Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΥ (10/08/1913) ΚΑΙ Η ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ. ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΙΝΑΡΔΟΣ

0
556

Στις 17 Ιουνίου 1913 οι ανικανοποίητοι Βούλγαροι επιτίθενται ταυτόχρονα και χωρίς προειδοποίηση εναντίον των πρώην συμμάχων τους Ελλήνων και Σέρβων. Γρήγορα όμως μετατρέπονται από επιτιθέμενοι σε αμυνόμενους. Ειδικά η χωρίς σταματημό ελληνική επίθεση τους υποχρέωσε σε υποχώρηση στα σύνορα του 1878…

Την κατάσταση εκμεταλλεύονται τόσο οι Ρουμάνοι όσο και οι Τούρκοι που εισβάλλουν στο βουλγαρικό έδαφος. Ο κίνδυνος ολοσχερούς διάλυσης του βουλγαρικού κράτους ήταν ορατός.

Ο Βασιλιάς Φερδινάνδος σχεδόν εκλιπαρούσε την παρέμβαση των ισχυρών.                                        Οι πανταχού παρούσες μεγάλες δυνάμεις με την σειρά τους ανησυχούν και σχεδόν απειλούν την Ελλάδα να τερματίσει τον πόλεμο και να καθίσει άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που αποφασίστηκε να διεξαχθούν στο Βουκουρέστι.

Οι Ρουμάνοι προσφέρθηκαν να φιλοξενήσουν τη διάσκεψη, θεωρώντας ότι παίζοντας “εντός έδρας “ θα είχαν περισσότερες πιθανότητες να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους.

Μάλιστα ξεκίνησαν τη διάσκεψη με τον όρο “ προσωρινή πενθήμερη ανακωχή “.

Στη διάσκεψη εκτός από τις βαλκανικές χώρες μετείχαν και εκπρόσωποι από όλες τις ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις όχι όμως και η Τουρκία.

Το παρασκήνιο ήταν έντονο, καθώς Αυστροουγγαρία, Ρωσία και Ιταλία ήταν υπέρ της Βουλγαρίας, Αγγλία και Γαλλία αν και κινούνταν ισορροπιστικά μάλλον συνέκλιναν προς τις ελληνικές θέσεις , ενώ τα γερμανικά συμφέροντα θα στραφούν τελικά υπέρ των ελληνικών θέσεων στο κρίσιμο ζήτημα της Καβάλας.

Το διπλωματικό παρασκήνιο αφορούσε κυρίως τα εδάφη που θα κρατούσε η Ελλάδα.

Η Ρουμανία προσάρτησε την νότια Δοβρουτσά πέτυχε να είναι Ρουμάνος ο πρώτος βασιλιάς της Αλβανίας, ενώ μερίμνησε για την παροχή δικαιωμάτων στους Βλάχους σε Ελλάδα και Αλβανία.

Η Σερβία που ήδη είχε καθορίσει τα σύνορα της με την Ελλάδα σε διμερή συνάντηση, πέτυχε ένα μικρό εδαφικό κέρδος έναντι της Βουλγαρίας.

Η Τουρκία που δεν μετείχε στη διάσκεψη, εκμεταλλευόμενη τον βαλκανικό εμφύλιο, ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, φτάνοντας μέχρι την Αδριανούπολη και αν δεν υπήρχε η έντονη ρωσική αντίδραση μάλλον θα επιχειρούσε να προωθηθεί και άλλο…

Οι Βούλγαροι δεν έριξαν μεγάλο βάρος στις εδαφικές απώλειες από την Τουρκία, γεγονός

που θεωρείτο διπλωματικό λάθος, αφού η τουρκική επίθεση έγινε μονομερώς και με δεδομένο ότι οι Τούρκοι δεν μετείχαν στην διάσκεψη, αν επέμεναν πιθανότατα θα τα επανακτούσαν.

Εκείνοι όμως προτίμησαν να ρίξουν όλο το διπλωματικό βάρος ενάντια στην Ελλάδα και τελικά λόγω της δικαιολογημένα άκαμπτης στάσης της χώρας μας δεν κατάφεραν να κρατήσουν ούτε την Ανατολική Μακεδονία.

Η υποχωρητικότητα τους στα υπόλοιπα μέτωπα οφειλόταν στην βαρύτητα που έδιναν στο να κρατήσουν τα σύνορα με την Ελλάδα , όπως είχαν καθορισθεί με την συνθήκη του Λονδίνου.

Βέβαια δεν μπορούσαν να θέσουν θέμα Θεσσαλονίκης, αλλά ήταν ανένδοτοι σε νέα υποχώρηση.

Από την δική της πλευρά η ελληνική αντιπροσωπεία θεωρούσε ότι όπως και στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο έπρεπε να κρατήσει τα εδάφη που είχε καταλάβει, δηλαδή την Ανατολική  Μακεδονία και την Δυτική Θράκη (Γραμμή Μάκρης λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης).

Η ελληνική αντιπροσωπεία γνώριζε ότι δύσκολα θα κρατούσε τη γραμμή αυτή, αλλά τη χρησιμοποίησε ως διπλωματικό όπλο για να διατηρήσει την γραμμή του ποταμού Νέστου.

Η επισημοποίηση των ελληνικών απόψεων για τη γραμμή Μάκρης προκάλεσε σφοδρή αντίδραση όχι μόνο από τις ξένες δυνάμεις αλλά και από τις Σερβία και Ρουμανία που δεν θα συμμετείχαν σε νέο πόλεμο για να ικανοποιήσουν τις “ υπερφίαλες “ ελληνικές αξιώσεις.

Το γεγονός αυτό προσπάθησαν να το εκμεταλλευτούν οι Βούλγαροι που πρότειναν ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης σε Σερβία και Ρουμανία που όμως απορρίφθηκε…

Παράλληλα οι εκπρόσωποι των δύο χωρών ξεκαθάριζαν στο Βενιζέλο ότι αν ακολουθούσε μετριοπαθή γραμμή δεν θα τον εγκατέλειπαν …

Η ελληνική αντιπροσωπεία ζυγίζοντας το διπλωματικό κλίμα, αποφάσισε να υποχωρήσει αρχικά στη γραμμή Πόρτο Λάγος (Ξάνθη) και ύστερα στη γραμμή Νέστου (Καβάλα) ως νέο σύνορο με τη Βουλγαρία , τονίζοντας όμως ότι αυτή η υποχώρηση είναι και η οριστική…

Έτσι  Ξάνθη, Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη  επιστρέφονταν στη Βουλγαρία , ενώ το πολιτικό παρασκήνιο φούντωνε γύρω από την Ανατολική Μακεδονία και το λιμάνι της Καβάλας αφού η Βουλγαρία επέμενε για ελληνική υποχώρηση και στο ζήτημα αυτό…                                                                 Ήταν πλέον φανερό ότι το ακανθώδες ζήτημα της διάσκεψης θα ήταν η κατοχή της Καβάλας….

