Η Θεσσαλονίκη ελληνική!! Το χρονικό της απελευθέρωσης. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος.

0
289

Αν και η Θεσσαλονίκη βρισκόταν στο μυαλό όλων από την αρχή του βαλκανικού πολέμου, οι  ελπίδες για απελευθέρωση της νύμφης του Θερμαϊκού απέκτησαν ουσιαστική βάση μετά την νικηφόρα μάχη των Γιαννιτσών στις 20 Οκτωβρίου του 1912. Πλέον για πολλούς η πορεία προς Θεσσαλονίκη ήταν απλώς ένας περίπατος , όμως τα πράγματα δεν ήταν ακόμη τόσο απλά…         Ο ελληνικός στρατός εμφάνιζε σημεία κόπωσης και χρειαζότανε ανάπαυση συν τοις άλλοις και για να μπορέσουν οι Μεραρχίες να αναδιοργανωθούν, όμως οι πληροφορίες για τις κινήσεις του Τουρκικού αλλά και του Βουλγαρικού στρατού ήταν ανησυχητικές , επιβάλλοντας αντί ανάπαυσης ταχύτερες ενέργειες. Πράγματι το τουρκικό επιτελείο, σε μια προσπάθεια  ανακοπής της ελληνικής προέλασης αποφάσισε να μεταφέρει δυνάμεις από το βουλγαρικό (και ειδικότερα την περιοχή Ρούπελ) στο ελληνικό μέτωπο.

ο γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις πληροφορίες για εσπευσμένες κινήσεις βουλγαρικού σώματος με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη, δημιουργούσαν εύλογες ανησυχίες στην ελληνική πλευρά. Την ίδια στιγμή το βαλτώδες έδαφος, οι ελλείψεις γεφυροσκευών και εφοδιοπομπών καθυστερούσαν την ελληνική προέλαση που τελικά κατάφερε να ολοκληρώσει την ζεύξη των ποταμών στις 24 Οκτωβρίου ετοιμαζόμενη πλέον για την γενική επίθεση.

Από την άλλη πλευρά ο τουρκικός στρατός(20-25.000 στρατιώτες) είχε επιλέξει ως τελική γραμμή άμυνας την περιοχή Λητής-Λαινά-Νικόπολης 10 χλμ. έξω από την πόλη έχοντας εξασφαλίσει το δεξιό της με την λίμνη Λαγκαδά και το αριστερό της με τα βαλτώδη εδάφη.
Το τουρκικό πλάνο δεν ήταν κακό , όμως εντός του στρατεύματος παρουσιάζονταν διαλυτικές τάσεις και λιποταξίες , ενώ μέσα στην πόλη τα πάντα είχαν ήδη αποδιοργανωθεί…              Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς , εντός της πόλεως Τούρκοι στρατιώτες πειναλέοι και εξαντλημένοι γύριζαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης πουλώντας τα όπλα τους και τα φυσέκια τους για ένα κομμάτι ψωμί…

Το  ελληνικό αρχηγείο που είχε εγκατασταθεί από τις 25 Οκτωβρίου στην περιοχή Γέφυρα , έδινε εντολές στην 1η, 3η και 4η μεραρχία να επιτεθούν κατά μέτωπο , στην 7η να επιτεθεί στην αριστερή πτέρυγα του τουρκικού στρατού στον Γαλλικό ποταμό και στις 2η και 6η μεραρχία να  επιχειρήσουν κυκλωτικές κινήσεις βόρεια του τουρκικού στρατού από την περιοχή του Μελισσοχωρίου. Παράλληλα ίλη ιππικού έπαιρνε την εντολή να κινηθεί από βόρεια προς Χαλκιδική και Σέρρες αποκόπτοντας την δυνατότητα υποχώρησης του τουρκικού στρατού.

Για να αποδυναμωθεί περαιτέρω η δύναμη των Τούρκων επιχειρήθηκε και ψευδοαπόβαση στην περιοχή της Επανομής ώστε να μετακινηθούν τουρκικές δυνάμεις προς τα εκεί. Ο αποκλεισμός της πόλης ήταν πλέον απόλυτος , γεγονός που οδήγησε τον Χασάν Ταξίν Πασά στην απόφαση να παραδώσει την πόλη, προσπαθώντας απλώς να πετύχει τους καλύτερους δυνατούς όρους. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ίδιος στα απομνημονεύματα του:    Αφού αντιλήφθηκα με βαθύτατη ψυχική οδύνη ότι ήταν αδύνατο να συνεχισθεί ο αγώνας και ότι κάθε περαιτέρω προσπάθεια ήταν μάταιη, πήρα την τραγική αλλά αναπόφευκτη πλέον απόφαση να διαπραγματευθώ με τον αντίπαλο“.

