Η ήττα του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ’ Διογένη στο Μάντζικερτ 26/08/1071. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος

0
503

Λίγες φορές στην ιστορία της λεγόμενης βυζαντινής αυτοκρατορίας μια στρατιωτική αναμέτρηση κρινόταν τόσο επιβεβλημένη και λίγες φορές τα επακόλουθα μιας ήττας απέβησαν τόσο καθοριστικά για την εδαφική ακεραιότητα και την ισχύ του κράτους.

Οι Σελτζούκοι τουρκικό φύλο που από την δεκαετία του 1040 εξουσίαζε περιοχές του σημερινού Ιράν , αντιλαμβανόμενοι την στρατιωτική ανεπάρκεια, ξεκινούν επιδρομές που θα γενικευτούν την δεκαετία του 1060 αποδιοργανώνοντας την κοινωνική ζωή και θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ρωμαϊκή  κυριαρχία σε μεγάλο μέρος της μικρασιατικής ενδοχώρας.

(Jean Paul Roux , Η ιστορία των Τούρκων  Σελ. 154).

Την ίδια εποχή τη χώρα μάστιζε μια καταστροφική διαμάχη ανάμεσα σε γαιοκτήμονες και κρατικούς αξιωματούχους, άμεση συνέπεια της οποίας ήταν η οικονομική και στρατιωτική αποδυνάμωση του κράτους.

Η κατάσταση χειροτέρευσε την περίοδο  του Κωνσταντίνου Δούκα (1059-1067) όταν μειώθηκαν οι στρατιωτικές δαπάνες με αποτέλεσμα την πλήρη αποδιοργάνωση του στρατεύματος.

(Μιχαήλ Ατταλειάτης , Ιστορία, Σελ. 175 & 179).

Την άνοιξη του 1067 ο Δούκας συναισθανόμενος το φυσικό του τέλος , κάλεσε την γυναίκα του Ευδοκία ανακοινώνοντας της την απόφαση του να της παραδώσει τα σκήπτρα της Βασιλείας, υπό τον όρο όμως να μην παντρευτεί ξανά…

Η Ευδοκία αποδέχτηκε τον όρο , όμως η πίεση από τις επιδρομές των Σελτζούκων ήταν μεγάλη και το κοινό συμφέρον απαιτούσε την παρουσία ικανού Αυτοκράτορα. Έτσι με την συναίνεση του Πατριάρχη και μέρους της Συγκλήτου η Ευδοκία αποφάσισε να προτείνει για Αυτοκράτορα τον Ρωμανό Διογένη , ανώτερο αξιωματούχο του στρατού με τον τίτλο του Βεστάρχη από την Καππαδοκία που μάλιστα τότε βρισκόταν ως κατηγορούμενος στην Πρωτεύουσα για την συμμετοχή του σε κίνημα.

Η συγκεκριμένη επιλογή προκάλεσε τις αντιδράσεις μεγάλου μέρους της πολιτικής αριστοκρατίας, όμως η Ευδοκία ήταν αποφασισμένη και η στέψη του νέου αυτοκράτορα πραγματοποιήθηκε την πρωτοχρονιά του 1068.

 

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΑΝΑΧΑΙΤΙΣΗ ΤΩΝ ΣΕΛΤΖΟΥΚΩΝ

 

Το κράτος απειλούσαν σοβαροί και άμεσοι κίνδυνοι. Έτσι ο νέος αυτοκράτορας παρά την κακή κατάσταση του στρατεύματος αποφασίζει να εκστρατεύσει αμέσως εναντίον των Σελτζούκων και του Αλπ Αρσλάν (1063-1072).

Ο Ψελλός στηλιτεύει αυτήν την απόφαση, γράφοντας ότι θα έπρεπε πρώτα να αναδιοργανωθεί το στράτευμα αλλά και να ενισχυθεί με νέα τμήματα μισθοφόρων.

(Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία Τόμος Β’, Σελ. 395).

Θεωρητικά έχει δίκιο , όμως ώσπου να γίνουν όσα υποδείκνυε θα περνούσε καιρός, την στιγμή που οι επιδρομές των Σελτζούκων απειλούσαν άμεσα το σύνολο σχεδόν της μικρασιατικής γης.

Οπότε κρινόταν ως επιβεβλημένη η αναμέτρηση έστω και με στρατό που είχε ελλείψεις.           Πρώτη μέριμνα του αυτοκράτορα ήταν η συγκέντρωση των θεματικών στρατευμάτων, όμως το θέαμα που αντικρίζει είναι οικτρό.

Πολλοί στρατιώτες δεν θα προσέλθουν , ενώ από όσους παρουσιάστηκαν οι περισσότεροι ήταν αγύμναστοι , χωρίς όπλα και ηθικό.

Ο Ρωμανός Διογένης με πολλή δουλειά πετυχαίνει μέσα σε δύο μήνες να διορθώσει αρκετά πράγματα φτιάχνοντας ένα σχετικά αξιόμαχο στρατό.

Την ίδια στιγμή ο Αλπ Αρσλάν διασπά το ιππικό του σε μικρότερα μέρη τα οποία διοχετεύει προς διαφορετικές κατευθύνσεις , καθιστώντας έτσι δυσκολότερη την αντιμετώπιση τους.

Ο Διογένης πράγματι αντί να κυνηγήσει τις ομάδες αυτές , αποφασίζει να μπει σε εχθρικό έδαφος με κατεύθυνση το Χαλέπι , έχοντας σκοπό να καταλάβει τη πόλη αλλά και να διαλύσει  τις βάσεις εξόρμησης του μουσουλμανικού ιππικού.

Έτσι αφού αφήνει πίσω σώμα στρατού για να ελέγξει τις εχθρικές επιδρομές , εξορμά με το υπόλοιπο στράτευμα στα εχθρικά εδάφη. Το φθινόπωρο ο αγώνας λήγει με ισοπαλία…

Ο Διογένης θα καταλάβει την Ιεράπολη αλλά όχι και το Χαλέπι ,θα περιορίσει κάπως τον κυρίως στρατό του Αλπ Αρσλάν στην Ιβηρία , ενώ θα ελαφρώσει την πίεση που δεχόντουσαν η Αντιόχεια και το Μαντζικέρτ που παρέμεναν στην αυτοκρατορία.

Από την άλλη πλευρά όμως ο στρατός που είχε αφήσει πίσω θα εμφανιστεί χωρίς ηθικό με αποτέλεσμα να κλειστεί στα τείχη της Μελιτηνής , αφήνοντας τις  Σελτζουκικές ομάδες να λεηλατούν πόλεις όπως η Νεοκαισάρεια και το Αμόριο.

Παράλληλα  η εκστρατεία θα αναδείξει και την χαλαρή υποταγή των μισθοφορικών τμημάτων αλλά και των Αρμένιων που μάλιστα στασίασαν κάποια στιγμή , γεγονός αρνητικό για τη συνοχή και την ισχύ του στρατεύματος.

Εκμεταλλευόμενος τα προβλήματα αυτά ο Ψελλός θα ειρωνευτεί τα αποτελέσματα της εκστρατείας γράφοντας:

“ Εξήλθε λοιπόν κατά των βαρβάρων με όλο το στρατό , χωρίς να ξέρει που πηγαίνει , χωρίς να γνωρίζει τι ήθελε να επιτύχει. Περιπλανιόταν εδώ και εκεί , θέλοντας να ακολουθήσει τον ένα δρόμο αλλά βαδίζοντας κάποιον άλλο, διατρέχοντας τη Συρία και Περσία , κατορθώνοντας τούτο μόνο  να σέρνει το στρατό μας στα ενδότερα της χώρας , τραβώντας τον πάνω σε υψηλούς λόφους , και ύστερα πάλι να τον σπρώχνει προς τα πεδινά και να τον στριμώχνει μέσα σε στενά περάσματα , με αποτέλεσμα πολλά παιδιά μας να χάνονται από την στρατηγική του δεινότητα. Κάποια στιγμή  επέστρεψε επιτέλους τροπαιοφόρος κατά την φαντασία του, χωρίς ωστόσο να μας φέρει κανένα λάφυρο από τους Μήδους και τους Πέρσες , αυτοεπαιρόμενος μόνο για το ένα και μοναδικό του κατόρθωμα το ότι εξεστράτευσε κατά βαρβάρων “.

(Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία Τόμος Β’, Σελ. 396-7).

Την άνοιξη του 1069 ο αυτοκράτορας εκστρατεύει εκ νέου , έχοντας δύο βασικές επιδιώξεις, την απόκρουση των εισβολών και την ανακατάληψη της Αρμενίας. Η ιδέα δεν ήταν άσχημη , όμως ο στρατός που έμεινε πίσω ηττάται με αποτέλεσμα την λεηλασία του Ικονίου , γεγονός που αναγκάζει τον αυτοκράτορα να επιστρέψει εσπευσμένα πίσω.