Ήδη είχε σημειωθεί  διάσταση απόψεων μεταξύ της Πολιτειακής ηγεσίας, αφού ο Βασιλιάς θεωρούσε ότι η ελληνική αντιπροσωπεία δεν έπρεπε να υποχωρήσει με τόση ευκολία γεγονός που οδήγησε τον Πρωθυπουργό  Βενιζέλο στο να του υποβάλλει την παραίτηση του.

Η εξέλιξη αυτή αφύπνισε τον Βασιλιά, βοηθώντας τον να αντιληφθεί καλύτερα τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ελληνική αντιπροσωπεία, δίνοντας της “ ψήφο εμπιστοσύνης “ μη αποδεχόμενος παράλληλα την παραίτηση του Πρωθυπουργού.

Έτσι η ελληνική αποστολή συνέχιζε απρόσκοπτα την διπλωματική της μάχη για την κατοχύρωση της Καβάλας και της Ανατολικής Μακεδονίας. Ενδεικτική του κλίματος ήταν η επιστολή του Βρετανού πρεσβευτή της Αθήνας προς τον προϊστάμενο υπουργό του:

“Δυσκολεύομαι να πιστεύσω ότι ο Βενιζέλος σκέπτεται να παραδώση την Καβάλαν υπό οιασδήποτε συνθήκας εκτός υπό πραγματικήν πίεσιν. Η Καβάλα δεν είναι απλώς γεωγραφική έκφρασις , αλλά πόλις και περιφέρεια αποκλειστικώς ελληνική και βαρέως δοκιμασθείσα από την βουλγαρικήν κατοχήν. Αμφιβάλλω αν ο βασιλεύς θα επικύρωνε τοιαύτην παράδοσιν ή ότι θα την εδέχετο ο λαός . Ο Γερμανός και ο Γάλλος πρεσβευτής ενταύθα ισχυρώς ευνοούν να παραμείνει η Καβάλα εις την Ελλάδα. Εάν υποστηρίξουμε το βουλγαρικό αίτημα θα καταστώμεν τόσο μη δημοφιλείς όσον και οι Ιταλοί “  και συνεχίζει :

“ Καθείς γνωρίζει ότι η Καβάλα είναι ελληνική, αλλά αυτά τα ζητήματα δεν δύνανται να λύονται μόνον βάσει καθαρώς εθνολογικών κριτηρίων. Υπό τοιαύτα κριτήρια δεν θα υπήρχε μακεδονικό ζήτημα…“.

(Σπύρου Μαρκεζίνη “Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας , Τόμος Γ, Σελ. 223).

Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν και η απάντηση του Βρετανού πρεσβευτή της Αθήνας προς τον συνάδελφο του στο Βερολίνο , στην οποία γινόταν αναφορά στις ελληνικές διεκδικήσεις περιοχών με ισχυρό ελληνικό πληθυσμό.

“O Γερμανός αυτοκράτωρ ασκεί προφανώς μεγάλην επιρροήν εις τον βασιλέα των Ελλήνων και ενόμισα ότι έπρεπε να επισημανθεί εις την Ελλάδα , ότι θα ήταν υπερβάλοντως άσοφον εκ μέρους της να διαμφισβητεί την απόφασιν των δυνάμεων εν σχέσει με τα νότια σύνορα της Αλβανίας εις στιγμήν, καθ’ ην το ζήτημα εκκρεμεί , εάν η συνθήκη του Βουκουρεστίου ενδείκνυται να μεταρρυθμιστή ως προς την Καβάλαν.

Η Ελλάς δεν δύναται να έχει το παν και αν κρατήσει την Καβάλαν, οφείλει να μην δημιουργεί δυσκολίας όσον αφορά τα νότια σύνορα της Αλβανίας. Εάν αυτό πράττη , δυνάμεις , όπως η Ρωσία , η Αυστρία και η Ιταλία αι οποίαι είναι γνωστόν ότι επιθυμούν να έχει η Βουλγαρία την Καβάλαν , είναι βέβαιον ότι θα δημιουργήσουν δυσκολίας και θα αντιμετωπίσει δυσκολίας (η Ελλάδα) όχι μόνον ως προς την Καβάλαν, αλλά και ως προς τας νήσους του Αιγαίου.

Είναι αληθές , ότι μεταβολαί της συνθήκης του Βουκουρεστίου δεν δύνανται να επέλθουν παρά μόνον δια της βίας. Και αι δυνάμεις θα ήσαν πολύ διστακτικαί να πράξουν τοιούτον τι , εν τούτοις  αν η Ελλάς αρνηθή να εκκενώσει περιφερείας δια τας οποίας αι δυνάμεις απεφάσισαν να παραμείνουν εις την νότιον Αλβανίαν, θα ερριψοκινδύνευε να προκαλέσει την χρήσιν βίας από της πλευράς της Ιταλίας…“.

(Σπύρου Μαρκεζίνη “Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας , Τόμος Γ, Σελ. 223).

Αν και η γενική πρόθεση ήταν να πάρει η Ελλάδα την Αν.  Μακεδονία , αρκεί να δεχτεί να εκκενώσει άμεσα την Β. Ήπειρο, εντούτοις την πλάστιγγα έγειρε οριστικά η γερμανική στάση.

Πάγια γερμανική πολιτική ήταν η προάσπιση των συμφερόντων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και δευτερευόντως η προσέγγιση με την Βουλγαρία .

Χαρακτηριστική ήταν η φράση του γερμανού πρεσβευτή στην Αθήνα Βάνγκενχαίμ:

“ Όταν εμείς οι Γερμανοί κερδίζουμε μια δεκάρα εις τας Αθήνας χάνουμε ένα τάληρο στη Κωνσταντινούπολη “. (Πολυχρόνη Ενεπεκίδη “ Η δόξα και ο διχασμός “ Σελ.260).

