Κωνσταντίνος Καβάφης “ Ο αστεϊσμός περί των ελγινείων μαρμάρων “ από τον Κωνσταντίνο Λινάρδο.

0
544

 

Είναι γνωστές οι κατά καιρούς προσπάθειες και τα επιχειρήματα αναφορικά με την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό , είναι ότι ο πρώτος που ανακίνησε δημοσίως το ζήτημα ήταν ο Κωνσταντίνος Καβάφης , με αφορμή άρθρο του Φρειδερίκου Χάρισσον , που δημοσιεύτηκε την 1η Μαρτίου 1891 στον “ 19ο αιώνα “  μεγάλο περιοδικό της εποχής στην Αγγλία, με τίτλο “ Απόδοτε τα ελγίνεια μάρμαρα “.

Στο άρθρο αυτό απάντησε λίγες ημέρες αργότερα ο ίδιος ο διευθυντής του περιοδικού Τζαίμς Νώουλς, ισχυριζόμενος ότι ο Κος Χάρισσον , ειρωνευόταν και δεν ζητούσε πραγματικά την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στην κοιτίδα τους. Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας και η γραφή του άρθρου εξερέθισαν τον μεγάλο μας ποιητή με αποτέλεσμα να γράψει άρθρο με τίτλο “ Ο αστεϊσμός περί των ελγινείων μαρμάρων “  που θα δημοσιευτεί  στις 11 Απριλίου του 1891 , στην εφημερίδα “ Εθνική Αθηνών “ και στο οποίο απέκρουε τα όποια επιχειρήματα του διευθυντή του περιοδικού.

“  Ο αστεϊσμός περί των ελγινείων μαρμάρων “

Οι φιλόμουσοι και φιλάρχαιοι αναγνώσται θα ενθυμώνται το κίνημα όπερ εγένετο τελευταίως εν Αγγλία ίνα αποδοθώσιν εις την Ελλάδα αι αρχαιότητες ας προ 80 ετών ο λόρδος Έλγιν , πρέσβυς της Αγγλίας παρά τη Υψηλή Πύλη , ήρπασεν – ίνα προφυλάξη δήθεν – εξ της Ακροπόλεως.

Ο λόγιος κ. Φρειδερίκος Χάρισσον θερμώς υπεστήριξε το κίνημα , έγραψε δε εν τω “ 19ω αιώνι “ το περίφημον άρθρον “ Απόδοτε τα Ελγίνεια Μάρμαρα “.

Την απάντησιν εις τα άρθρον αυτό γράφει ο Διευθυντής του περιοδικού , ισχυριζόμενος ότι ο Κος Χάρισσον πραγματευθείς περί της επιστροφής των Ελγινείων μαρμάρων ηστείζετο απλώς και κατέγινε περί το δοκιμάσαι την διορατικότητα του πνεύματος των συμπολιτών του εάν τάχα θα ήναι αρκετά έξυπνοι να εννοήσουν την ειρωνείαν του. Άλλως ηθέλησεν επίσης να περιπαίξει την συνήθειαν διαφόρων συγχρόνων ρητόρων οίτινες επινοούσι θέματα της ευφραδείας τω ζητούσι να αποδείξωσι παραδοξολογίας και χιμαίρας.

Ούτω κρίνει ο κ. Τζαίημς Νώουλς , διευθυντής του περιοδικού “ ο 19ος Αιών “. Μοι φαίνεται όμως ότι ο παραδοξολογών είναι μάλλον αυτός ή ο κ. Χάρισσον.

Το άρθρον ουδέ λογικόν είναι ουδέν γενναίον. Είναι δε τόσον ξηρόν κατά το ύφος, έχει τοιαύτην πληθώραν πτωχής, ή μάλλον ανόστου ειρωνείας , ώστε πιστεύω ότι μόνον οι Έλληνες,  τους οποίους αφορά αμέσως το ζήτημα, θα έχωσι την υπομονήν να το αναγνώσωσιν ίνα σωθώσιν αι αμαρτίαι του.

Εν τη εξάψει του ο κ. Νώουλς τι δεν λέγει! Εκθειάζει του Έλγιν την αρπαγήν. Μυκτηρίζει τον Βύρωνα. Σχετίζει την ευτελή υπεξαίρεσιν των μαρμάρων προς τα ένδοξα τρόπαια του Νέλσωνος. Φρονεί ότι εάν επιστραφώσιν αι αρχαιότηται αύται , πρέπει να αποδοθώσιν επίσης η Γιβραλτάρ , η Μελίτη , η Κύπρος , η Ινδική , λησμονών ότι η κατοχή των χωρών εκείνων λογίζεται αναγκαία εις το Αγγλικόν εμπόριον ως και εις την ασφάλειαν ή ύπαρξιν του Αγγλικού κράτους, ενώ τα Ελγίνεια μάρμαρα εις ουδέν χρησιμεύουσιν άλλο ή εις τον ωραϊσμόν και πλουτισμόν του και άνευ αυτών ωραιοτάτου και πλουσιωτάτου Βρεττανικού Μουσείου.           Ψέγει του κ. Χάρισσον την ορθοτάτην παρατήρησιν , ότι το κλίμα του Λονδίνου φθείρει τας γλυφάς των μαρμάρων και εκφράζει τον φόβον μη εάν μετακομισθώσιν εις Αθήνας καταστραφώσιν εν ενδεχομένη αναφλέξει του Ανατολικού ζητήματος , λησμονών ότι ο φρόνιμος άνθρωπος οφείλει να διορθώνει το ενεστός κακόν πριν φροντίση περί του μέλλοντος.

