Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ – ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ (1438-9) ΚΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος

0
1291

Στη  σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας δεν θα ήταν η πρώτη φορά που Ρώμη και Κωνσταντινούπολη  θα συζητούσαν το θέμα της ένωσης των Εκκλησιών , αυτή τη φορά όμως έπρεπε οπωσδήποτε να καταλήξουν σε συμφωνία.

Οι Ανατολικοί ένοιωθαν την καυτή ανάσα των Οθωμανών , ενώ ο Πάπας αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα από μερίδα Καρδιναλίων (Συνοδικών) που αμφισβητούσαν τις υπερεξουσίες του.

Βασική τους επιδίωξη η μετατροπή του Πάπα από απόλυτο Μονάρχη και επίγειο Θεό σε συνταγματικό αρχηγό της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό είχαν προχωρήσει από το 1431 σε αντισύνοδο στην Βασιλεία της Ελβετίας (θα τερματίσει τις εργασίες της το 1439, με την απόφαση καθαίρεσης του Πάπα Ευγένιου Δ’).

(Μάρκου Ρενιέρη “ Το Βυζάντιο και η εν Βασιλεία Σύνοδος“ Σελ. νστ).

Πολλοί από τους Συνοδικούς  προσδοκούσαν να έρθουν σε επαφή και με τους Ορθοδόξους ώστε να ασκηθεί από κοινού πίεση στον Πάπα.

Μάλιστα τον Σεπτέμβριο του 1437 και ενώ τα πλοία του Πάπα ήταν ήδη στην Κωνσταντινούπολη για να παραλάβουν την Ανατολική αντιπροσωπεία , θα φτάσουν και πλοία της αντισυνόδου ώστε να παραλάβουν εκείνα τους ανατολικούς.

Θα καταβληθούν μεγάλες προσπάθειες από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο ώστε να αποφευχθεί μια ναυμαχία ανάμεσα στις δύο πλευρές…

(Παύλου Καλλιγά “ Μελέται Βυζαντινής ιστορίας “ Σελ.30).

Πάντως η σύνοδος εξ αρχής είχε πολύ δύσκολο έργο, αφενός γιατί οι περισσότεροι  Ορθόδοξοι κληρικοί συμμετείχαν αναγκαστικά, αφετέρου γιατί οι επιδιώξεις των δύο πλευρών είχαν περισσότερο πολιτικό παρά θρησκευτικό χαρακτήρα.

Οι  ανατολικοί προσπαθούσαν να σώσουν το κράτος τους , ενώ οι δυτικοί επεδίωκαν την απόλυτη θρησκευτική κυριαρχία του Πάπα .

Για το λόγο αυτό δεν είχαμε ουσιαστική προεργασία για την επίλυση των διαφορών , απλώς και οι δύο πλευρές μάζευαν επιχειρήματα για να στηρίξουν τις απόψεις τους με τους δυτικούς τελικά να επιβάλλονται λόγω των περιστάσεων.

Οι Καθολικοί για να κάμψουν και τις τελευταίες επιφυλάξεις του αυτοκράτορα, υποσχέθηκαν να καλύψουν τα έξοδα της πολυμελούς αντιπροσωπείας του.

Πάντως οι προθέσεις των Καθολικών θα φανούν αμέσως.  Μόλις η ανατολική αντιπροσωπεία αφίχθη στην Ιταλία οι εκπρόσωποι του Πάπα απαίτησαν ο Πατριάρχης Ιωσήφ να προσκυνήσει τον Πάπα, γεγονός που όμως αποφεύχθηκε λόγω της αντίδρασης του Πατριάρχη που απείλησε να επιστρέψει αμέσως πίσω.

Στην σύνοδο αποφασίστηκε αρχικά να συζητηθούν τα τέσσερα ζητήματα που θεωρούντο σημαντικότερα και για τα οποία υπήρχαν έντονες διαφωνίες.

Αυτά ήταν το ζήτημα του Καθαρτηρίου, το τελετουργικό της Θείας Ευχαριστίας , το filioque και τα πρωτεία του Πάπα.

Με την έναρξη των συζητήσεων φάνηκε ότι η δυτική αντιπροσωπεία ήταν ποιο ομοιογενής και προετοιμασμένη καθώς μεταξύ των ανατολικών υπήρχαν αντιθέσεις ενώ δεν υπήρχε και ενιαία γραμμή αφού ο καθένας επέμενε να έχει τις απόψεις του.

Είχε συμφωνηθεί ότι τα κείμενα στα οποία θα μπορούσαν πρωτίστως να βασιστούν θα ήταν η Αγία Γραφή, οι κοινά αποδεκτές οικουμενικές σύνοδοι και τα έργα των Πατέρων της εκκλησίας που είχαν ανακηρυχτεί άγιοι .

Το πρώτο βασικό θέμα που συζητήθηκε ήταν το ζήτημα του Καθαρτηρίου.

Η  Ορθόδοξη αντιπροσωπεία με την αποφατική της συμπεριφορά θεωρούσε βλασφημία να προβλέπουν  οι άνθρωποι τι θα πράξη ο Θεός εν τη σοφία του για όσους τερματίζουν την επίγεια ζωή τους .

Από την άλλη όμως παραδέχτηκαν ότι κανείς δεν μπορεί και να γνωρίζει τι γίνεται μεταξύ θανάτου και της τελικής κρίσεως. Έτσι για να αποφύγουν “ περιττές “ τριβές δέχτηκαν την Καθολική άποψη για τον μετά θάνατο εξαγνισμό των ψυχών και την ύπαρξη Καθαρτηρίου.