Όμως ούτως ή άλλως η Τουρκία δεν μπορούσε να επωφεληθεί περισσότερο από την κατάσταση επεκτεινόμενη πέραν της Αδριανούπολης, έτσι και ενδεικτικό του πόσο ευμετάβλητη και περίπλοκη είναι η διπλωματία, η Γερμανία αποφασίζει να υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις στο ζήτημα της Καβάλας, γεγονός που έγειρε οριστικά την πλάστιγγα.

Αν και για το ζήτημα αυτό έχουν λεχθεί αρκετά, εντούτοις ο βασικός λόγος ήταν ότι παρά τις γερμανικές προσπάθειες προσεταιρισμού της Βουλγαρίας, εκείνη μπροστά στη επικείμενη κατάρρευση της επιλέγει να ζητήσει την βοήθεια της Ρωσίας.

Το γεγονός αυτό είναι που καθορίζει την γερμανική στάση, αφού δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η βουλγαρική “παρασπονδία“ και η προσέγγιση με τον μεγάλο αντίπαλο της στα Βαλκάνια.

Στη συνέχεια μάλιστα θα επιχειρήσει να φέρει κοντύτερα την Ελλάδα με την Τουρκία, ώστε και το αντισλαβικό μέτωπο να ενισχύσει αλλά και τις τουρκικές ανησυχίες να καθησυχάσει.

Η Γερμανική στάση υποχρεώνει σε αναδίπλωση και την Αυστροουγγαρία που προκειμένου να αποδυναμώσει την Σερβία, σκεφτόταν ακόμη και τον ενδεχόμενο πολέμου, όμως χωρίς τις γερμανικές πλάτες ήταν αδύναμη για να το επιχειρήσει, αφού η περαιτέρω προώθηση της στα Βαλκάνια ήταν σίγουρο ότι θα προκαλούσε τις ρωσικές αντιδράσεις …

Έτσι στις 10 Αυγούστου του 1913 υπογράφεται η συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την Ελλάδα να προσαρτά την Ανατολική Μακεδονία με την Θάσο και τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα προς βορρά καθορίζονται όπως είναι σήμερα, δηλαδή η κορυφογραμμή του όρους Μπέλλες,  ενώ ο ποταμός Νέστος την χώριζε από την δυτική Θράκη που παρέμενε Βουλγαρική.

Επίσης κατοχύρωνε οριστικά στην Ελλάδα και την Κρήτη με τις άλλες βαλκανικές χώρες και την Τουρκία να παραιτούνται από κάθε διεκδίκηση της.

Επιπλέον βάση απαίτησης της Ρουμανίας ρυθμίζονται ορισμένα θέματα που αφορούν τους Κουτσόβλαχους σχετικά με την εκπαίδευση την γλώσσα και την εκκλησιαστική τους αυτονομία.

Στον ελλαδικό χώρο υπήρχε ένα συγκρότημα 36 χωριών στην Πίνδο με περίπου 80.000 Βλάχους

για τους οποίους η Ρουμανία έδειχνε ενδιαφέρον, όπως και για τους αντίστοιχους Βλάχους της Αλβανίας που κατά την εκτίμηση της αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της…                      Όμως επειδή η συνθήκη δεν αφορούσε την Τουρκία, παρέμειναν σε εκκρεμότητα τα θέματα που σχετίζονταν με αυτή , δηλαδή τα ακριβή σύνορα του Αλβανικού κράτους και ειδικότερα για την Ελλάδα το βορειοηπειρωτικό ζήτημα, το καθεστώς της χερσονήσου του Άθω (Άγιο Όρος) και η κυριότητα των νησιών του Αιγαίου Πελάγους.

 

Η επίλυση του βορειοηπειρωτικού ζητήματος

 

Η  απροσδόκητα εύκολη νίκη των βαλκανικών χωρών απειλούσε τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας. Το γεγονός αυτό επέφερε την συνεργασία τους αφενός μεν για την δημιουργία ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, αφετέρου για την εδαφική συρρίκνωση της Ελλάδας και της Σερβίας.

Ήδη η ιταλική κυβέρνηση από τον Νοέμβριο του 1912, άρχισε να απειλεί ότι τυχόν κατάληψη της Αυλώνας από ελληνικά στρατεύματα θα εθεωρείτο από την Ιταλία ως casus belli, ενώ για λόγους ασφαλείας δεν θα δεχόταν επ’ ουδενί οι απέναντι από την Κέρκυρα ακτές να περιέλθουν στην Ελλάδα. Αντίστοιχες απειλές εκτοξευόντουσαν και από την Αυστροουγγαρία προς την Σερβία σε περίπτωση που προσέγγιζε τις ακτές της Αδριατικής.

Ενώ ο Ιταλός υπουργός εξωτερικών  Σαν Τζουλιάνο, διαμήνυε ότι η είσοδος της Αδριατικής ανήκε στους  Ιταλούς και τους Αυστριακούς.

(Γιώργου Βεντήρη “ Η Ελλάδα του 1910-20 “ Τόμος Α’ Σελ.184).

Η μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων, λάμβανε τον χαρακτήρα υποχρεωτικής διαιτησίας για τα βαλκανικά κράτη. Έτσι στην διάσκεψη του Λονδίνου τον Μάιο του 1913, αποφασίστηκε η ίδρυση Αλβανικού κράτους, τα ακριβή σύνορα του οποίου, είχε αποφασισθεί να καθορισθούν

βάση εθνογραφικών (με βασικό κριτήριο την γλώσσα) και γεωγραφικών βάσεων.

Για τον λόγο αυτό θα συσταθεί διεθνής επιτροπή η οποία θα πραγματοποιούσε επιτόπια έρευνα προκειμένου να καταλήξει στην τελική της απόφαση.

Παρόλα αυτά Ιταλία και Αυστροουγγαρία είχαν προαποφασίσει την ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, ακόμη και στις περιοχές που επικρατούσε το ελληνικό στοιχείο.