(Μιχαήλ Ατταλειάτης , Ιστορία, Σελ. 242-243).

Έτσι  και αυτό το Φθινόπωρο υπήρχε ισόπαλο αποτέλεσμα αφού περιορίστηκαν αλλά δεν απετράπησαν οι εισβολές , ενώ δεν κατέστη δυνατό να δοθεί  ένα ισχυρό επιθετικό χτύπημα στον εχθρό, με αποτέλεσμα πάλι να λοιδορείται από τον Ψελλό.

“ Η δεύτερη εκστρατεία του δεν διέφερε σε τίποτε από την πρώτη , ούτε ως προς τα αποτελέσματα ούτε ως προς τη διεξαγωγή της. Μολονότι εφορμήσαμε κατά των εχθρών κατά δεκάδες χιλιάδων, κατορθώσαμε απλώς να συλλάβουμε δύο η τρεις αιχμαλώτους , δεν νικηθήκαμε βεβαίως , αλλά το μόνο που κερδίσαμε ήταν μια εξαιρετικά θορυβώδης αυτεπιδοκιμασία για τον πόλεμο μας κατά των βαρβάρων “.

(Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία Τόμος Β’, Σελ. 399-401).

Την επόμενη χρονιά ο Αυτοκράτορας αποφασίζει να παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη , αναθέτοντας την ηγεσία της στρατιάς στον Μανουήλ Κομνηνό (θα πεθάνει πρόωρα ένα χρόνο μετά) μεγαλύτερο αδερφό του μετέπειτα αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού.

Ήδη όμως στο μυαλό του Αλπ Αρσλάν κυοφορείται μια ιστορικής σημασίας αλλαγή.

Ύστερα από μια μεγαλεπήβολη τελετή που είχε γίνει το 1055 στην Βαγδάτη , ο αδύναμος στρατιωτικά αλλά πανίσχυρος θρησκευτικά Σουνίτης Χαλίφης απένειμε στον αρχηγό των Σελτζούκων τον τίτλο του Σουλτάνου αλλά και την υποχρέωση επαναφοράς όλων των περιοχών του Ισλάμ στην νομιμότητα που εξέφραζε ο ίδιος.

(Jean Paul Roux , Η ιστορία των Τούρκων  Σελ. 155).

Από τότε οι Σελτζούκοι εμφανιζόμενοι ως οι εκφραστές της πολιτικής του , προσπαθούσαν να επανεντάξουν το σύνολο του μουσουλμανικού κόσμου υπό την εξουσία του Χαλίφη , αλλά και υπό την δική τους ομπρέλα.

Όμως οι εισβολές σε Συρία , Παλαιστίνη και Αίγυπτο συναντούσαν ισχυρές αντιστάσεις ,ενώ ο Σελτζουκικός στρατός σύμφωνα με εκτιμήσεις δεν υπερέβαινε τους 70.000 άνδρες .

(Νίκος Τσαγκάς , Μαντζικέρτ,  Η αρχή του τέλους , Σελ.75).

 

 

Οι δυσκολίες αυτές στρέφουν τους Σελτζούκους προς τα μικρασιατικά εδάφη που σταδιακά αποκτούν για αυτούς όλο και μεγαλύτερη αξία.

Μάλιστα αποφασίζουν να μην αρκούνται πλέον σε επιδρομές αλλά να προσπαθήσουν να εντάξουν και περιοχές στην επικράτεια τους , αρχής γενομένης από την Αρμενία.

Ο Αλπ Αρσλάν προσπαθώντας να παρασύρει τον Μανουήλ στέλνει στρατό στην βόρεια πλευρά  ενώ ο ίδιος εισβάλλει προς το κέντρο της Μικράς Ασίας.

Ο Μανουήλ με παρότρυνση και του Διογένη  στέλνει μέρος του στρατού στην Ιεράπολη ώστε να ενισχυθεί η άμυνα της από τις Σελτζουκικές επιθέσεις.

Η Ιεράπολη κράτησε αλλά ο Μανουήλ με τον υπόλοιπο στρατό υπέστη δεινή ήττα έξω από την Σεβάστεια με τον ίδιο να συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και τον ηττημένο στρατό να κλείνεται έντρομος στα τείχη της πόλης .

Έτσι η Μικρά Ασία αφέθηκε στο έλεος των Σελτζούκων που οργίασαν φτάνοντας μέχρι το κεντρικό υψίπεδο και λεηλατώντας μεταξύ άλλων και τις Χώνες.

Ο ιστορικός Ζωναράς θα αφήσει υπόνοιες για εσκεμμένες ενέργειες  αποδυνάμωσης του Μανουήλ , αλλά μάλλον δεν έχει δίκιο.

(Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών , Τόμος Γ’ , Σελ. 208-209).

Μην ξεχνάμε ότι και ο Διογένης διασπούσε την στρατιά του , ενώ ούτε η Άννα Κομνηνή γράφει κάτι μεμπτό για εκείνον. Άλλωστε  και από πλευράς Μανουήλ δεν απεφεύχθησαν τα λάθη τακτικής. Για αυτό και ο ίδιος ο Ζωναράς γράφει τελικά ότι ο Αυτοκράτορας ήθελε να σπεύσει σε βοήθεια , όμως εισηγήσεις συμβούλων του τον έπεισαν για το αντίθετο.

(Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών , Τόμος Γ’ , Σελ. 210-211).

Έτσι η χρονιά αυτή κατέληξε σε ήττα των αυτοκρατορικών δυνάμεων .

Ο Ρωμανός Διογένης αποφασίζει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα την επόμενη χρονιά.

Όμως δεν φανταζόταν μέχρι που ήταν αποφασισμένοι να φτάσουν οι αντίπαλοι του για να τον διώξουν και τους οποίους δεν απομάκρυνε ούτε την χρονιά που έμεινε πίσω, δείχνοντας μια καταστρεπτική για τον ίδιο και το κράτος αναποφασιστικότητα.

 

 

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ

 

Την άνοιξη του 1071 ο Αλπ Αρσλάν ξεκινάει νέες συστηματικές επιθέσεις, πετυχαίνοντας παράλληλα να καταλάβει το Μαντζικέρτ και το Άρτζε τις δύο πόλεις της Αρμενίας που παρέμεναν έως τότε στην αυτοκρατορία.

Ο Διογένης επικεφαλής ενός ισχυρού αλλά ανομοιογενούς στρατού 40-60.000  ανδρών εμφανίζεται αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση.

Όμως  βρίσκεται και σε δίλημμα αφού από την μία ξέρει ότι αν αποτύχει  οι αντίπαλοι του θα εκτοξεύουν μύδρους εναντίον του , από την άλλη όμως έχει διαπιστώσει ότι ο αντίπαλος είναι αρκετά ισχυρός και δυσκολοκατάβλητος.

Έτσι αποφασίζει να στείλει πρεσβευτές για έναρξη διαπραγματεύσεων.

(Νίκος Τσαγκάς , Μαντζικέρτ,  Η αρχή του τέλους , Σελ.163).

Βασικός του στόχος ήταν η διατήρηση της Αρμενίας , αλλά και η στροφή του ενδιαφέροντος των αντιπάλων του ξανά προς την Αίγυπτο και τους Μαμελούκους.

Για αυτό πρότεινε στον Αλπ Αρσλάν ειρήνη με δέλεαρ την επιστροφή της Ιεράπολης , ενώ  η μη αποδοχή της πρότασης θα ισοδυναμούσε με πόλεμο.

(Μαντζικέρτ, Η αρχή του τέλους, Εκδόσεις Περισκόπιο, Σελ. 47).

Ο Αλπ Αρσλάν δεν λέει ούτε ναι ούτε όχι , απλώς κωλυσιεργεί , γιατί και ο ίδιος βρίσκεται σε δίλημμα , από τη μία βλέπει ότι οι αντίπαλοι του έχουν συγκεντρώσει μεγάλο στρατό , αλλά από την άλλη δεν πιστεύει ότι αυτή η στρατιά θα διεξάγει εύκολα επιθετικό πόλεμο σε ερειπωμένο και αφιλόξενο έδαφος , όπως είχαν καταντήσει οι ανατολικότερες της Καισάρειας περιοχές.

Κάτι που όντως ισχύει , αφού ο Διογένης μόνο μετά από τρεις μήνες και αφού δεν έχει πάρει απάντηση αποφασίζει τελικά να κατευθυνθεί προς την Αρμενία με βασικό στόχο την ανακατάληψη του Άρτζε και του Μαντζικέρτ.

Για το λόγο αυτό διασπά την στρατιά του σε τρία μέρη.

