Το σχίσμα των Εκκλησιών. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος.

0
234

Με τον όρο Σχίσμα εννοούμε τη διάσπαση της έως τότε αδιαίρετης Χριστιανικής Εκκλησίας. Το σχίσμα και η αντιπαλότητα των Εκκλησιών θα παίξει σημαντικό ρόλο στο μέλλον και η βυζαντινή αυτοκρατορία θα ζημιωθεί σημαντικά…
Είναι όμως άξιο αναφοράς ότι χρονικογράφοι της εποχής, όπως οι Ψελλός, Ατταλειάτης και Ζωναράς, δεν αναφέρονται σε αυτό, είτε γιατί υποτίμησαν τις επιπτώσεις του είτε λόγω της διαφορετικής διάστασης που έδιναν στη συγγραφή μιας χρονογραφίας.

Στα μέσα του 11ου αιώνα η δύναμη του Πάπα ως θεσμού ενισχύεται, αφού αναδεικνύεται σε αδιαμφισβήτητο θρησκευτικό ηγέτη μιας όλο και ποιο πολύ ακμάζουσας δυτικής Ευρώπης.
Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί μετά τον θάνατο του Βασίλειου Β’ το 1025, η Βυζαντινή αυτοκρατορία εισέρχεται αντίστοιχα σε μια περίοδο παρακμής.

Οι αντίθετες πορείες βάζουν τις βάσεις για μια ιστορική αλλαγή. Πλέον η δύση συνειδητοποιεί ότι είναι ισχυρότερη από την ανατολική αυτοκρατορία, γεγονός που την οδηγεί σε μια επιθετική πολιτική που αποσκοπούσε στην υποταγή της που ήταν και ο ουσιαστικός λόγος του σχίσματος.
Εκείνη την περίοδο τα πράγματα στην Ιταλία εξελίσσονταν για την βυζαντινή Αυτοκρατορία με τον χειρότερο τρόπο. Από την μία ο Πάπας της Ρώμης Λέων Θ (1049-1054) διεκδικούσε τον θρησκευτικό (τουλάχιστον) έλεγχο, ενώ από την άλλη οι άρτι αφιχθέντες Νορμανδοί καταβρόχθιζαν την μία μετά την άλλη περιοχές.

Το γεγονός αυτό όμως ανησυχούσε και τον Πάπα, αφού οι Νορμανδοί ήταν απρόβλεπτοι.
Για το λόγο αυτό αποδέχτηκε την πρόσκληση του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου (1042-1055) να σταλεί αντιπρόσωπος του στην Κωνσταντινούπολη ώστε να λυθούν οι διαφορές, αλλά και να υπάρξει στρατιωτική συνεργασία των δύο πλευρών.
Ο Αυτοκράτορας προσπαθούσε να προστατεύσει τις εναπομείνασες περιοχές αλλά και γιατί μέσω του Πάπα μπορούσε να διατηρήσει τους διαύλους επικοινωνίας με την δύση.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου να διατηρήσει τον πολιτικό έλεγχο ήταν διατεθειμένος να εκχωρήσει τον θρησκευτικό…

Όμως τα γεγονότα θα εξελιχθούν διαφορετικά αφού ο συμμαχικός στρατός θα ηττηθεί από τους Νορμανδούς που μάλιστα θα αιχμαλωτίσουν τον Πάπα. Όμως σκεφτόμενοι διπλωματικά θα τον
αφήσουν ελεύθερο αποδεχόμενοι μάλιστα τις δυτικές θέσεις στα θρησκευτικά ζητήματα.
Οι θετικές εξελίξεις ενισχύουν την αλαζονεία του Πάπα, που δίνει οδηγίες στον απεσταλμένο του Καρδινάλιο Ηumbert, να είναι κατά τις συνομιλίες άκαμπτος απαιτώντας την αποδοχή των παπικών θέσεων, τόσο σε εκκλησιαστικά ζητήματα όπως τα Παπικά πρωτεία , σε λειτουργικά όπως την χρήση άζυμου άρτου, αλλά και σε δογματικά όπως το Filioque.