Αποκαλυπτικές είναι οι οδηγίες τις οποίες είχε λάβει ο Ιταλός αντιπρόσωπος:

“ Η επιτροπή δέον να λάβη υπ’ όψιν την εξάρτηση των κοιλάδων από της θαλάσσης και να παραχωρήση , ει δυνατόν ολοκλήρους κοιλάδας εις εν μόνο κράτος … Θα πρέπη ωσαύτως να λάβη υπ’ όψιν τας φυσικάς οδούς επικοινωνίας μεταξύ των εσωτερικών περιοχών και της θαλάσσης… Ο Ιταλός αντιπρόσωπος θα ωφείλη να ενεργή πάντοτε εν συμφωνία προς τον αντιπρόσωπον της Αυστροουγγαρίας και να εξασφαλίση ίνα τα σύνορα αφήσουν εις την Αλβανία ολόκληρον την κοιλάδα του Αργυροκάστρου, την Πρεμετήν, το Λασκοβίκι και φθάνοντα τα όρη του Γράμμου να ακολουθήσουν την οροσειράν μέχρι του εδάφους της Κορυτσάς “.

(Το Αλβανικό και το βορειοηπειρωτικό ζήτημα κατά την αρχική αυτών φάση, Σελ.37)

Οι προθέσεις της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας είχαν γίνει αντιληπτές, από τις υπόλοιπες δυνάμεις , όμως χάριν διατήρησης της διεθνούς ειρήνης τις αποδέχτηκαν, συνιστώντας παράλληλα στην ελληνική κυβέρνηση που δικαίως διαμαρτυρόταν, να υποχωρήσει …

Το πόρισμα της επιτροπής εγκρίθηκε από τους αντιπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων

κατά την συνδιάσκεψη της Φλωρεντίας τον Δεκέμβριο του 1913 που καθόρισε τα σύνορα όπως διατηρούνται μέχρι σήμερα. Δηλαδή Αγ. Σαράντα, Χειμάρα , Αργυρόκαστρο , Πρεμετή και Κορυτσά έπρεπε να εκκενωθούν από τον ελληνικό στρατό για να αποτελέσουν τμήμα του νεοσύστατου αλβανικού κράτους , μαζί με τη νήσο Σάσωνα που είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα το 1864 με τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου…

Για να δεχτεί η Ελλάδα , οι εκπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων της ανακοίνωσαν ότι αναγνώριζαν την ελληνικότητα των νησιών (εκτός Ίμβρου και Τενέδου που θα επιστρέφονταν στην Τουρκία) υπό τον όρο ότι θα ήταν αποστρατικοποιημένα και ότι εκείνοι θα μεσολαβούσαν για να πειστεί η Τουρκία.

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος σε μια προσπάθεια αλλαγής της απόφασης , πραγματοποιεί ταξίδι στο Βερολίνο , εκφράζοντας την απογοήτευση του για την στάση των χωρών της Τριπλής Συμμαχίας (Γερμανία , Ιταλία , Αυστροουγγαρία).

Από έκθεση της Αυστριακής πρεσβείας μαθαίνουμε ότι ο Βασιλιάς εξέφρασε την απογοήτευση του για την στάση τους, σκεφτόμενος μάλιστα να τεθεί επικεφαλής των ελληνικών ανταρτικών ομάδων στην Β. Ήπειρο (αν και οι ξένοι τη θεωρούσαν δήλωση εντυπώσεων ) μη θεωρώντας  ασήμαντο γεγονός το ότι κάποια ελληνικά χωριά (όπως είπε ο Γερμανός Κάιζερ) θα παρέμεναν έξω από το ελληνικό κράτος , με την έκθεση της αυστριακής πρεσβείας  να καταλήγει αναφέροντας ότι ο Βασιλιάς τους είπε ότι :

“ Κατόπιν αυτού εάν σήμερον ή αύριον θα του παρουσιάζετο ο κ. Βενιζέλος – όπερ ο βασιλεύς δεν φαίνεται να αποκλείει – με την πρόταση να προσανατολισθεί προς την άλλην Συμμαχία δεν θα απέμενε εις τον βασιλέα όπως είπεν ο ίδιος , καμμία άλλη εκλογή παρά να πάει με την Αντάντ , πράγμα προς το οποίον εναντιούται ριζικότατα στα μύχια  της ψυχής του και του είναι αποκρουστικόν… “. ( Πολυχρόνη Ενεπεκίδη “Η δόξα και ο διχασμός  “ Σελ. 273).

Τον Δεκέμβριο του 1913 θα ξεκινήσει περιοδεία σε όλες τις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και ο Πρωθυπουργός Βενιζέλος τόσο για γνωριμία όσο και για βολιδοσκόπηση των προθέσεων των ξένων κρατών έναντι της Ελλάδος. Είναι φανερό ότι ακόμη η πολιτειακή ηγεσία, έστω και με επιμέρους διαφωνίες, συνεργαζόταν επιδιώκοντας το καλύτερο για την χώρα.

Ήδη από τις αρχές του 1914, και με αρχηγούς τους Ζωγράφο και Σπυρομήλιο (Χειμάρα) οι Έλληνες της περιοχής είχαν εξεγερθεί, ανακηρύσσοντας την Βόρειο Ήπειρο ως αυτόνομη δημοκρατία.

 

Την εξέγερση προσπάθησαν να καταστείλουν ανεπιτυχώς τα νεοσύστατα σώματα

του Αλβανικού στρατού με αποτέλεσμα την εδραίωση της.

Το γεγονός αυτό οδηγεί σε νέα παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων που τον Φεβρουάριο του 1914, δίκην τελεσιγράφου υποχρεώνουν την Ελλάδα να αποθαρρύνει κάθε αντίδραση, προκειμένου να της επιδικαστούν οριστικά τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους.

Χαρακτηριστικά η παρέμβαση ανέφερε : “ Να δεσμευθεί ρητώς όπως μη αντιτάξη οιανδήποτε αντίστασιν και μη υποστηρίξη ουδέ ενθαρρύνη οιανδήποτε αντίστασιν κατ’ ουδένα τρόπον εις την καθιερωθείσαν υπό των εξ δυνάμεων κατάστασιν πραγμάτων εν Νοτίω Αλβανία “.

(Το Αλβανικό και το βορειοπηπειρωτικόν ζήτημα στην αρχική αυτών φάση, Σελ. 42).

Το τελεσίγραφο γίνεται αποδεκτό από την ελληνική πλευρά που παροτρύνει την ελληνική μειονότητα να καταθέσει τα όπλα, αποδεχόμενη την ενσωμάτωση της στο Αλβανικό κράτος.

Σε αντιστάθμισμα η ελληνική μειονότητα αποκτούσε ορισμένα διοικητικά , εκκλησιαστικά , γλώσσας , εκπαίδευσης κλπ. προνόμια που πάντως θα καταπατηθούν συστηματικά.