Το ένα τμήμα με 20.000 άντρες και υπό την αρχηγεία των Ταρχανειώτη και του Νορμανδού Roussel , αποσπάται με βασικό σκοπό  την κατάληψη του Χλιάτ.

Ένα δεύτερο τμήμα στάλθηκε για να ανακαταλάβει το Μαντζικέρτ , στόχος που θα επιτευχθεί, ενώ ο ίδιος με το υπόλοιπο τμήμα του στρατού έμεινε λίγο ποιο πίσω.

Ο Αλπ Αρσλάν που βρισκόταν στο Χαλέπι μόλις πληροφορείται το γεγονός , αποφασίζει να κινηθεί αστραπιαία προς την περιοχή του Μαντζικέρτ.

Άλλωστε γνωρίζει  ότι το στρατηγικό πλεονέκτημα θα το έχει όποιος καταλάβει τις γύρω ορεινές θέσεις , έτσι μέσα σε λίγες μέρες όχι μόνο θα εκπληρώσει το στόχο του , αλλά και θα προσεγγίσει τον αυτοκρατορικό στρατό χωρίς να γίνει αντιληπτός.

Ο Σελτζουκικός στρατός διασπάται και εκείνος και ένα τμήμα του επιτίθεται αμέσως στον αυτοκρατορικό στρατό που πολιορκούσε το Χλιάτ.

Σύμφωνα με ισλαμικές πηγές οι Σελτζούκοι αιφνιδίασαν τους αντιπάλους τους που νόμιζαν ότι θα έρχονταν αντιμέτωποι μόνο με τους υπερασπιστές της πόλης.

Έτσι αφού τους άφησαν να πλησιάσουν σε αυτή, άρχισαν την επίθεση  ώστε να τους εγκλωβίσουν μεταξύ δύο πλευρών.

Το αυτοκρατορικό τμήμα που αιφνιδιάστηκε αποφάσισε τότε να υποχωρήσει και να ενωθεί με το υπόλοιπο στράτευμα. Επειδή όμως τα περάσματα ήταν ήδη πιασμένα αποφάσισε τελικά να υποχωρήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση της Μελιτηνής.

(Μαντζικέρτ, Η αρχή του τέλους, Εκδόσεις Περισκόπιο, Σελ. 58).

Η εκδοχή αυτή είναι μεν αληθοφανής , όμως ο αυτοκρατορικός  στρατός ούτε λίγος ήταν, ούτε αποτελείτο από άπειρες δυνάμεις .

Παράλληλα δεν εξηγεί γιατί οι επικεφαλής του δεν έκαναν νέα προσπάθεια προσέγγισης με το υπόλοιπο στράτευμα ή έστω να το ειδοποιήσουν για την πορεία τους , αλλά έφυγαν αμέσως για τη Μελιτηνή.

Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα η  φυγή δεν οφειλόταν μόνο σε ηττοπάθεια και έλλειψη μαχητικότητας, αλλά και σε σκοτεινό παρασκήνιο …

Την ίδια στιγμή ο αυτοκράτορας αδρανεί περιμένοντας τα νέα από το Χλιάτ , γεγονός που επιτρέπει στους Σελτζούκους να προετοιμαστούν καλύτερα.

Στις 24 Αυγούστου τμήμα του αυτοκρατορικού στρατού που επιχειρούσε συλλογή εφοδίων δέχεται επίθεση από Σελτζουκική μονάδα ιππικού.

Ο Αυτοκράτορας αγνοώντας το γεγονός ότι όλος ο Σελτζουκικός στρατός είναι ήδη κοντά του διατάσει τον Νικηφόρο Βασιλάκιο να της επιτεθεί.

Εκείνος θεωρώντας ότι δέχεται επίθεση από μικρή εχθρική μονάδα, επιχειρεί ασυντόνιστη επίθεση καταδίωξης. Οι  Σελτζούκοι αφού τον αφήνουν να προχωρήσει επιχειρούν πετυχημένη αναστροφή που καταλήγει σε πλήρη επικράτηση , συλλαμβάνοντας μάλιστα και τον ίδιο …

Το γεγονός αυτό είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για τον Ρωμανό Διογένη που συν τοις άλλοις αντιλαμβάνεται ότι αντιμετωπίζει ολόκληρο το Σελτζουκικό στράτευμα .

Την επόμενη μέρα μέρος του αυτοκρατορικού στρατού θα επιτεθεί σε εχθρικό απόσπασμα προξενώντας του αρκετές απώλειες , όμως το απόγευμα της ίδιας ημέρας  Ούζοι  μισθοφόροι αυτομολούν στους ομοθρήσκους τους Σελτζούκους. Το γεγονός προκαλεί έντονη ανησυχία αφού στο στρατό υπηρετούν αρκετοί ακόμη μουσουλμάνοι μισθοφόροι.

Τελικά όμως θα γίνει δεκτή η υπόσχεση τιμής τους ότι θα παραμείνουν πιστοί και δεν θα εφαρμοσθεί το σχέδιο αποστράτευσης τους.

Τότε  καταφθάνουν απεσταλμένοι του Αλπ Αρσλάν προτείνοντας ανακωχή και την άμεση έναρξη συνομιλιών για την υπογραφή συμφωνίας.

Ο Αλπ Αρσλάν εισηγείται να κρατήσουν οι Σελτζούκοι την Αρμενία , υποσχόμενος όμως  τερματισμό των επιθέσεων.

Οι συζητήσεις στην αυτοκρατορική πλευρά φέρνουν δύο διαφορετικές εκτιμήσεις , αρκετοί

κρίνουν ότι έπρεπε να απαντήσουν θετικά, οι περισσότεροι όμως εισηγούνται επίθεση  θεωρώντας ότι ο Αλπ Αρσλάν είχε στριμωχτεί και ότι αυτή η ευκαιρία δεν έπρεπε να χαθεί.

Ο Αυτοκράτορας συμφώνησε με την αληθοφανή δεύτερη εισήγηση της επίθεσης , άλλωστε ήξερε ότι αν έκανε πίσω θα δημιουργούσε κλίμα ηττοπάθειας αφού θα τον κατηγορούσαν ότι δέχεται την παραχώρηση της Αρμενίας ,ενώ  ποιος εγγυόταν ότι θα τηρούνταν οι συμφωνίες ;

Ο Διογένης  δεν έδωσε σημασία στο ότι ο χώρος γύρω από το Μαντζικέρτ ήταν ανοικτός άρα βόλευε τους ποιο ευέλικτους Σελτζούκους που συν τοις άλλοις είχαν πιάσει και τα γύρω βουνά.

Αλλά κυρίως δεν ζύγισε καλά την διάθεση και το ηθικό του δικού του στρατού που αποτελείτο από πολλές αλλοεθνείς ομάδες αλλά και αρκετούς από τους αντιπάλους του.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ

 

 

Ο Ρωμανός Διογένης σε μια προσπάθεια ψυχολογικής διερεύνησης του αντιπάλου ζήτησε ως προκαταρκτική συμφωνία για την έναρξη διαπραγματεύσεων να φύγει ο Αλπ Αρσλάν από το σημείο που βρισκόταν ώστε να στήσει εκεί την δική του σκηνή.

Ο Αλπ Αρσλάν χωρίς να αρνηθεί συσκεπτόταν με τους επιτελείς του, όταν πληροφορείται ότι δέχεται επίθεση , που οφειλόταν στις εισηγήσεις συμβούλων του αυτοκράτορα που τον έπεισαν τελικά ότι οι Σελτζούκοι απλώς κωλυσιεργούνε μέχρι να μαζέψουνε και άλλες δυνάμεις .

(Μιχαήλ Ατταλειάτης , Ιστορία, Σελ. 286-287).

Ο αυτοκρατορικός στρατός αποτελείτο από περίπου 35.000 στρατιώτες με ένα τμήμα να είναι πίσω σε εφεδρεία υπό τον αντίπαλο του Διογένη, Ανδρόνικο Δούκα  με εντολή να μην αφήνει μεγάλη απόσταση από τον υπόλοιπο στρατό ώστε να μην παρεισφρήσουν οι εχθροί .

Ο αυτοκράτορας είχε τεθεί επικεφαλής του κέντρου που αποτελείτο από τους δικούς του  Καππαδόκες , την αυτοκρατορική φρουρά  και το κατάφρακτο ιππικό.

Το αριστερό μέρος που αποτελείτο πρώτιστα από τα βαλκανικά τμήματα το ανέθεσε  στον Νικηφόρο Βρυέννιο, ενώ το δεξιό που αποτελείτο από τα Μικρασιατικά θέματα και  τους Αρμένιους το ανέθεσε  στον Θεόδωρο Αλυάτη, με το ελαφρύ ιππικό (μισθοφόροι κυρίως ) να καλύπτει τα πλευρά της στρατιάς.