Ο Ηumbert πράγματι θα παρουσιασθεί στις συνομιλίες όπως είχε συμφωνηθεί, όμως ο Αυτοκράτορας δεν έδειξε να ενοχλείται, δείχνοντας σαφή διάθεση συμβιβασμού.
Η υποχωρητικότητα του Αυτοκράτορα και η υπεροπτική στάση του Humbert, εξόργισαν τον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο (1043-1058) που αντιδρούσε, φροντίζοντας να ενημερώσει με επιστολές τον εκκλησιαστικό κόσμο, ζητώντας παράλληλα την υποστήριξη τους.
Στην έκκληση αυτή ανταποκρίθηκε θετικά ο Βούλγαρος αρχιεπίσκοπος που έστειλε επιστολή στην οποία καταδίκαζε τις παπικές ενέργειες .
Άλλοι όμως, όπως ο Πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος τον παρότρυναν να προσπαθήσει να λύσει την μόνη σοβαρή διαφορά (filioque) με νηφαλιότητα.

Όμως ο Κηρουλάριος άνθρωπος φιλόδοξος (θεωρούσε ότι Ιερωσύνη και Βασιλεία δεν διαφέρουν και για το λόγο αυτό είχε το δικαίωμα να φορά τα πορφυρά αυτοκρατορικά σανδάλια) προτίμησε την πολιτική της όξυνσης.
“ Ιερωσύνης και Βασιλείας το διαφέρον ουδέν ή και ολίγον “ (Ψελλός , Χρονογραφία).
Η κατάσταση εκτραχύνθηκε και από το κενό εξουσίας στην δυτική εκκλησία , αφού ο Πάπας είχε πεθάνει από τον Απρίλιο του 1054. Η μεταβατική περίοδος άφησε τον Ηumbert και τις φιλοδοξίες του ανεξέλεγκτες οδηγώντας σε μία γρήγορη όξυνση της κατάστασης που ενισχύθηκε από την συνεχιζόμενη ατολμία του αυτοκράτορα.

Ο Αυτοκράτορας δεν μπορούσε να αγνοήσει τον κίνδυνο μιας λαϊκής εξέγερσης αφού οι σπατάλες του και η υπέρμετρη φορολογία είχαν εξαντλήσει τον κόσμο, αναγκάζοντας τον να συνταχθεί με τον Κηρουλάριο, αρνούμενος τις απαιτήσεις του καθολικού εκπροσώπου.
Τότε ο Ηumbert θα μεταβεί στον Ναό της Αγίας Σοφίας και κατά την πρωινή λειτουργία της 16ης Ιουλίου του 1054, θα αποθέσει στην Αγία Τράπεζα τον αφορισμό (ανάθεμα) του Πατριάρχη Κηρουλάριου, ως μη αποδεχόμενου τις θέσεις της Εκκλησίας της Ρώμης.
Η αντίδραση του Κηρουλάριου ήταν η σύγκληση εκκλησιαστικής συνόδου λίγες ημέρες αργότερα στην οποία αφού απέρριψε τις δυτικές αιτιάσεις, αφόρισε και αυτός με την σειρά του όσους είχαν συντάξει τον αφορισμό ή συμφωνούσαν με το περιεχόμενο του.
Το σχίσμα των Εκκλησιών άρχιζε…..

Ενδεικτικό της εκκλησιαστικής δύναμης είναι ότι ο αυτοκράτορας, μετά τους εκατέρωθεν αφορισμούς δεν επεδίωξε να συμβιβάσει τις δύο πλευρές είτε γιατί υποτίμησε την σημασία του, είτε γιατί δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην εκκλησία.
Τα πρώτα αποτελέσματα του σχίσματος ήταν η παντελής έλλειψη επικοινωνίας των εκκλησιών και η μεταφορά του μίσους της μιας για την άλλη στο λαό, ενώ η συμφιλίωση του Πάπα με τους Νορμανδούς είναι πλήρης με τους τελευταίους να επιτίθενται στις κτήσεις της Αυτοκρατορίας στην Ιταλία τις οποίες και θα καταλάβουν όλες με τελευταίο το Μπάρι το 1071.