 

Οι επισκέψεις Βενιζέλου στις Ευρωπαϊκές Χώρες

 

Οι επισκέψεις ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1913 από την Ιταλία όπου στις εκεί συνομιλίες παρά τις εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις διεφάνη η διάσταση απόψεων. Μάλιστα σε επιστολή του

Άγγλου πρεσβευτή της Αυστρίας προς τον ομόλογο του στην Ελλάδα αναφέρεται ότι:                          “ Επικίνδυνος παράγων εις αυτό το θέμα (βορειοηπειρωτικό) ήτο το μίσος , φθάνον σχεδόν εις μανίαν , το οποίο ησθάνετο ο υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας (San Giuliano), δια τους Έλληνας“.

(Σπύρου Μαρκεζίνη “Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος “ Τόμος Γ’ Σελ. 233).

Ακολούθησε η επίσκεψη στη Βρετανία, όπου μεταξύ άλλων και σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του τουρκικού κινδύνου άκρως εμπιστευτικώς ο Βενιζέλος πρότεινε την σύναψη συμμαχίας. Πράγματι η Τουρκία όχι μόνο αμφισβητούσε το καθεστώς στο Αιγαίο αλλά είχε ξεκινήσει και ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας (υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση Γερμανών αξιωματούχων) …

Οι Βρετανοί δίστασαν θεωρώντας  την πρόταση του Βενιζέλου ως παγίδα που αποσκοπούσε να τους μπλέξει με  τις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Η σκέψη αυτή ήταν εν μέρει σωστή διότι πράγματι η Ελλάδα έψαχνε εναγωνίως να βρει συμμάχους και στηρίγματα ώστε να κατοχυρώσει τις κατακτήσεις της, όμως ήταν και κοντόφθαλμη αφού δεν αντιλήφθηκε και τον γενικότερο χαρακτήρα της.

Έτσι οι Βρετανοί που δεν μελέτησαν ενδελεχώς τις επερχόμενες εξελίξεις, απάντησαν αρνητικά.

Μετά το Λονδίνο ο Βενιζέλος επισκέφτηκε το Παρίσι όπου σε συνομιλία με τον Πρωθυπουργό Πουανκαρέ ανέφερε την επιθυμία του για συμμαχία των δύο χωρών .

“  Είμεθα πολύ μικροί δια να σας βοηθήσουμε. Εάν όμως ποτέ η Γαλλία κινδυνεύση , δύναται να υπολογίζει επί της Ελλάδος. Γνωρίζομεν να αποδεικνύωμεν την ευγνωμοσύνην μας “.

(Η Ελλάδα του 1910-1920, Γεωργίου Βεντήρη, Τόμος Α’ Σελ.209-210).

Όμως όπως και στο Λονδίνο , έτσι και στο Παρίσι επιφυλάχτηκαν να απαντήσουν λόγω της γενικότερα ρευστής κατάστασης.

Στη συνέχεια ο Βενιζέλος επισκέφτηκε το Βερολίνο και τη Βιέννη έχοντας αρκετά σημαντικές συνομιλίες. Αν και αυτές διεξήχθησαν σε καλό κλίμα, εντούτοις συνειδητοποίησε ότι τα συμφέροντα τους βασίζονταν στην ενίσχυση της Τουρκίας και της Βουλγαρίας με τις οποίες η Ελλάδα ήταν σε διάσταση.

Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό τόσο από την Γερμανική άρνηση να πιεστεί η Τουρκία ώστε να αποδεχτεί το ελληνικό καθεστώς των νησιών, όσο και από την συμπεριφορά τους στο θέμα της Βορείου Ηπείρου.

Έτσι παρά την υπογραφή συμφωνιών οικονομικού περιεχομένου, ο Βενιζέλος κατέληξε ότι η πλέον συμφέρουσα πολιτική για την χώρα θα ήταν η προσκόλληση στις δυνάμεις  της Αντάντ.

Οι σκέψεις του Πρωθυπουργού επισημάνθηκαν και από τους εν Ελλάδι πρεσβευτές της Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας που στις αναφορές τους, επεσήμαιναν τον κίνδυνο προσκόλλησης της Ελλάδας στο αντίπαλο στρατόπεδο…

Χαρακτηριστικά στις 14 Δεκεμβρίου του 1913 ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Αθήνα ανέφερε τηλεγραφικώς στο υπουργείο εξωτερικών της χώρας του ότι :

“  O Γερμανός πρεσβευτής, τον οποίον δεν εγνώριζα προηγουμένως , μοι έδειξε κατά την σημερινήν μου επίσκεψιν μίαν έκθεσιν του προς το Βερολίνον, εις την οποίαν θεωρεί την κατάστασιν εν Ηπείρω όπου 100.000 και πλέον Έλληνες επεδικάσθησαν εις την Αλβανίαν, ως άκρως κρίσιμον προβλέπων σύρραξιν μεταξύ των δύο εθνοτήτων και δυσχερείας μετά την εκκένωσιν των εδαφών. Ο κόμις Κουάτ (Γερμανός πρέσβης) μοι είπεν ότι οι ενταύθα είναι υπέρ ποτέ και άλλοτε κατά της Ιταλίας αλλά και πικραμένοι με την Αυστροουγγαρίαν.

Και ο Βασιλεύς διεμαρτυρήθη κατ’ αυτάς πικρώς προς τον Γερμανόν πρσεβευτήν , ειπών ότι ο κ. Βενιζέλος ωδηγήθη πλέον αναγκαστικώς εις τα νερά της Τριπλής Αντάντ.

Ο συνάδελφος μου έθιξε και το ζήτημα μιας προσεγγίσεως της Ελλάδος προς την Τριπλήν Συμμαχίαν τονίσας ότι η στιγμή είναι άκρως κρίσιμος και ότι εάν δεν γίνει τώρα κάτι , διατρέχομεν τον κίνδυνο να οδηγήσωμεν την Ελλάδα οριστικώς εις το άλλο στρατόπεδο…“.

(Πολυχρόνη Ενεπεκίδη “ Η δόξα και ο διχασμός “ Σελ.275).

Στη συνέχεια ο Βενιζέλος πηγαίνει στην Ρωσία και μετά από εκεί σε Ρουμανία και Σερβία, προσπαθώντας να βάλει τις βάσεις για μια ειρηνική συνεργασία των βαλκανικών χωρών που θα  μπορούσε αργότερα να συμπεριλάβει και την Βουλγαρία.