Το αντίστοιχο σχέδιο του Αλπ Αρσλάν προέβλεπε ότι ο έμπιστος του Ταράγκ με 23.000 ιππείς θα εξαπέλυε πλευρικές επιθέσεις , προσπαθώντας να αποφύγει μάχη σώμα με σώμα, ενώ ο ίδιος με 7.000 άντρες θα παρακολουθούσε από ψηλά την εξέλιξη πράττοντας ανάλογα .

Η επίθεση της αυτοκρατορικής στρατιάς είναι ορμητική αλλά και οι αντίπαλοι του με επιδέξιο τρόπο απέφευγαν την κύκλωση τους, ενώ με τους ικανούς τους τοξότες δημιουργούσαν αρκετά προβλήματα ιδιαίτερα στα πλαϊνά τμήματα.

Όμως η αυτοκρατορική πίεση τους ανάγκασε τελικά να υποχωρήσουν στα γύρω βουνά , ενώ σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Ματθαίο τον Σύρο υπήρχαν στις τάξεις τους και μερικές διαρροές.  (Νίκος Τσαγκάς , Μαντζικέρτ,  Η αρχή του τέλους , Σελ.191).

Γύρω στις επτά το απόγευμα ο Διογένης αποφασίζει να επιστρέψει , άλλωστε σε λίγο θα νύχτωνε και δεν θα ήθελε να τον βρει το σκοτάδι έξω από το στρατόπεδο το οποίο είχε αφήσει αφύλακτο και από το οποίο είχε απομακρυνθεί αρκετά .

Η μάχη για αυτόν είχε τελειώσει , παρότι δεν είχε πετύχει το αποφασιστικό χτύπημα, θεωρούσε ότι είχε κερδίσει στα σημεία, γεγονός που τον ενίσχυε διπλωματικά.

Αλλά ενώ υποθέτουμε ότι τέτοιες θα ήταν οι σκέψεις στο μυαλό του, με την επιστροφή του στρατού γύρισαν πίσω και τα αυτοκρατορικά λάβαρα που χρησίμευαν σαν ειδοποιητήριο.

Ο στρατός που ήταν κοντά ενήργησε οργανωμένα, όμως τα άλλα τμήματα δεν ήξεραν αν η επιστροφή ήταν τακτικός ελιγμός ή οπισθοχώρηση, γεγονός που οι αντίπαλοι του αυτοκράτορα αξιοποίησαν στο έπακρο.

Σύμφωνα με τον Ακροπολίτη εκείνος που πρώτος ξεκίνησε την διασπορά ειδήσεων πανικού, προτρέποντας παράλληλα σε άτακτη φυγή , ήταν ο επικεφαλής της οπισθοφυλακής Ανδρόνικος Δούκας υιός του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα που είχε εξορισθεί.

Γρήγορα η δική του φυγή συμπαρέσυρε το σύνολο της οπισθοφυλακής με αποτέλεσμα να υποχωρούν όλοι σε συνθήκες χάους.

Ο Αυτοκράτορας διέταξε να σταματήσει η επιστροφή του στρατού, όμως σύμφωνα με τον παρόντα Ατταλειάτη (Ιστορία, Σελ.288-289) η κατάσταση δεν ήταν πλέον αναστρέψιμη …

Τα όσα περιγράφει ο Ατταλειάτης, αποδέχεται και ο Κωνσταντίνος Μανασσής που αναφέρει : “Αλλά όμως η τριβάρβαρος εκείνη βασκανία και η βδελυγμία της κακίας και το σύννεφο του φθόνου αμαύρωσαν μια τέτοια λαμπροστόλιστη ημέρα, όλοι έφυγαν μακριά αφού εγκατέλειψαν τον Βασιλέα “.  (Κωνσταντίνου Μανασσή “ Σύνοψις χρονική “ Σελ. 569).

Ο Αλπ Αρσλάν δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη αποφασίζοντας γενική επίθεση με κύριο σκοπό την αποκοπή του κέντρου από τα πλαϊνά τμήματα και την εξολόθρευση αυτών.

Ο αυτοκρατορικός στρατός εξακολουθούσε να είναι πολύς , όμως τώρα αναδύονταν σε όλο τους το μεγαλείο τα πολυποίκιλα προβλήματα που τον ταλαιπωρούσαν όλο αυτό το διάστημα.

Η ελλιπής εκπαίδευση , το χαμηλό ηθικό , η μεγάλη ανομοιογένεια , η υιοθέτηση σκληρής θρησκευτικής πολιτικής και φυσικά η διχόνοια είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση των διαλυτικών τάσεων στο στράτευμα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες πολλών.

Έτσι μετά την αποσύνθεση της οπισθοφυλακής οι επόμενοι που προτίμησαν την άναρχη φυγή ήταν οι  “ αιρετικοί “ Αρμένιοι, γεγονός που επέφερε την διάλυση και της δεξιάς πλευράς .

Σύμφωνα μάλιστα με τον Νικηφόρο Βρυέννιο το δεξιό τμήμα ήταν αυτό που πρώτο ετράπη σε φυγή ακολουθούμενο αμέσως από την οπισθοφυλακή…

(Νικηφόρος Βρυέννιος “ Ύλη Ιστορίας “, Σελ. 91).

Αμέσως μετά οι Σελτζούκοι έριξαν το βάρος τους στην αριστερή πλευρά που την αποτελούσαν κυρίως τα βαλκανικά στρατεύματα.

Τα σώματα αυτά είχαν την θέληση να αντισταθούν όμως η σφοδρή επίθεση με τόξα του Σελτζουκικού ιππικού επέφερε τελικά και την δική τους εξάρθρωση …

Με την διάλυση των δύο άκρων το Σελτζουκικό ιππικό έπεσε πάνω στο κέντρο που εξακολουθούσε να μάχεται συντεταγμένα, όμως η μάχη ήταν πλέον άνιση.

Ο Διογένης με τους Καππαδόκες και την αυτοκρατορική φρουρά έδιναν σκληρό αγώνα  όμως οι Σελτζούκοι έσφιγγαν τον κλοιό όλο και περισσότερο, για να καταφέρουν τελικά να συλλάβουν τραυματισμένο τον ίδιο τον Αυτοκράτορα…

Η  Σελτζουκική νίκη ήταν απόλυτη αφού εκτός από τον αιχμάλωτο Αυτοκράτορα είχαν στην κατοχή τους  αρκετούς αιχμαλώτους αλλά και σχεδόν απείραχτο το αντίπαλο στρατόπεδο αποκομίζοντας  μεγάλες ποσότητες λάφυρων και εφοδίων…

 

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

 

Ο Αλπ Αρσλάν θα συμπεριφερθεί με ευγένεια στον Αυτοκράτορα διαθέτοντας του και σκηνή.

Αυτό δεν έγινε μόνο λόγω του ευγενή χαρακτήρα του αλλά και γιατί διαπίστωσε ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν ακόμη αρκετά ισχυρή…

Έτσι πρότεινε λήξη του πολέμου ζητώντας απλώς να κρατήσει την Αρμενία που ήδη κατείχε και την είσπραξη κάποιου είδους ετήσιου φόρου, υποσχόμενος παράλληλα παύση των επιδρομών.

Αμέσως μετά  έφυγε για το Ιράν ώστε να ασχοληθεί με την ενίσχυση του κράτους του με νέα τουρκικά φύλα κάτι που θα έπρεπε να γίνει με προσοχή αφού υπήρχε ο κίνδυνος να δημιουργηθούν προβλήματα από τα απείθαρχα αυτά σώματα.

Έτσι αν πετύχαινε αυτή η ενσωμάτωση θα μπορούσε ως εκπρόσωπος του Σουνιτικού Ισλάμ να επιτεθεί σε Συρία , Παλαιστίνη και την Σιιτική (τότε) Αίγυπτο έχοντας καλυμμένα τα νώτα του από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

(Νίκος Τσαγκάς “ Μαντζικέρτ , Η αρχή του τέλους “ Σελ. 199).

Να σημειωθεί ότι για τους μουσουλμάνους χρονικογράφους η νίκη των Σελτζούκων οφειλόταν στην ανώτερη στρατηγική και ευφυΐα .

Ενώ ο Γάλλος μελετητής της τουρκικής ιστορίας Jean Paul Roux γράφει ότι οι Σελτζούκοι ήταν λιγότεροι αλλά ποιο συμπαγείς και ικανοί ενώ οι Ρωμαίοι είχαν χαμηλό ηθικό αποτελούμενοι  από ετερόκλητες δυνάμεις . Επίσης θεωρεί την μετριοπαθή στάση του Αλπ Αρσλάν προϊόν της μεγαλοψυχίας του αλλά και φόβου για το μύθο της Ρώμης που ήταν ακόμη ισχυρός.