Έτσι το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου τουρκική αντιπροσωπεία συνοδευόμενη από τους ξένους πρόξενους παρέδωσε επιστολή του Χασάν Ταξίν Πασά στον  Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο στην οποία εμφανιζόταν πρόθυμος να παραδώσει από την επομένη την πόλη, υπό τον όρο ότι ο περιορισθείς στο Καραμπουρνού στρατός θα διατηρούσε τον οπλισμό του …  Η ελληνική πλευρά απέρριψε την πρόταση αναφέροντας ότι μόνο η άνευ όρων παράδοση μπορεί να γίνει αποδεκτή, δίνοντας παράλληλα περιθώριο 12 ωρών στην τουρκική πλευρά…
Το επόμενο πρωί στις 06π.μ. της 26ης Οκτωβρίου η τουρκική αντιπροσωπεία επανήλθε δηλώνοντας ότι αποδέχεται τους ελληνικούς όρους με το δικαίωμα όμως να κρατήσει ο τουρκικός στρατός 5.000 όπλα, αίτημα που επίσης απορρίφθηκε, όπως και το αίτημα των ξένων πρόξενων για αναβολή της επίθεσης.. .
Η ελληνική γενική επίθεση ξεκινούσε, με τους διοικητές να αναφέρουν ότι από την διάταξη και τις κινήσεις του τουρκικού στρατού δεν ανέμεναν σφοδρή αντίσταση.
Στις 15μμ της 26ης Οκτωβρίου και ενώ η ελληνική προώθηση συνεχιζόταν , υπήρξε ενημέρωση ότι στις 11πμ είχε υπάρξει συνάντηση της ελληνικής Ταξιαρχίας ιππικού με βουλγαρικό τμήμα  ιππικού 32χλμ έξω από την πόλη το οποίο ήταν προπομπός ταξιαρχίας που βρισκόταν άλλα 12-15 χλμ πίσω και με την σειρά της ήταν προπομπός μεραρχίας που ακολουθούσε.
Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος έστειλε αμέσως επιστολή με την οποία ενημέρωνε τον βούλγαρο Μέραρχο Πετρώφ, ότι η παράδοση της πόλης είναι ζήτημα ωρών , συνιστώντας του να μετακινηθεί αλλού όπου οι στρατηγικές ανάγκες θα ήταν σημαντικότερες.
Όμως σχεδόν ταυτόχρονα 15.15μμ η τουρκική πλευρά αποδεχόταν την άνευ όρων παράδοση και την άμεση έναρξη συζητήσεων που θα καθόριζαν και το τελικό κείμενο.
Στις 19μμ στάλθηκε νέα επιστολή στον βούλγαρο μέραρχο που τον ενημέρωνε για την οριστική παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό, ενώ τμήματα της 7ης μεραρχίας καταλάμβαναν τα δυτικά περίχωρα της Πόλης και ορισμένα ζωτικά σημεία γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Το επιτελείο δεν αποφάσισε την άμεση είσοδο του συνόλου του ελληνικού στρατού, ώστε να δοθεί ένα μικρό περιθώριο στις τουρκικές δυνάμεις να αποσυρθούν, αλλά και για να αποκλεισθεί κάθε πιθανότητα επιπλοκών. Το τελικό κείμενο παράδοσης προέβλεπε την άνευ όρων παράδοση του τουρκικού στρατού και του οπλισμού του. Οι αξιωματικοί θα μπορούσαν να κρατήσουν τα ξίφη τους ενώ θα διατηρείτο και η Οθωμανική αστυνομία που θα συνέχιζε μέχρι νεωτέρας το έργο της.

Η κατάληψη του συνόλου της  πόλης ολοκληρώθηκε τα ξημερώματα της 27ης Οκτωβρίου και αφού είχε υπογραφεί το τελικό κείμενο.
Την ίδια στιγμή βόρεια της πόλης,  ο διοικητής της 2ης Μεραρχίας Καλλάρης παρατηρούσε φάλαγγα που κατευθυνόταν προς Θεσσαλονίκη…
Η φάλαγγα ήταν βουλγαρικός στρατός που όχι μόνο αγνόησε την επιστολή που αμέσως απέστειλε ο Έλληνας διοικητής προς τον Βούλγαρο ομόλογο του και με την οποία τον ενημέρωνε για τα καθέκαστα, αλλά ξεκίνησε και πυρ εναντίον του υποχωρούντος και άοπλου τουρκικού στρατού προσπαθώντας να εμφανίσει το περιστατικό αυτό ως κανονική μάχη που θα της έδινε το δικαίωμα να εμφανισθεί ως συνιδιοκτήτης της πόλης .
Οι ισχυρισμοί αυτοί πάντως θα διαψευσθούν τόσο από τουρκικής πλευράς , όσο και από τον Βρετανό ανταποκριτή των Times, Κρώφορδ Πράις που ανέφερε ότι υπήρχαν μόνο τρεις νεκροί τούρκοι στρατιώτες και τούτο συνεπεία εκρήξεως μιας βουλγαρικής οβίδας… Παράλληλα ο Στρατηγός Πετρώφ , προσέγγιζε τον Χασάν Ταξίν Πασά, ζητώντας του, να υπογράψει ανάλογο πρωτόκολλο παράδοσης και με την βουλγαρική πλευρά. Στην απαίτηση αυτή ο Χασάν Ταξίν Πασάς απάντησε ότι παραδοθείς εις τον ελληνικό στρατό δεν ηδύνατο να πράξει το αυτό απέναντι και δεύτερου αντιπάλου…  Επειδή οι Βούλγαροι εμφανίζονταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν την πορεία τους στάλθηκε προς ενίσχυση της 2ης και η 7η Μεραρχία, γεγονός που τους ανάγκασε να σταματήσουν επιδιώκοντας πλέον να βάλουν στρατό στην πόλη με το επιχείρημα ότι οι δύο Πρίγκιπες που συνόδευαν το στράτευμα είχαν ανάγκη ξεκούρασης.
Η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε να απορρίψει το αίτημα μιας “συμμάχου χώρας“ , όμως οι Βούλγαροι αθέτησαν την υπόσχεση τους βάζοντας στην πόλη μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος στρατό με αντικειμενικό σκοπό να εμφανιστούν ως συγκυβερνήτες…  Γρήγορα θα γινόταν αντιληπτό ότι θα χρειαζόταν μεγάλη διπλωματική (τουλάχιστον) προσπάθεια προκειμένου η Πόλη να παραμείνει σε ελληνικά χέρια…