Ειδικά με την Ρουμανία ο Βενιζέλος προσπάθησε να συνάψει και στρατιωτική συμμαχία σε διμερές επίπεδο, πρόταση που όμως δεν θα γίνει αποδεκτή από ρουμανικής πλευράς…

Μεταξύ των δύο χωρών υπήρξε συμφωνία για την κατοχύρωση των όσων είχαν συμφωνηθεί στη σύνοδο του Βουκουρεστίου , όμως γενικά υπήρχε μια διαχέουσα ψυχρότητα, αφού ο Ρουμάνοι θεωρούσαν ως προσβολή στη χώρα τους την ελληνική στάση στο Αλβανικό ζήτημα, ένεκα του γεγονότος ότι ο πρώτος βασιλιάς της Αλβανίας ήταν Ρουμάνος.

 

Το καθεστώς της χερσονήσου του Άθω (Άγιον Όρος)

 

Η νικηφόρος έκβαση του πρώτου βαλκανικού πολέμου, έδωσε την δυνατότητα σε μοίρα του ελληνικού στόλου να αποβιβαστεί και να ελευθερώσει την χερσόνησο στις 2 Νοεμβρίου 1912.

Την εποχή εκείνη ως απόρροια της πανσλαβιστικής πολιτικής, οι Ρώσοι μοναχοί του Αγίου Όρους υπερτερούσαν των Ελλήνων, αφού σε απογραφή του 1903, εμφανίζονταν 3496 Ρώσοι μοναχοί, έναντι 3276 Ελλήνων, επί συνόλω 7422 μοναχών.

(Νικηφόρου Μυλωνάκου “ Άγιον Όρος και Σλαύοι“ , Σελ. 105).

 

 

Το γεγονός αυτό έδινε στην ρωσική πολιτική το δικαίωμα επιβολής των δικών της θέσεων που ήταν η αυτονόμηση του Αγίου Όρους , υπό την προστασία όλων των κρατών που είχαν σε αυτό θρησκευτικά συμφέροντα. Η αυτόνομη αυτή Πολιτεία θα είχε Κυβέρνηση που θα αποτελείτο από τους αντιπροσώπους των μονών, ενώ για την επιτήρηση των ακτών και την ασφάλεια της περιοχής θα διατηρούσε αστυνομικό και λιμενικό σώμα.                                                                      Ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα παρέμενε η ύπατη πνευματική αρχή.

Η ρωσική θέση περί ουδετεροποίησης και αυτονόμησης της χερσονήσου θα τεθεί επίσημα κατά την διάσκεψη του Λονδίνου τον Δεκέμβριο του 1912 .Η τελική αποτυχία όμως της διάσκεψης θα έχει ως αποτέλεσμα την μετάθεση του προβλήματος, για την επόμενη συνδιάσκεψη τον Μάιο του 1913, όπου και πάλι όμως δεν θα παρθεί απόφαση, αφού ήδη είχαν υπάρξει αντιδράσεις , τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και από την ιερά κοινότητα του Αγίου Όρους.

Τελικά κατόπιν επίμονων ρωσικών προσπαθειών, θα υπογραφεί τον Αύγουστο του 1913, απόφαση αναφερόμενη στο άρθρο 5, της συνθήκης του Βουκουρεστίου, βάση της οποίας το Άγιο Όρος κηρυσσόταν ανεξάρτητη και ουδέτερη Πολιτεία, διοικούμενη παρά της κοινότητας.

Για τους βαθύτερους στόχους της ρωσικής πολιτικής , αποκαλυπτικό είναι το άρθρο της εφημερίδας “ Ρούσκαγια Σνάμια“ (Ρωσική σημαία), όπου στις 12 Οκτωβρίου 1913 ανέφερε:

“ Η Ρωσία υπελόγιζεν να αποκτήσει ίδιον λιμένα εις Καβάλαν παραχωρημένην εις Βουλγαρίαν. Μετά την υπό των Ελλήνων κατάκτησιν αυτής, η Ρωσία είδε εαυτήν και πάλιν εν τη ανάγκη να σκεφθή περί βάσεων εν Μεσογείω, τοιαύτη δε δεν υπολείπεται άλλη πλην του όρμου Καρυών (Δάφνης) εις τους πρόποδας του Αγίου Όρους. Προς κατάληψιν αυτής εχρειάζετο αφορμή, τοιαύτη δε εδημιουργήθη δια της αιτήσεως ενός Μοναστηρίου του Άθω (Αγ. Παντελεήμονος) , ζητήσαντος την προστασία της Ρωσίας “.

(Νικηφόρου Μυλωνάκου “ Άγιον Όρος και Σλαύοι“, Σελ. 115).

Ήδη όμως είχε υπάρξει η έντονη αντίδραση της ιεράς κοινότητας όπου σε επιστολή της και αφού εκθέτει της διατάξεις της Εκκλησίας και τους δικαιολογητικούς λόγους που απέκρουαν κάθε σκέψη συγκυριαρχίας τόνιζε:

“ Η χερσόνησος του Όρους Άθω , ήτις αποκλειστικώς ανήκει εις τας είκοσι ημών Μονάς και μόνας, αποτελεί μέρος αναπόσπαστον της όλης χώρας, ην η Ελλάς δια του γενναίου αυτής στρατού, κατέκτησεν από της 2ας Νοεμβρίου1912, και επομένως δικαίω πολέμου, εξ ου πάσαι αι μεγάλαι δυνάμεις εδήλωσαν ότι ουδέν ίδιον όφελος θα καρπωθώσιν, ανήκει εις την Ελλάδα. Η πρότασις της συγκυριαρχίας κατά τας διατάξεις του διεθνούς δικαίου εστί παράνομος και συνεπώς απαράδεκτος, ως παραβιάζουσα την κυριαρχίαν της Ελλάδος και προσβάλλουσα την ανεξαρτησίαν αυτής και την αξιοπρέπειαν“.

(Νικηφόρου Μυλωνάκου “ Άγιον Όρος και Σλαύοι“, Σελ. 111).

Οι αντιδράσεις της ίδιας της κοινότητας του Αγίου Όρους αλλά και η αποδοχή των υπολοίπων βαλκανικών κρατών της προσάρτησης της χερσονήσου του Άθω από την Ελλάδα, οδήγησαν σε μερική μεταβολή την ρωσική πολιτική που από το Φθινόπωρο του 1913, άρχισε να κάνει λόγο για απευθείας συνομιλίες με την Ελλάδα, προκειμένου να επιβάλλει την συγκυριαρχία.