(Jean Paul Roux , Η ιστορία των Τούρκων  Σελ. 158).

Στην Κωνσταντινούπολη όταν μαθεύτηκε η ήττα στο Μαντζικέρτ δημιουργήθηκε μεγάλη αναστάτωση περισσότερο όμως για την τύχη του Διογένη, με τις διάφορες πληροφορίες για την τύχη του να είναι συγκεχυμένες .

Ενδεικτικό του μίσους είναι η επικράτηση της άποψης να ανέλθει άμεσα στο θρόνο ο Μιχαήλ Ζ’ Δούκας . Η απόφαση αυτή δεν θα αλλάξει ακόμη και μετά την γνωστοποίηση των ευμενών όρων της συμφωνίας .

Μάλιστα οι υποστηρικτές της εκθρόνισης του Ρωμανού Διογένη ενέτειναν τις προσπάθειες τους για την ευόδωση των προσπαθειών τους , γεγονός που επιβεβαιώνει τόσο τον προδοτικό ρόλο ορισμένων εξ αυτών , όσο και το αβυσσαλέο μίσος που υπήρχε μεταξύ των αντίπαλων φατριών.

Διαφωνίες βέβαια υπήρξαν, όμως η τελική απόφαση ήταν να ανέβει  στο θρόνο ο  Μιχαήλ Ζ’  Δούκας , να κλειστεί η  Ευδοκία σε μοναστήρι και να δοθεί  εντολή στις φρουρές των ασιατικών πόλεων  να θεωρήσουν τον Ρωμανό  Διογένη σφετεριστή επιδιώκοντας την σύλληψη του.

Ο Διογένης έχοντας πληροφορηθεί τα καθέκαστα  αποφασίζει να επιστρέψει στο Μαντζικέρτ, όμως οι δυσκολίες ανασυγκρότησης του στρατού θα είναι πολλές …

Μάλιστα πολλοί προκειμένου να μην τον ακολουθήσουν λιποτακτούν , αναγκάζοντας τον να πάει στην Καππαδοκία ελπίζοντας ότι εκεί τα πράγματα θα είναι καλύτερα.

Το δυσάρεστο  για αυτόν είναι ότι πολλοί υποστηρικτές του είχαν ήδη φύγει , μη πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να υπάρξει τόσο ευνοϊκή συμφωνία.

Οι συνέπειες του μίσους άνοιγαν τους ασκούς του Αιόλου , αφού η απόφαση για εμφύλια σύγκρουση αυτονόητα θα ακύρωνε την συμφωνία ειρήνης , με την Μικρά Ασία να βρίσκεται όμως στο έλεος των Σελτζούκων αφού ο στρατός είχε διαλυθεί…

(Ο Μιχαήλ Ψελλός με τον μαθητή του και μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα).

 

Έτσι στην Πρωτεύουσα  άρχιζαν οι ετοιμασίες για την δημιουργία στρατιωτικού σώματος , επικεφαλής του οποίου ορίστηκε ο νεώτερος υιός του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα, Κωνσταντίνος.

Την ίδια στιγμή ο Διογένης παρέμενε στα σύνορα , χάνοντας έτσι πολύτιμο χρόνο αλλά και μαζεύοντας στρατό μόνο από αυτές τις περιοχές .

Πάντως και οι δύο πλευρές επιδίωκαν την ενίσχυση τους , ενώ όμως ο Διογένης που είχε μεταβεί στην Καππαδοκία δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα , οι αντίπαλοι του κατάφεραν να προσεταιρισθούν τον Νορμανδό μισθοφόρο  Crepin με τους άντρες του.

Έτσι αποφασίζουν άμεση επίθεση που κατέληξε σε μεγάλη νίκη, ενώ ο Διογένης κλείστηκε σε ένα φρούριο μεταξύ Καισάρειας και Κιλικίας .

Η αποχώρηση του Κωνσταντίνου λόγω του χειμώνα , έδωσε την δυνατότητα στον Διογένη να κάνει νέες προσπάθειες συγκέντρωσης στρατού με πενιχρά όμως αποτελέσματα , αναγκάζοντας τον να απευθυνθεί ως έσχατη λύση στον Αλπ Αρσλάν.

Την άνοιξη του 1072 στέλνεται υπό τον Ανδρόνικο Δούκα νέο εκστρατευτικό σώμα εναντίον του Διογένη το οποίο θα εισβάλει εκ νέου στην Κιλικία, καταφέρνοντας να συντρίψει τις εναπομείνασες δυνάμεις του Διογένη.

Το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει ο Διογένης αλλά και η έλλειψη νέων από τον Αλπ Αρσλάν θα τον αναγκάσουν να δεχτεί την πρόταση παράδοσης που του έγινε.

Σε αυτή οι αντίπαλοι του εγγυόντουσαν (με την ένορκη βεβαίωση τριών μητροπολιτών) την σωματική του ακεραιότητα αρκεί να παραδινόταν.

Λίγο μετά όμως ήρθε διαταγή ακύρωσης της συμφωνίας με εντολή για τύφλωση.

Ο Ψελλός στην χρονογραφία του χωρίς αιδώ θα δικαιολογήσει την απόφαση αναφέροντας ότι ήταν επιβεβλημένη για να αποσοβηθεί  ένας νέος εμφύλιος .

Για αυτό παρά τις ικεσίες του Διογένη θα του βγάλουν τα μάτια με πυρωμένο σίδερο.

Όμως ο άτσαλος τρόπος με τον οποίο θα γίνει η αποτρόπαια πράξη θα έχει ως συνέπεια την μόλυνση των πληγών και τον θάνατο του τον Αύγουστο του 1072 από φρικτούς πόνους στη νήσο Πρώτη που είχε εξορισθεί .

(Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία Τόμος Β’, Σελ. 430-431).

Αυτό ήταν το τραγικό τέλος του Ρωμανού Διογένη που παρά τα λάθη του προσπάθησε να εμποδίσει την καταστροφή της χώρας του και αυτά ήταν τα αποτελέσματα του εμφυλίου  που έβαζαν έτσι τα θεμέλια για την υποταγή της Μικράς Ασίας στα τουρκικά φύλα.

Δεν ξέρουμε αν ο Αλπ Αρσλάν θα βοηθούσε τον Διογένη , άλλωστε αντιμετώπιζε δυσκολίες αναγκαζόμενος να εμπλακεί σε δύσκολες πολεμικές αναμετρήσεις στην Τουρκμενία , κατά την διάρκεια των οποίων (Νοέμβριος του 1072)  θα χάσει μάλιστα την ίδια του τη ζωή από τραύμα που του προκάλεσε ένας αιχμάλωτος του …

Πάντως όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα , είπε ότι με ευθύνη των αντιπάλων του η συμφωνία ακυρώνεται , δίνοντας εντολή να αρχίσουν εκ νέου οι επιδρομές .

 

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΜΟΝΙΜΟΥ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΕΛΤΖΟΥΚΟΥΣ

 

Διάδοχος του Αλπ Αρσλάν ανακηρύχτηκε ο υιός του Μαλήκ Σαχ (1072-1092) που υιοθέτησε την πολιτική του πατέρα του.

Ενώ όμως αναμένονταν νέες επιθέσεις , ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ  δεν έπραττε ουσιαστικά τίποτα για την αντιμετώπιση αυτών.

Ο  Ζωναράς αιτιολογεί την απραξία αναφέροντας ότι ο Μιχαήλ ήταν άτομο μειωμένης διάνοιας, ενώ ο Ψελλός που γινόταν δέκτης αρκετών δηκτικών σχολίων ως δάσκαλος του Μιχαήλ Ζ’ , ανέφερε ως δικαιολογία ότι ο ίδιος δεν ευθυνόταν αφού πλέον είχε παραμερισθεί..

(Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών , Τόμος Γ’ , Σελ. 224-225).

Αλλά και ο Ατταλειάτης τον θεωρούσε  άνθρωπο με αγαθό και ήπιο χαρακτήρα με έμφυτη την επιείκεια μέσα του αλλά και σαν ένα γέρο με νεανικό κορμί  λόγω της μαλθακότητας του κρίνοντας τον τελείως ακατάλληλο για αυτοκράτορα.

Παράλληλα κατηγορούσε τον Νικηφορίτζη (ήταν ο άνθρωπος που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα) ως μια βασική αιτία που ο λαός λιμοκτονούσε.

Ο Νικηφορίτζης θα κατηγορηθεί για προσπάθεια πλουτισμού μέσω της πώλησης αξιωμάτων κυρίως όμως γιατί προσπάθησε να ελέγξει την πώληση του σιταριού.

