Ώρα Ιστορίας (Βιογραφίας) Νικηταράς ο Τουρκοφάγος
Πριν ένα χρόνο είχα δημοσιεύσει την συγκεκριμένη ανάρτηση. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να την ξαναδημοσιεύσω για να διαπιστώσουμε τι άνθρωποι απελευθέρωσαν την χώρα και πως αντιμετώπισαν τις πολυποίκιλλες δυσκολίες…
Γεννήθηκε στην Νέδουσα Μεσσηνίας το 1787. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Τουρκολέκας και μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της καταγωγής του υπέγραφε με το όνομα Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης, το δε επώνυμο Σταματελόπουλος προέκυψε από το όνομα του πατέρα του Σταματέλος.
Με την γυναίκα του Αγγελίνα, απέκτησε έναν γιο, τον Γιάννη, που έγινε στρατιωτικός και δύο κόρες: την Ρεγγίνα και άλλη μία που το όνομά της δεν έγινε γνωστό.
Ο Νικηταράς υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους οπλαρχηγούς του 1821, ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και από τους στενότερους συνεργάτες του. Το 1805 σκοτώνεται ο πατέρας του από Τούρκους και ακολουθεί τον Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα Το 1818 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και το Φεβρουάριο του 1821 φθάνει στην Καλαμάτα για να συμμετάσχει στην κήρυξη της Επανάστασης.
Η μάχη που τον έκανε πανελλήνια γνωστό και του προσέδωσε το προσωνύμιο Τουρκοφάγος , ήταν εκείνη στα Δολιανά, όπου με 200 άνδρες απέκρουσαν επίθεση πολλαπλάσιων Τούρκων. Το 1822 από την θέση Αγινόρι θα συντελέσει τα μέγιστα στην συντριβή του Δράμαλη στα Δερβενάκια.
Μετά την μάχη ο Νικηταράς στέλνει στην σύζυγό του Αγγελίνα ένα καλοτυλιγμένο πακετάκι. Σε αυτό υπήρχαν μια ξύλινη ταμπακιέρα και ένα σημείωμα που έγραφε :
“Τα παλικάρια μου, μου πρόσφεραν τούτη την ταμπακέρα κι ένα σπαθί στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Το σπαθί το χάρισα στη διοίκηση της Ύδρας, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του στόλου που τόσο χρειάζεται στην Πατρίδα. Την ταμπακέρα τη στέλνω σε σένα που μου είσαι το πιο αγαπημένο πρόσωπο που έχω στον κόσμο ύστερα από την Πατρίδα“
Με τον ερχομό του Καποδίστρια τάχθηκε στο πλευρό του ως υπασπιστής του. Παράλληλα το 1829 , έκανε προσπάθειες να ιδρύσει χαρτοποιείο αλλά χωρίς αίσιο τέλος.
Μετά τον θάνατο του Κυβερνήτη όμως περιέπεσε σε δυσμένεια Το 1839 μάλιστα θα συλληφθεί με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του Όθωνα, θα δικαστεί αλλά θα αθωωθεί, γεγονός που προκάλεσε την οργή της Κυβέρνησης που θα τον φυλακίσει στην Αίγινα.
Από τότε άρχισε το μαρτύριό του. Κάθε μέρα οι Βαυαροί τον έβγαζαν στο δρόμο χτυπώντας και περιγελώντας τον σε δημόσια θέα. Ανάμεσα στους θεατές ήταν και η δεύτερη κόρη του που μη αντέχοντας να βλέπει έτσι τον πατέρα της τρελάθηκε, ενώ αυτός αρρώστησε με ζάχαρο το οποίο του κατέστρεψε τα μάτια.
Λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του και κυρίως τα μάτια του είχαν προβλήματα.
Τελικά στις 18 Σεπτεμβρίου 1841, με προσωπική παρέμβαση του στρατηγού Μακρυγιάννη, αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Ύστερα από μια μικρή παραμονή στο Άργος θα έρθει στον Πειραιά, όπου μετά το 1843 θα του απονεμηθεί μια μικρή σύνταξη.
Η αρμόδια αρχή που χορηγούσε τις θέσεις στους επαίτες, είχε ορίσει και για τον ήρωα – επαίτη μια θέση επιτρέποντας του να επαιτεί κάθε Παρασκευή!!!
Χαρακτηριστικό της υπερηφάνειας του ήρωα αποτελεί και το παρακάτω περιστατικό:
Όταν η ένδεια του Νικηταρά έγινε γνωστή στην Ρωσική πρεσβεία κάποια στιγμή απεσταλμένος της πήγε στην θέση που ζητιάνευε ο στρατηγός.
Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη ποιος ήταν μάζεψε το απλωμένο του χέρι και σύμφωνα με τα θρυλούμενα ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:
– Τι κάνετε στρατηγέ μου; Ρώτησε ο απεσταλμένος.
– Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα! Απήντησε περήφανα ο Νικηταράς
– Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στο δρόμο;
– Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά εγώ έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος αντέτεινε ο περήφανος Νικηταράς.
– Αντιλαμβανόμενος ο ξένος ότι ο στρατηγός δεν πρόκειται να εκμυστηρευθεί την κατάστασή του, γύρισε να φύγει χαιρετώντας ευγενικά. Φεύγοντας όμως, άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες ώστε να μην προσβάλει τον πάμπτωχο στρατηγό.
Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί το ψηλάφισε και φώναξε στον ξένο.
“Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρτο για να μην το βρει κανείς και το χάσεις“
Με την πενιχρή σύνταξη του κράτους και με την επαιτεία έζησε λίγα ακόμη χρόνια για να πεθάνει τελικά στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 67 ετών τυφλός, πάμπτωχος και επαίτης. Ετάφη δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ( όπως ήταν η επιθυμία του ) στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος.