Η Ελλάδα διαπιστώνοντας την όλο και μεγαλύτερη χειροτέρευση των σχέσεων με την Τουρκία δεν επιθυμούσε να έχει εναντίον της μια ισχυρή δύναμη , ακολουθώντας μία αναβλητική μεν αλλά υποχωρητική πολιτική.                                                                                                                Έτσι αποδέχτηκε την διεξαγωγή διμερών διαπραγματεύσεων, αλλά στην Κωνσταντινούπολη και με την παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη. Τελικά και ενώ δεν είχαν καθορισθεί όλες οι λεπτομέρειες , θα ξεσπάσει ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος και όταν αυτός θα τελειώσει το 1918, στη Ρωσία είχε επιβληθεί κομμουνιστικό καθεστώς που δεν ενδιαφερόταν για το θέμα …

Οι συγκυρίες έδωσαν την δυνατότητα στην Ελλάδα να καθορίσει οριστικά τα του καθεστώτος της χερσονήσου του Άθω, με την συνθήκη της Λωζάννης το 1923.

Βάση αυτής στο άρθρο 16, αναγνωριζόταν η ελληνικότητα της χερσονήσου του Άθω , αφού βρισκόταν δυτικά της οριοθετικής γραμμής των ελληνοτουρκικών συνόρων.

Λίγο αργότερα τον Μάιο του 1924, πενταμελής επιτροπή αγιορειτών μοναχών θα συντάξει και τον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους, βάζοντας τέλος στις όποιες εκκρεμότητες από διεθνούς πλευράς.

 

 

 

 

 

Η ενσωμάτωση των νησιών του Αιγαίου Πελάγους

 

Ο ελληνικός στρατός αποχωρούσε από την Βόρειο Ήπειρο, όμως παρά τις διαβεβαιώσεις των μεγάλων δυνάμεων, η Τουρκία συνέχισε να μην αποδέχεται την παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα, επιμένοντας να της επιστραφούν ειδικά η Χίος και η Μυτιλήνη.

Μάλιστα οι Τούρκοι είχαν κάνει παραγγελίες για αγορά νέων σύγχρονων θωρηκτών, έχοντας ήδη κλείσει το θηριώδες “Rio De Janeiro“ η αγορά του οποίου ανέτρεπε τις ισορροπίες, ενώ εγκρινόταν και το δάνειο που είχε ζητήσει από την Γαλλία …

Το διαφαινόμενο διπλωματικό αδιέξοδο και η επικείμενη απόκτηση ναυτικής υπεροχής της Τουρκίας , οδήγησε στην απόφαση για άμεση αγορά δύο θωρηκτών (“Κιλκίς“ και “Λήμνος“) που εντάχτηκαν αμέσως στο ελληνικό Ναυτικό.

Πλέον η Τουρκία που από τον Νοέμβριο είχε αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις με τις βαλκανικές χώρες (επίσημα και με την Ελλάδα), προχωρούσε σε άμεση βελτίωση των σχέσεων της με την Βουλγαρία, γεγονός που προκαλούσε έντονο προβληματισμό στην ελληνική πλευρά.

Όμως το μεγάλο αγκάθι την Άνοιξη του 1914 εξακολουθεί να είναι η άρνηση της Τουρκίας να δεχτεί την ελληνικότητα του Αιγαίου. Ο μέγας Βεζύρης  Σαίτ Χαλήμ δήλωνε :

“ Η Τουρκία θα φθάση εις τα έσχατα, ακόμη και μέχρι συρράξεως δια να ανακτήση την Χίον και Μυτιλήνην “.  (Γιώργου Βεντήρη “ Η Ελλάδα του 1910-20 “ Τόμος Α’ Σελ.186).

 

 

 

 

Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να πείσει τις ξένες δυνάμεις να στείλουν πολεμικά πλοία στο Αιγαίο που θα ανάγκαζαν την Τουρκία να δεχτεί τα συμφωνηθέντα, όμως προσέκρουε πρωτίστως στην γερμανική άρνηση γεγονός που καθιστούσε πλέον αναγκαία τη διπλωματική προσέγγιση των δύο χωρών.

Οι συνομιλίες διεξήχθησαν την Άνοιξη του 1914 και σε αυτές η Τουρκία έθεσε και ζήτημα ανταλλαγής πληθυσμών των Ελλήνων της Θράκης με τους Τούρκους της Μακεδονίας …

Η Τουρκία είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή σχέδιο εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού (αρχικά στις εναπομείναντες περιοχές της Ευρώπης και στα παράλια της Μικράς Ασίας) γεγονός που ανησυχούσε έντονα την ελληνική πλευρά.

Έτσι όταν η Τουρκία πρότεινε την ανταλλαγή του πληθυσμού των δύο περιοχών η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε ως έσχατη επιβεβλημένη λύση το γεγονός αυτό.

Όμως το ζήτημα δεν προχώρησε αφού οι δύο χώρες δεν μπορούσαν να βρούνε σημείο επαφής στο ζήτημα των Χίου και Μυτιλήνης.

Η Τουρκία επέμενε στην χειρότερη περίπτωση να υπάρχει καθεστώς αυτονομίας υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου γεγονός που οδήγησε σε ναυάγιο τις συνομιλίες, με την Ελλάδα να προχωρεί στην επίσημη προσάρτηση των νησιών.

Ο Βενιζέλος αφού θα απορρίψει διάφορες επιθετικές λύσεις (όπως την κατάληψη των Δαρδανελίων που πρότεινε ο Μεταξάς ή την βύθιση του Rio de ianeiro που πρότεινε ο Κουντουριώτης) αποφασίζει να κάνει ακόμη μια διπλωματική προσπάθεια τον Ιούλιο του 1914 που όμως δεν θα πραγματοποιηθεί αφού στο μεταξύ είχε ξεκινήσει ο πόλεμος…

Το γεγονός αυτό αποθρασύνει την Τουρκία που έχοντας ουσιαστικά συμφωνήσει με την Γερμανία αναφέρει πλέον ότι τα δύο νησιά θα έπρεπε να της επιστραφούν άμεσα.                          Ενώ οι όποιες συζητήσεις θα περιστρέφονταν γύρω από τους όρους διοικητικής αυτονομίας.