Μέχρι τότε το σιτάρι πουλιόταν κατευθείαν από τους γεωργούς στους αγοραστές , ο Νικηφορίτζης όμως θα ιδρύσει μια κρατική σιταποθήκη στη Ραιδεστό υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να πουλάνε το σιτάρι τους στο κράτος .

Η άρνηση πολλών παραγωγών να υποκύψουν σε αυτή τη διαδικασία θα έχει ως αποτέλεσμα η προσφορά να μην καλύπτει την ζήτηση και η τιμή του ψωμιού να ανέβει κατακόρυφα με ορατό τον κίνδυνο λοιμού.

Οι επικριτές του Νικηφορίτζη αποδίδουν την ενέργεια αυτή στη φιλαργυρία του, κατηγορώντας τον ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν πως θα μαζέψει χρήματα.

Άλλοι όμως μελετητές θεωρούν ότι ίσως να επέβαλε τον κρατικό έλεγχο ως μια προσπάθεια τιθάσευσης του πληθωρισμού .

Πάντως όποια και να ήταν η πρόθεση το μέτρο απέτυχε , αφού η τιμή ανέβηκε η ποιότητα έπεσε  ενώ λόγω των ελλείψεων θα σταματήσουν και οι διανομές σίτου (αλλά και χρημάτων ) σε πολλούς άπορους στην Κωνσταντινούπολη….

Ο Μιχαήλ Ζ’ σε μια προσπάθεια να εξοικονομήσει χρήματα θα σταματήσει και την χρηματοδότηση συνοριακών πόλεων στη βόρεια βαλκανική.

Τα χρήματα δίνονταν στα πλαίσια αντιμετώπισης των εχθρικών  εισβολών , όμως η περικοπή τους  θα οδηγήσει στο αδυνάτισμα της άμυνας και την έναρξη επιδρομών.

Την πλέον κρίσιμη στιγμή αυτός ο άνθρωπος είχε επιλεγεί για αυτοκράτορας που δεν διέθετε τα όποια χρήματα υπήρχαν για την συγκρότηση αξιόμαχης στρατιάς είτε λόγω του φόβου ανατροπής του είτε γιατί δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθος του κινδύνου για το κράτος του. Πάντως  θα εγκρίνει την εισήγηση του Νικηφορίτζη για την επανίδρυση του σώματος των Αθανάτων που θα αποτελείτο από μικρασιάτες πρόσφυγες , όμως σε κάθε περίπτωση το σώμα αυτό δεν θα μπορούσε να πετύχει πολλά.

Ο Μιχαήλ Ζ΄ σε μια απέλπιδα προσπάθεια διασφάλισης των δυτικών συνόρων , αλλά και εξεύρεσης συμμάχων , θα εγκαινιάσει τις επαφές με τον Πάπα , αλλά και θα δώσει την μεν κόρη του Θεοδώρα ως σύζυγο του Ενετού δόγη Σίλβιο , τον δε νεογέννητο υιό του Κωνσταντίνο θα τον αρραβωνιάσει με την κορούλα του Νορμανδού Ροβέρτου Γυισκάρδου , Ελένη .

(Donald Nicol , Βυζάντιο και Βενετία, Σελ. 81-83).

Ο Πάπας Γρηγόριος Ζ’ (1073-1085) υποσχόταν την συγκρότηση ισχυρής στρατιάς και το διώξιμο των αλλόθρησκων , με την προϋπόθεση όμως ότι στην συνέχεια θα επικυρωνόταν η ένωση των εκκλησιών και η κυριαρχία του ίδιου. Οι αντιδράσεις όμως στον συγκεκριμένο όρο είχαν ως αποτέλεσμα την ατελέσφορη χρονική παράταση των διαπραγματεύσεων.

Όταν μάλιστα ο νέος αυτοκράτορας Βοτανειάτης θα προχωρήσει στην διακοπή κάθε επαφής με την Δύση,  τόσο ο Πάπας όσο και ο Γυισκάρδος θα τον κατηγορήσουν για σφετερισμό του θρόνου , με τον δεύτερο μάλιστα να ετοιμάζει και απόβαση στην Βαλκανική.

Για τον Γυισκάρδο η αθέτηση των συμφωνηθέντων ήταν μιας πρώτης τάξεως αφορμή να υλοποιήσει τα φιλόδοξα σχέδια του , αφού εμφάνιζε τον εαυτό του ως εκφραστή της νομιμότητας και των δικαιωμάτων της κόρης του.

Με αυτή τη δικαιολογία θα εισβάλλει στα Βαλκανικά εδάφη , αντιμετωπίζοντας και τον νέο αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό επίσης ως σφετεριστή …

(Donald Nicol , Βυζάντιο και Βενετία, Σελ.83, αλλά και Άννα Κομνηνή, Αλεξιάδα , Σελ. 79). Όπως γίνεται αντιληπτό όλες αυτές οι ενέργειες του Μιχαήλ Ζ’  δεν απέφεραν κανένα όφελος.  Έτσι οι Σελτζούκοι  συνέχισαν να ξεσχίζουν σαν γύπες τις σάρκες της χώρας αρχίζοντας να εγκαθίστανται μόνιμα στα μέρη που καταλάμβαναν.

Η  κάθε περιοχή αφηνόταν στην τύχη της και η μόνη ενέργεια της κεντρικής εξουσίας ήταν η συγκρότηση ενός σώματος στρατού με αρχηγό τον Ισαάκιο Κομνηνό που όμως συντρίφτηκε στην Καισάρεια το 1073 …

Ήδη οι Αρμένιοι ( που μετά την κατάληψη της χώρας τους από τους Σελτζούκους είχαν μεταναστεύσει) είχαν ιδρύσει  ανεξάρτητη ηγεμονία στην περιοχή της Κιλικίας.

Ο λαός τους θα προτιμήσει τελικά τον διμέτωπο αγώνα , γεγονός  που όμως θα διευκολύνει τόσο την δική τους υποταγή , όσο και την εγκατάσταση των Τούρκων που ακόμα ήταν λίγοι.

Το χάος που επικρατεί εκμεταλλεύεται  και ο Νορμανδός Roussel de Bailleul που αποστατεί , αρχίζοντας παράλληλα εκτεταμένες λεηλασίες  στην μικρασιατική ενδοχώρα .

Για την αντιμετώπιση του αποφασίζεται να συγκροτηθεί το 1074 ένα δεύτερο εκστρατευτικό σώμα επικεφαλής του οποίου ορίστηκε ο Καίσαρας Ιωάννης Δούκας που σύμφωνα με τον Ψελλό γνώριζε καλά την πολεμική τέχνη από στρατιωτικά εγχειρίδια …

Όμως τελικά οι …γνώσεις από εγχειρίδια θα αποδειχθούν ανεπαρκείς αφού τα σημαντικά σφάλματα τακτικής που θα κάνει , θα οδηγήσουν τόσο στην ήττα του  στρατού του , όσο και στην αιχμαλωσία του ίδιου από τον Roussel…

Η ηγετική ομάδα της Κωνσταντινούπολης αντί να στρέψει τον φιλόδοξο αυτό άντρα (που όμως η παρουσία του ήταν προσωρινή και τυχοδιωκτική) ενάντια στους Σελτζούκους ,  στράφηκε στους τελευταίους ζητώντας την βοήθεια τους για να πατάξει το σώμα των 3.000 αντρών του.

Οι Σελτζούκοι φυσικά ανταποκρίθηκαν πρόθυμα και του επιτέθηκαν, ενώ στο μεταξύ ο Roussel  για να αποκτήσει ερείσματα είχε συμμαχήσει με τον Καίσαρα Ιωάννη Δούκα ανακηρύσσοντας τον αυτοκράτορα, ώστε με την δική του βοήθεια να μπορέσει να υποτάξει όσες περισσότερες πόλεις μπορούσε, πιστεύοντας ότι έτσι θα κέρδιζε και την εύνοια των ισχυρών…

(Νικηφόρος Βρυέννιος “ Ύλη Ιστορίας “ Σελ. 163).

Οι φιλοδοξίες του όμως θα τερματιστούν άδοξα με την σύλληψη του ίδιου και την συντριβή του στρατού του από τους Σελτζούκους , που στη συνέχεια παίρνοντας ως αντάλλαγμα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό θα τον παραδώσουν στην Κωνσταντινούπολη …

Όμως το 1075 θα έχουμε επιδρομές των Πατσινάκων αλλά και εξεγέρσεις Σέρβων και Βουλγάρων  στα βαλκανικά εδάφη , που όμως θα αποκρουσθούν  με επιτυχία από τον Νικηφόρο Βρυέννιο και θα είναι και η μόνη επιτυχία επί των ημερών του Μιχαήλ Ζ’ .

Όλη αυτή η αναταραχή έφερε μεγάλα πλήθη στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα να προκληθεί πείνα αλλά και λιμός που αφάνισε πολλούς ανθρώπους….