Δεν φαίνεται να δίδη πολλήν σπουδαιότητα εις τα δικαιώματα άτινα έχει επί των μαρμάρων “ ο αναμεμιγμένος μικρός πληθυσμός όστις σήμερον κατοικεί επί των ερειπίων της Αρχαίας Ελλάδας “ και υποθέτω ευρίσκει τα δικαιώματα του λόρδου Έλγιν και εαυτού μεγαλείτερα. Παρατηρεί ότι εάν ηκολουθείτο η συμβουλή του κ. Χάρισσον και απεδίδοντο αι περί ου ο λόγος αρχαιότητες εις την Ελλάδα , τις οίδεν εάν καμμία εκ των ολιγοβίων κυβερνήσεων της δεν θα τας επώλει αντί εκατομμυρίων λιρών, στερλινών εις την Γερμανίαν, ή αντί δύο εις την Αμερικήν ή χειρότερα ,εάν δεν θα τας επώλει λιανικώς , εις ένα έκαστον ολίγας. Ταύτα είναι ύβρις αδικαιολόγητος και εμφαίνουσα πολλήν ελαφρότητα εις την οποίαν ή αρμόζουσα απάντησις θα ήτο , Είμεθα Κύριοι να διαθέσωμεν ως θέλομεν τα ημέτερα.

Αλλά ας διαφωτισθεί ή άγνοια του ανδρός και ας μάθη ότι μέχρι τούδε αι Ελληνικαί κυβερνήσεις , ολιγόβιοι ή μακρόβιοι , επεδείξαντο πολλήν ευλάβειαν και φροντίδα προς τα αρχαία μνημεία ότι διάφορα μουσεία συνεστάθησαν εν Ελλάδι, ων η διοίκησις είναι αξιόλογος και ότι εν Αθήναις τα Ελγίνεια μάρμαρα θα τύχωσι της αυτής πιστής διαφυλάξεως και περιποιήσεως οίας και εν Αγγλία. Είναι δε νόστιμος ο κ. Νώουλς όταν μας αφίνει να ίδωμεν και την χρηματικήν άποψιν της υποθέσεως. Εις εν μέρος του άρθρου του λέγει ότι η σημερινή αξία των μαρμάρων υπολογίζεται εις εκατομμύρια και εις άλλο πάλιν μέρος ομολογεί , ότι δια να τα αποκτήσει ο λόρδος Έλγιν εξώδευσε 74.000 λίρες. Τι καλή δουλειά!

Δεν αναγράφω περισσοτέρας εκ των παρατηρήσεων του κ. Νώουλς. Είναι της αυτής ποιότητος και οι επίλοιποι. Εξ’ άλλου δεν νομίζω πρέπον να τον θεωρήση τις υπεύθυνον  δ’ όλα όσα γράφει. Ο ανήρ εις άλλας περιστάσεις απέδειξεν ότι δεν αμοιρεί παιδείας , ορθής κρίσεως και άλλων φιλολογικών προσόντων. Όθεν τείνω να πιστεύω ότι πρέπει να αποδοθή το άτακτον της συνθέσεως και των κρίσεων του περί των Ελγινείων μαρμάρων εις την πνευματικήν σύγχυσιν ή τω επήνεγκεν ή σκέψις ότι αι πολύτιμοι αύται αρχαιότητες , οι περικαλλείς αδάμαντες της Αττικής , ηδύναντο να ξεφύγουν από το Βλούμσβουρύ του. Το μισολέγει ο ίδιος μετά βουκολικής απλότητος εν μια περιόδω του άρθρου του, Τι ιδέα (δεν ενθυμούμαι αν ήναι ακριβώς αυταί αι λέξεις του) ενώ έχωμεν τας ωραίας αυτάς αρχαιότητας εδώ και ειμπορεί ο λαός μας να πηγαίνη να τας θαυμάζη όποτε θέλει, τι ιδέα να τας στείλωμεν εις την άλλην άκρη της Ευρώπης !

Εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου                                                                                                                      τη 27 Μαρτίου 1891                                                                                                                       ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Φ. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Βιβλιογραφία: Το κυπριακό ζήτημα, τα ελγίνεια μάρμαρα, εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2013)

 

 

 

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Λινάρδος