Η φούσκα εξελίσσεται. Το σκάσιμο περιμένουμε!

0
379

Η δημιουργία της χρηματιστηριακής φούσκας μοιάζει πολύ με τις σαπουνόφουσκες στα παιδικά πάρτι. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονται (συνωστισμός), περνούν καλά και είναι χαρούμενοι (ψυχική ευφορία). Στη συνέχεια, βέβαια, όταν οι φούσκες σκάνε στα παιδικά πάρτι, το γέλιο συνεχίζεται, ενώ το σκάσιμο των χρηματιστηριακών φουσκών, από την άλλη, φέρνει λύπη, στενοχώρια και απόγνωση. Γιατί, όμως, γίνεται αυτό; Ο λόγος είναι ότι οι επενδυτές δεν γνωρίζουν εκ προοιμίου ότι έχει δημιουργηθεί μια φούσκα, αφού τότε σταδιακά θα είχαν αποσυρθεί χωρίς τη δημιουργία του σκασίματος της φούσκας.

Μια φούσκα μπορεί να παρατηρηθεί σε μια μεμονωμένη μετοχή, σε έναν συγκεκριμένο κλάδο, καθώς και σε μια χρηματιστηριακή αγορά. Πώς ορίζεται μια μετοχική φούσκα; Ουσιαστικά οτιδήποτε υπερβαίνει την εσωτερική αξία μίας μετοχής (προεξόφληση των ταμειακών ροών με το κατάλληλο επιτόκιο προεξόφλησης) είναι μια φούσκα. Από την άλλη πλευρά, πόσο εύκολο είναι να εφαρμόζεις τον μαθηματικό τύπο αποτίμησης μιας μετοχής και αυτός ο τύπος πάντα να δίνει την ακριβή αξία της εκάστοτε μετοχής χωρίς απόκλιση; Σχεδόν ποτέ! 

Πέρα όμως από την εσωτερική αξία, υπάρχουν ακόμα μερικά στοιχεία που φανερώνουν ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αγοραστικής φρενίτιδας. Δεν μιλώ για την Tesla, αξίζει όσο οι 10 μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες παγκοσμίως και αρκετά ακόμα, αλλά για πιο απλά πράγματα. Δηλαδή τα forums, chats όπου διακινούνται επενδυτικές ιδέες και σε δύο ημέρες διπλασιάζονται αποτιμήσεις! Επενδυτές αγοράζουν εταιρείες χωρίς να γνωρίζουν τι αφορά η εταιρεία! Εμένα κάτι μου θυμίζει όλο αυτό (συννεφάκι αναπόλησης… 1999).

Οι περισσότεροι έχετε διαβάσει ότι οι αμερικανικές μετοχές χαρακτηρίζονται ακριβές, σύμφωνα με τον απλό δείκτη P/E (τιμή προς κέρδη ανά μετοχή). Ο εν λόγω δείκτης ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο τον οικονομικό κύκλο, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μειωμένος όταν τα κέρδη των εταιρειών μεγεθύνονται (άνθηση οικονομικού κύκλου), ενώ όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση εμφανίζεται μεγεθυσμένος. Έτσι, λοιπόν, ο νομπελίστας Robert Schiller, θέλοντας να προσδώσει μεγαλύτερη ισορροπία στον εν λόγω δείκτη, ανέπτυξε τον δείκτη CAPE (Cyclically Adjusted Price to Earnings − τιμή προς κέρδη προσαρμοσμένα για την κυκλικότητα). Ειδικότερα, ο λόγος CAPE χρησιμοποιεί τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) για μια περίοδο 10 ετών, ενώ ταυτόχρονα τα προσαρμόζει με βάση τον πληθωρισμό. Δηλαδή είναι ο δείκτης P/E, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν τα εξομαλυμένα κέρδη της δεκαετίας καθώς και τον πληθωρισμό.