Παράλληλα Τουρκία και Βουλγαρία υπέγραφαν συμφωνία βάση της οποίας η Βουλγαρία θα άφηνε (αν χρειαζόταν) τον τουρκικό στρατό να διέλθει του εδάφους της προκειμένου να κτυπήσει από ξηράς την Ελλάδα, ενώ η Τουρκία προχωρούσε ήδη σε μερική επιστράτευση.

Ήταν πλέον φανερό ότι οι Τουρκία και Βουλγαρία βρήκαν στο πόλεμο που μόλις ξεκινούσε την ευκαιρία να λύσουν επ’ ωφελεία τους όλα τα εκκρεμή ζητήματα στα Βαλκάνια και το Αιγαίο…

Ήταν επίσης πασιφανές ότι πίσω από τις δύο χώρες βρίσκονταν οι Γερμανία και Αυστροουγγαρία που τις βοηθούσαν ποικιλοτρόπως.

Την ίδια στιγμή η Αντάντ δίσταζε να απαντήσει θετικά στην επίσημη πρόταση Βενιζέλου (που εκείνη τη στιγμή είχε αποσπάσει έστω και απρόθυμα την βασιλική συγκατάθεση) για ελληνική ένταξη στην συμμαχία αφού ακόμη η Τουρκία δεν είχε μπει επίσημα στον πόλεμο.

Η μυωπική πολιτική της Αντάντ θα αναγκάσει για μία ακόμη φορά (την τελευταία) την Ελλάδα να συζητήσει με την Τουρκία για το θέμα των νησιών.

Οι δύο αντιπροσωπείες συναντήθηκαν στα τέλη Αυγούστου του 1914 στο Βουκουρέστι.                Η ελληνική πλευρά πρότεινε την ετήσια καταβολή χρημάτων ως ένα είδος μακροχρόνιας εκμίσθωσης των νησιών όμως η Τουρκία περισσότερο αδιάλλακτη από κάθε άλλη φορά απαιτούσε να επιστραφούν τα νησιά σε αυτή άνευ ανταλλαγμάτων…

(Γιώργου Βεντήρη “ Η Ελλάδα του 1910-20 “ Τόμος Α’ Σελ.245).

Απόρροια της αδιαλλαξίας αυτής η οριστική λήξη κάθε διπλωματικής επαφής.

Η Τουρκία επιπλέον επιθυμούσε να επιτεθεί στην Ελλάδα, γεγονός που υποδαύλιζε και η Βουλγαρία , όμως η επιθυμία της δεν θα πραγματοποιηθεί.

Ήδη ο Βρετανός πρέσβης στην Τουρκία την προειδοποιούσε ότι αν επιτεθεί από ξηράς στην Ελλάδα θα αντιμετώπιζε και την ίδια την Βρετανική αυτοκρατορία.

Όμως και η Γερμανία συγκρατούσε την Τουρκία αφού αντιλαμβανόταν ότι μια επίθεση εναντίον της Ελλάδας θα την έφερνε αντιμέτωπη με τις Βρετανία,  Γαλλία ενώ η ίδια υποσχόμενη διάφορα στην Ελλάδα προσπαθούσε να την κρατήσει ουδέτερη.

Το ζήτημα των νησιών θα καθορισθεί τελικά με την συνθήκη της Λωζάννης το 1923 , ενώ στο υπουργικό συμβούλιο της 3ης Αυγούστου 1914, εκδηλώνονταν και οι πρώτες διαφωνίες για τον πολιτικό προσανατολισμό της χώρας ανάμεσα στο Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον υπουργό εξωτερικών Γεώργιο Στρέιτ .

Την ημέρα εκείνη ο πρεσβευτής της Ρωσίας στην Ελλάδα επισκέφθηκε τον υπουργό εξωτερικών ρωτώντας τον αν η Ελλάδα μπορεί να διαθέσει 200.000 στρατιώτες για την υποστήριξη των Σέρβων.  Η απάντηση του Υπουργού ήταν ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον εξαιτίας των επιθετικών βλέψεων της Βουλγαρίας .                                                                                             Ο Ρώσος πρέσβης τότε ανταπάντησε ότι η Ρωσία αναλαμβάνει να συγκρατήσει την Βουλγαρία.

Στην δική του ανταπάντηση ο Στρέιτ ανέφερε τις επιφυλάξεις του για το πόσο θα ήταν αυτό εφικτό, προχώρησε όμως και ένα βήμα παραπέρα αναφέροντας ότι ούτως ή άλλως η Ελλάδα δεν μπορεί να βοηθήσει την Σερβία αφού τηρεί γραμμή ουδετερότητας.

Η απάντηση αυτή θεωρήθηκε από τον Πρωθυπουργό Βενιζέλο υπέρβαση αρμοδιοτήτων αφού επίσημα η Ελλάδα βολιδοσκοπούσε την Αντάντ για το υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να γίνει δεκτή η ένταξη της χώρας στη συμμαχία.

Στη συνέχεια ο Πρωθυπουργός ζήτησε και παρέλαβε την παραίτηση του υπουργού εξωτερικών.  Η χώρα έμπαινε στην εποχή του διχασμού…

 

Βιβλιογραφία

 

  • Σαράντου Καργάκου “ Η Ελλάδα κατά τους Βαλκανικούς πολέμους “
  • Κρώφορδ Πράις “ Οι Βαλκανικοί πόλεμοι “ Εκδόσεις Εκάτη.
  • Σπύρου Μαρκεζίνη “Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας 1830-1920“ Εκδόσεις Πάπυρος.
  • Πολυχρόνη Ενεπεκίδη “ Η δόξα και ο διχασμός, τα απόκρυφα αρχεία της Αυστροουγγαρίας “ Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος.
  • Εντουάρ Ντριώ “ Η Ελλάδα από το κίνημα των Νεότουρκων, μέχρι την συνθήκη της Λωζάννης “ Εκδόσεις Πελασγός.
  • Γεωργίου Βεντήρη “ Η Ελλάδα του 1910-20 “ Εκδόσεις Πυρσός.
  • Εκδοτική Αθηνών “ Τόμος ΙΔ` 1881-1913“.
  • Κ. Θ. Ευσταθιάδου “ Το αλβανικόν και το βορειοηπειρωτικόν κατά την αρχικήν αυτών φάσιν “ Αθήνα 1950.
  • Νικηφόρου Μυλωνάκου “ Άγιον Όρος και Σλαύοι “ Αθήνα 1960.