Σύμφωνα με τον Ατταλειάτη (Σελ. 368-369) , δεν είχαν που να θάψουν τους νεκρούς, ενώ σύμφωνα με τον Ζωναρά οι άνθρωποι λιμοκτονούσαν και αρρώστιες όπως ο λοιμός είχαν την τιμητική τους…

(Ιωάννης Ζωναράς , Επιτομή Ιστοριών, Τόμος Γ’ Σελ. 232-233).

Το 1076 το συμβούλιο των Σελτζούκων στο Ισπαχάν αποφάσισε να στείλει αρκετούς πρίγκιπες που ανυπομονούσαν για δράση , στη Μικρά Ασία.

Ο κίνδυνος να χαθεί η Μικρά Ασία ήταν πλέον άμεσος αφού οι πρίγκιπες θα έβαζαν τις βάσεις για την δημιουργία μόνιμων κρατικών οντοτήτων.

Τον Ιούλιο του 1077 οι πολλοί δυσαρεστημένοι από την ανεπάρκεια του Μιχαήλ Ζ΄ θα ενωθούν και με επικεφαλής τον Νικηφόρο Βοτανειάτη (ένα ηλικιωμένο αλλά δημοφιλή Στρατηγό) θα επιχειρήσουν πραξικόπημα εναντίον του Αυτοκράτορα.

Ο Βοτανειάτης με την ανοχή και των Σελτζούκων , θα καταφέρει τελικά να αναρριχηθεί στον θρόνο τον Απρίλιο του 1078, ενώ ο Μιχαήλ Ζ’ θα καρεί μοναχός και θα αποχωρήσει.

Πρώτη ενέργεια του νέου αυτοκράτορα η φυλάκιση και ο θάνατος από φρικτά βασανιστήρια του Λογοθέτη (Πρωθυπουργού) Νικηφορίτζη.

Γρήγορα όμως θα γίνει αντιληπτό ότι και ο νέος αυτοκράτορας ήταν ανεπαρκής .

Αρχικά για να σταθεροποιηθεί στο θρόνο του άρχιζε να μοιράζει χρήματα και αξιώματα με αποτέλεσμα να αδειάσουν εντελώς τα θησαυροφυλάκια.

Η  Άννα Κομνηνή θα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι επί των ημερών του τα θησαυροφυλάκια ήταν τόσο άδεια που άφηναν τις πόρτες τους ανοιχτές…

(Άννα Κομνηνή, Αλεξιάδα, Σελ. 185).

Αλλά και στη συνέχεια ενώ γύρω του χαλούσε ο κόσμος , εκείνος αρεσκόταν στο να απολαμβάνει τις απολαύσεις που του πρόσφερε το αξίωμα του.

Χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Μανασσής αναφέρει :

“Απέχοντας από τους καμάτους των πολέμων καθόταν ντυμένος στα χρυσά , στολισμένος με ενδύματα , που έστελναν ακτίνες από κόκκινο σαν φωτιά χρυσάφι, διάγοντας ευτυχισμένα γηρατιά με λουτρά, και ποτά και τρυφές “.

(Κωνσταντίνου Μανασσή “ Σύνοψις χρονική “ Σελ. 577).

Από τον Ζωναρά αναφέρεται ως μόνη στρατιωτική ενέργεια η δημιουργία ενός σώματος στρατού με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Δούκα  που  στάλθηκε να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους  αλλά μόλις αυτός πέρασε στις Ασιατικές ακτές στασίασε και αναγορεύτηκε Αυτοκράτορας…

(Ιωάννης Ζωναράς , Επιτομή Ιστοριών, Τόμος Γ’ Σελ. 243).

Ο Βοτανειάτης θα καταφέρει να τον εξουδετερώσει με δωροδοκίες , όπως με την βοήθεια του Αλέξιου Κομνηνού αλλά και των Σελτζούκων θα καταφέρει να εξουδετερώσει άλλα δύο ισχυρά

στασιαστικά κινήματα που ήδη είχαν εκδηλωθεί  στην Ευρώπη από τους Νικηφόρο Βρυέννιο και Νικηφόρο Βασιλάκιο.

Όμως λίγο αργότερα  θα εμφανιστεί νέος επίδοξος αυτοκράτορας  ο Νικηφόρος Μελισσηνός που μάλιστα θα ζητήσει και την βοήθεια του Σελτζούκου Σουλεϊμάν …

Ο Σουλεϊμάν ανταποκρίθηκε ευμενώς στο αίτημα του και υπό το πρόσχημα υποστήριξης του Μελισσηνού , πέτυχε με αναίμακτο τρόπο να γίνει κύριος πόλεων, όπως η Κύζικος, η Νικομήδεια αλλά και η Νίκαια.

Ένα εκστρατευτικό σώμα που στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη για να εμποδίσει τις οδυνηρές απώλειες θα διαλυθεί εύκολα από τους Σελτζούκους.

Έχοντας πλέον και σημαντικές πόλεις στην κατοχή του, ο Σουλεϊμάν ανακήρυξε το Σουλτανάτο του Ρουμ , με πρωτεύουσα την Νίκαια της Βιθυνίας το 1081.

 

Ήδη λίγο προγενέστερα είχε ανακηρυχθεί και το κράτος των Δανισμενιδών με πρωτεύουσα την Σεβάστεια.

Απέναντι σε αυτό το χάος ο Βοτανειάτης το μόνο που θα κάνει είναι να προσπαθήσει να συλλάβει τους Αλέξιο και Ισαάκιο Κομνηνό φοβούμενος μήπως εκμεταλλευτούν την δυσαρέσκεια του κόσμου και τον ανατρέψουν.

Όμως τα  δύο αδέρφια όχι μόνο γλίτωσαν καταφεύγοντας στην Αδριανούπολη , αλλά με επιδέξιες διπλωματικές κινήσεις θα απομονώσουν τον Βοτανειάτη καταφέρνοντας να γίνουν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 1081 .

Ο Ισαάκιος αν και μεγαλύτερος θα παραιτηθεί χάριν του αδερφού του και  ο Αλέξιος Κομνηνός θα στεφθεί αυτοκράτορας ξεκινώντας μια τιτάνια προσπάθεια μερικής έστω ανόρθωσης του κράτους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Μετά την μάχη του Μαντζικέρτ και μέσα στα επόμενα 10 χρόνια τα Τουρκικά φύλα θα κατακτήσουν το 90% της Μικράς Ασίας ενώ η αντεπίθεση της αυτοκρατορίας τα επόμενα χρόνια θα επανακτήσει τα μισά μόνο από αυτά τα εδάφη .

Έτσι η παρουσία τους είναι πλέον μόνιμη και σταδιακά αυξανόμενη.

Παρόλα αυτά η κατάρρευση του κράτους δεν ήταν τόσο αποτέλεσμα της ήττας στο Μαντζικέρτ , όσο μιας σειράς αιτιών της προηγούμενης πεντηκονταετίας , τελικό αποτέλεσμα των οποίων ήταν να εμφανισθεί  πολιτικά και στρατιωτικά αποδυναμωμένο την κρίσιμη στιγμή.

Ο βασικότερος λόγος ήταν η διαμάχη ανάμεσα στους κρατικούς αξιωματούχους και μέρους της αριστοκρατίας με τους στρατιωτικούς γαιοκτήμονες.

Οι στρατιωτικοί γαιοκτήμονες εμφανίζονται ιδιαίτερα ενισχυμένοι τον 10ου αιώνα απειλώντας τόσο την κεντρική εξουσία όσο και τους ελεύθερους γεωργούς τους οποίους επιδιώκουν να απορροφήσουν.

Το γεγονός αυτό αναγκάζει τον Βασίλειο Β’ (976-1025) να προχωρήσει σε σειρά μέτρων και ενεργειών με τα οποία θα καταφέρει τελικά να τους αποδυναμώσει.

Όμως ο Βασίλειος Β’ δεν απέκτησε απογόνους (δεν παντρεύτηκε ποτέ ) ούτε φρόντισε να αναδείξει και να επιβάλλει ένα άτομο που θα συνέχιζε την πολιτική του.

Έτσι με τον θάνατο του , η εξουσία περιήλθε αρχικά στον αδερφό του και στη συνέχεια (1028) στις κόρες του αδερφού του  που μόνο όρεξη για πολιτική δεν είχαν.

Το γεγονός αυτό αξιοποιούν στο έπακρο οι κρατικοί αξιωματούχοι που κατορθώνουν να ελέγξουν την εξουσία , ανεβάζοντας στον θρόνο συζύγους  περιορισμένων ικανοτήτων που αρέσκονταν απλώς να απολαμβάνουν τα προνόμια της θέσης τους.