Όπως γνωρίζουμε, οι διακυμάνσεις των κερδών είναι πολύ μεγαλύτερες για εταιρείες σε κυκλικούς τομείς −όπως εμπορεύματα και χρηματοοικονομικά− από ό,τι για επιχειρήσεις αμυντικών κλάδων, όπως είναι οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και οι φαρμακευτικές. Έτσι, λοιπόν, ο δείκτης CAPE χρησιμοποιείται για την ανάλυση της μακροπρόθεσμης εικόνας της αγοράς, συνδράμοντας στην επενδυτική απόφαση για τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου. Το κύριο όφελος από την ανάγνωση του εν λόγω δείκτη είναι ότι οι επενδυτές μπορούν να αναγνωρίσουν επίπεδα ανατίμησης/υποτίμησης της αγοράς, λαμβάνοντας ανάλογες στρατηγικές για τη διαμόρφωση του χαρτοφυλακίου τους, χωρίς ωστόσο να αποτελούν σήματα αγοράς ή πώλησης. Οι ιστορικές αποδόσεις της αγοράς αποδεικνύουν ότι, όταν η αγορά είναι υπερτιμημένη, αξίζει το χαρτοφυλάκιο να είναι αμυντικό. Οι επενδύσεις σε εταιρείες υψηλής ποιότητας με ισχυρό ισολογισμό και, επιπλέον, με προσδοκίες για διανομή μερίσματος, στην οποία θα προβούν παρά την ενδεχόμενη ύφεση, θα αποτελούσαν τις ιδανικές επιλογές. Από την άλλη πλευρά, όταν η αγορά είναι φθηνή, οι εταιρείες με ισχυρή ανάπτυξη μπορούν να προσφέρουν πολύ μεγάλες αποδόσεις. 

Στην τρέχουσα συγκυρία, ο δείκτης CAPE σημειώνει τη δεύτερη υψηλότερη τιμή στην ιστορία του μετά τη φούσκα των dot-com το 1999. Μέσα στο 2018, αλλά και προς το τέλος του 2020, είχε πάρει τιμές που είχαν παρατηρηθεί το 1929 λίγο πριν από τη μεγάλη ύφεση. Ωστόσο, προς το τέλος του 2020 οι τιμές που καταγράφει είναι οι υψηλότερες μετά το 1999.

Στο γράφημα όπου εμφανίζονται το 10ετές επιτόκιο και ο δείκτης CAPE διακρίνεται η αντίστροφη σχέση επιτοκίων και πολλαπλασιαστή κερδών τη δεκαετία 1970-1980, όπου η διαρκής άνοδος των επιτοκίων και του πληθωρισμού οδήγησε σε υποτιμημένα επίπεδα τον δείκτη CAPE. Στη συνέχεια η διαρκής συρρίκνωση των επιτοκίων ώθησε τους επενδυτές στις μετοχές, καθώς η σταθερή απόδοση έχανε διαρκώς έδαφος.

Το γεγονός ότι τα επιτόκια παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα δεν αναιρεί την εξελισσόμενη φούσκα στις μετοχές της Wall Street. Ναι μεν τα επιτόκια είναι χαμηλά, όμως οι αποτιμήσεις (P/E) σε εταιρείες-κολοσσούς ξεπερνούν τις 70-80 φορές. Τι σημαίνει αυτό; Ένας πολλαπλασιαστής 70 σημαίνει ότι η τρέχουσα αγοραία αξία της εταιρείας ισούται με 70 φορές τα ετήσια κέρδη της. Δηλαδή, εάν επρόκειτο να αγοράσετε υποθετικά το 100% των μετοχών της εταιρείας, θα χρειάζονταν 70 χρόνια για να κερδίσετε πίσω την αρχική σας επένδυση μέσω των συνεχιζόμενων κερδών της εταιρείας! Φυσικά, θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι, εφόσον την επόμενη χρονιά τα κέρδη θα διπλασιαστούν, το P/E θα μειωθεί κατά 50%. Όμως δεν είναι έτσι, καθώς τα κέρδη δεν αναμένεται να διπλασιαστούν ούτε σε ένα ούτε σε δύο χρόνια, άρα λοιπόν ο δείκτης παραμένει υψηλός, καθώς το φθηνό χρήμα οδηγεί καθαρά τις αποτιμήσεις σε υψηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειώσουμε ότι τίποτα δεν μας αναφέρει το πόσο μεγάλη μπορεί να γίνει μια φούσκα, καθώς και πότε θα έρθει η στιγμή του σκασίματος. Η ιστορία έχει δείξει ότι μια φούσκα μπορεί να κρατήσει από μερικούς μήνες μέχρι και λίγα χρόνια! Μέχρι τότε υπομονή και συνετές επιλογές!

πιν

Ο κ. Δημοσθένης Τρίγγας είναι Πιστοποιημένος Αναλυτής Μετοχών & Αγοράς, BETA Χρηματιστηριακή

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Κεφάλαιο”