμ , οι Σουλτάνοι θεωρούσαν πλέον τους εαυτούς τους προστάτες του ισλαμικού κόσμου, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα ο ισλαμικός νόμος να κατέχει από τούδε και στο εξής εξέχουσα θέση στην διακυβέρνηση του κράτους.

(Η Οθωμανική αυτοκρατορία τον 16ο αιώνα)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • Ελισάβετ Ζαχαριάδου “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων 1300-1400 “ Εκδόσεις Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τράπεζας , Β’ έκδοση.
  • Σπύρου Βρυώνη “ Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού 11ος -15ος αιώνας “ Εκδόσεις Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τράπεζας.
  • Γεώργιος Αρνάκης Γεωργιάδης “ Οι πρώτοι Οθωμανοί “ Εκδόσεις Αρχιπέλαγος (Ανατύπωση της αρχικής έκδοσης του 1947).
  • Χαλίλ Ιναλτζίκ “ Οθωμανική Αυτοκρατορία , Η κλασική εποχή 1300-1600 “ Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
  • Κεμάλ Καφαντάρ “ Η κατασκευή του Οθωμανικού κράτους“ , Εκδόσεις Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τράπεζας.
  • Καλλιγά Παύλου “ Λασκαρίδαι- Παλαιολόγοι, 1204-1453, Εκδόσεις Δημιουργία.
  • Εκδοτική Αθηνών, Τόμος Ι’ 1204-1453.
Κωνσταντίνος Λινάρδος
Σύμβουλος δημοτικής ενότητας Νέας Ερυθραίας