Οι  στρατιωτικοί θα αντιδράσουν χρησιμοποιώντας το μεγάλο τους όπλο τον στρατό , με αποτέλεσμα αλλεπάλληλες στάσεις και συνεχείς εμφύλιες συγκρούσεις.

Οι κρατικοί αξιωματούχοι με την σειρά τους θα προβούν σε συνειδητή αποδυνάμωση του στρατού με διάφορα μέτρα , όπως την δυνατότητα εξαγοράς της θητείας, απόλυση στρατηγών , αλλά κυρίως με την διακοπή της οικονομικής υποστήριξης στα θεματικά στρατεύματα, που σταδιακά αντικαθίστανται από μισθοφόρους.

(Μιχαήλ Ατταλειάτης , Ιστορία , Σελ. 92-95).

Το γεγονός αυτό οδηγεί σε αποδυνάμωση του στρατεύματος αφού όχι μόνο μειώνεται ο αριθμός και η αξία του αλλά και αυτός που απομένει ως επί το πλείστον χρησιμοποιείται για την εξουδετέρωση των εσωτερικών αντιπάλων.

Όπως είναι φυσικό όλη αυτή η κατάσταση ευτελίζει τον θεσμό του αυτοκράτορα αφήνοντας το λαό στο έλεος των αντίπαλων παρατάξεων και των φιλοδοξιών τους.

Έτσι  αρχίζει η παρακμή του θεσμού των θεμάτων με ταυτόχρονη αποδυνάμωση της ελεύθερης αγροτικής κοινότητας , αυξάνονται τα φορολογικά βάρη , καταργείται το 1028 το αλληλέγγυο (Νόμος του 996, που υποχρέωνε τους ισχυρούς, να πληρώνουν τους φόρους των μικρών όταν αυτοί δήλωναν αδυναμία) , εμφανίζεται σε πρώιμη μορφή ο θεσμός της πρόνοιας (δηλαδή η νομή ή επικαρπία κρατικής γης από ιδιώτες) , επεκτείνεται το δικαίωμα φοροσυλλογής από ιδιώτες , κιβδηλώνεται το νόμισμα κλπ.

Όμως σημαντικά προβλήματα θα προκαλέσει και η βίαιη επιβολή του Ορθόδοξου δόγματος γεγονός που ενίσχυσε την εχθρότητα μεγάλης μερίδας του πληθυσμού ειδικά στις ανατολικότερες περιοχές , ακριβώς την στιγμή που εξαιτίας της εμφάνισης των τουρκικών φύλων , έπρεπε να είναι αρραγής η ενότητα.

Χαρακτηριστικό είναι το διάταγμα του 1063, που υποχρέωνε τους κατοίκους της Μελιτηνής , ή να ασπασθούν το Ορθόδοξο δόγμα ή να εγκαταλείψουν την Πόλη , όπως και η εξορία Σύρων ιερέων το 1064 σε περιοχές της Ανατολής επειδή διέδιδαν το δικό τους δόγμα).

(Σπύρου Βρυώνη, Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού, Σελ. 84).

Επιπλέον  η  πολιτική ελίτ δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα και την ουσιώδη διαφορά των επιθέσεων αυτών από προηγούμενες , θεωρώντας  και αυτές παροδικές.

Αλλά ακόμη και όταν διαπιστώθηκε ότι σκοπός των επιθέσεων ήταν η μόνιμη εγκατάσταση ,  δεν κατέστη δυνατό να  ξεπεραστεί  το μίσος με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην συγκροτηθεί αξιόμαχος στρατός , αλλά να καλούνται Σελτζουκικά στρατεύματα και ως μισθοφόροι εναντίον της μίας ή της άλλης πλευράς…

Η απώλεια μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας ήταν καταστροφική γιατί η περιοχή αυτή ήταν η πλουσιότερη  από όλες τις απόψεις . Η πλειοψηφία του στρατού απαρτιζόταν από άντρες των περιοχών αυτών, οι μεγαλύτερες και πλουσιότερες πόλεις βρίσκονταν εδώ , κατ’ επέκταση και τα περισσότερα έσοδα στα κρατικά ταμεία έρχονταν από τις μικρασιατικές περιοχές.

Η σημασία της Μικράς Ασίας επιβεβαιώνεται και από την εκκλησία που ίδρυε επισκοπές και μητροπόλεις σε περιοχές  που είχαν τον ανάλογο πληθυσμό και πλούτο να τις συντηρήσουν.

Από τον κατάλογο των Μητροπόλεων, βλέπουμε ότι το 1050 υπήρχαν 47 στην Μικρά Ασία έναντι 35 που υπήρχαν στις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές και Ιταλικές περιοχές.

(Σπύρου Βρυώνη,  Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού, Σελ. 34-35).

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο ήταν ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία αντιμετώπιζε ταυτόχρονες επιθέσεις σε  περισσότερα του ενός μέτωπα.

Το γεγονός αυτό μετρίασε την δυναμική  της αυτοκρατορικής αντεπίθεσης που και λιγότερα έσοδα είχε πλέον και ήταν αναγκασμένη να διασπά τις δυνάμεις της .

Παράλληλα  έδωσε την δυνατότητα στους Τούρκους αρχικά να εδραιωθούν , ώστε στη συνέχεια ενισχυμένοι με νέα φύλα και μεταναστεύσεις να περάσουν ξανά από αμυντική σε επιθετική στάση , αρχίζοντας σταδιακά να επιβάλλουν και τους θεσμούς τους στους κατακτημένους υπηκόους.

Το γεγονός αυτό έχει γενικότερο αρνητικό αποτέλεσμα αφού οι κατακτητές καταλάμβαναν ακμάζουσες περιοχές με αποτέλεσμα μια γενικότερη οπισθοδρόμηση .

Όμως όλα αυτά τα γεγονότα σηματοδοτούν και την οριστική μετατόπιση ισχύος  από την ανατολική στη δυτική Ευρώπη.

Τον καιρό του Βασίλειου Β’ η αυτοκρατορία μπορούσε να καυχιέται ότι ήταν το ισχυρότερο από κάθε άποψη χριστιανικό και ευρωπαϊκό κράτος .

Μετά το Μαντζικέρτ και τα όσα επακολούθησαν ο Γερμανός αυτοκράτορας διεκδικούσε χωρίς ενδοιασμούς το δικαίωμα να ονομάζεται αυτοκράτορας των Ρωμαίων , οι Νορμανδοί δήλωναν άφοβα ότι θέλουν να βασιλεύσουν στην Κωνσταντινούπολη και οι Ενετοί απαιτούσαν πλέον να θεωρούνται ισότιμοι εταίροι.

Παράλληλα ο Πάπας της Ρώμης όταν αναφερόταν σε ένωση των εκκλησιών εννοούσε την υποταγή της ανατολικής εκκλησίας και της αναγνώρισης των πρωτείων του , ενδεικτικό της αλλαγής ισορροπίας , όταν στις  αρχές του 11ου αιώνα οι Πάπες αν και ανταγωνίζονταν την αυτοκρατορία , φοβούμενοι  ή σεβόμενοι την ισχύ της ήθελαν την φιλία του αυτοκράτορα.          Η παρακμή για την αυτοκρατορία άρχιζε…

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Μιχαήλ Ψελλός , Χρονογραφία , Εκδόσεις Κανάκη.
  • Μιχαήλ Ατταλειάτης , Ιστορία , Εκδόσεις Κανάκη.
  • Ιωάννης Ζωναράς , Επιτομή Ιστοριών , Εκδόσεις Κανάκη.
  • Άννα Κομνηνή , Αλεξιάδα , Εκδόσεις Άγρα.
  • Νικηφόρος Βρυέννιος , Ύλη Ιστορίας , Εκδόσεις Κανάκη.
  • Νίκος Τσαγκάς , Μαντζικέρτ η αρχή του τέλους , Εκδόσεις Γκοβόστη.
    • Σπύρου Βρυώνη , Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού , Εκδόσεις μορφωτικού ιδρύματος της εθνικής τράπεζας.
    • Στυλιανός Μιχόπουλος , Βυζάντιο-Αυτοκράτορες –Κλήρος και Ελληνισμός , Εκδόσεις Νέα Θέσις.
    • Κωνσταντίνου Μανασσή “ Σύνοψις Ιστορική “ Εκδόσεις Κανάκη.
    • Στρατιωτική Ιστορία , Μαντζικέρτ 1071 , Η αρχή του τέλους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας , Συλλογικό τεύχος , Εκδόσεις Περισκόπιο.
    • Κωνσταντίνου Σάθα ,  Μεσαιωνική βιβλιοθήκη.
    • Jean Paul Roux , Η ιστορία των Τούρκων , Εκδόσεις Κανάκη.
    • Donald Nicol , Βυζάντιο και Βενετία , Εκδόσεις Παπαδήμα.