(Steven Runciman “ Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, Τόμος Α΄ Σελ. 241).

Το δεύτερο ζήτημα ήταν ο τρόπος τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας .

Οι Καθολικοί αμφισβητούσαν ορισμένες συνήθειες των Ορθοδόξων όπως τη χρήση ζέοντος ύδατος, την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τη χρήση ένζυμου άρτου.

Από αυτές η σημαντικότερη αντίθεση αφορούσε τη χρησιμοποίηση ένζυμου (Ορθόδοξοι) ή άζυμου (Καθολικοί) άρτου για την τέλεση του μυστηρίου.

Τελικά συμφωνήθηκε ότι κανένας τρόπος δεν είναι λανθασμένος και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν ένζυμο ή άζυμο άρτο κατά την συνήθεια τους.

Η διαμάχη για το filioque ήταν η σημαντικότερη και το ζήτημα αυτό ήταν που απασχόλησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τη σύνοδο.

Οι Καθολικοί θεωρούσαν  ότι το Αγ. Πνεύμα εκπορεύεται τόσο από τον Πατήρ όσο και από τον υιό (filioque).

Οι Ορθόδοξοι θεωρούσαν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και ενυπάρχει στον Υιό και μέσω του Υιού αποστέλλεται σε εκείνους που είναι άξιοι.

“ Ιωάννης 15.26..1-3 : Όταν έλθη ο παράκλητος ον εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός , το πνεύμα της αληθείας ο παρά του Πατρός εκπορεύεται , εκείνος μαρτυρήσει περί εμού “.

(Steven Runciman “ Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, Τόμος Α΄ Σελ. 222).

Οι Ορθόδοξοι ανέφεραν επίσης ότι δεν έχει το ίδιο νόημα η έννοια της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος με την εμφάνιση και την αποστολή του και ότι αν οι Καθολικοί επέμεναν να θεωρούν ότι αυτό εκπορεύεται και από τον υιό , τότε θα συνυπήρχαν δύο γενεσιουργά αίτια σε μία τρισυπόστατη φύση.

Οι Ορθόδοξοι σε μια προσπάθεια να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων τους , ανέφεραν ότι η άποψη αυτή είχε επικυρωθεί και από τους οικουμενικές συνόδους.

Όμως η ουσία της διαφοράς ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν η κάθε πλευρά το ζήτημα της θρησκείας.

Για τους δυτικούς Πατήρ , Υιός και Άγιο Πνεύμα ήταν μία ουσία μία φύση και μία δύναμη . Ο Πατήρ γεννώντας τον Υιό του μεταδίδει και όλες τις ιδιότητες του διαφορετικά θα έχουμε διάσπαση της Αγίας Τριάδας.

Οι  Ορθόδοξοι θεωρούσαν βέβαια ότι η Αγία Τριάδα είναι μία φύση παραμένοντας ενιαία και αδιαίρετη, όμως ο Πατήρ είναι η πηγαία θεότητα σε αυτή. Μάλιστα για να γίνουν καλύτερα κατανοητοί παρομοίαζαν τον Πατήρ με τον ήλιο , τον Υιό με τις ακτίνες του ήλιου και το Άγιο Πνεύμα με την θερμότητα που δίνει ο ήλιος. Μπορούμε να μιλάμε για την λάμψη των ακτινών αλλά ο ήλιος παραμένει η αρχή.

(Steven Runciman “ Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, Τόμος Α΄ Σελ. 228).

Στο ζήτημα αυτό πάντως οι δυτικοί ήταν ανυποχώρητοι ξεκαθαρίζοντας στους ανατολικούς ότι ή το αποδέχονται ή η σύνοδος αποτυγχάνει…

Με τον τρόπο αυτό οι δυτικοί άφηναν την πρωτοβουλία και την ευθύνη στους ανατολικούς.

Σχεδόν ολόκληρη την άνοιξη του 1439 η αντιπροσωπεία των ανατολικών και εν μέσω έντονων διαφωνιών και προβλημάτων θα συζητά το ζήτημα .

Τελικά χάρις την παρέμβαση του αυτοκράτορα η πλειοψηφία θα δεχθεί την άποψη για το “ εκ του Πατρός και εκ του υιού εκπορευόμενο Αγ. Πνεύμα “ προσπαθώντας όμως να το ταυτίσει με το “ εκ του Πατρός δια του υιού εκπορευόμενο Αγ. Πνεύμα “ ώστε να μπορεί να ισχυριστεί ότι υπέστη ένα έντιμο συμβιβασμό.

Οι  δυτικοί σε μία προσπάθεια να χρυσώσουν το χάπι αποδέχονταν τον Πατήρ ως πηγαία δύναμη στην Αγ. Τριάδα δεν δέχονταν όμως οποιαδήποτε παρέκκλιση στο θέμα του και “εκ του υιού εκπορευόμενου Αγίου Πνεύματος “.

Η παρέμβαση του Αυτοκράτορα Ιωάννη θα είναι καθοριστική για την αποδοχή της θέσης των δυτικών στο ζήτημα αυτό.

Αρκετοί πάντως θα αρνηθούν να δεχτούν τη θέση αυτή προεξέχοντος του άτυπου επικεφαλής των Ανθενωτικών Μητροπολίτη Εφέσου Μάρκου Ευγενικού .

Τα προβλήματα για τους ανατολικούς θα οξυνθούν ύστερα και από τον θάνατο του Πατριάρχη Ιωσήφ από συμφόρηση , γεγονός που άφησε ακέφαλη την αντιπροσωπεία.

Το ζήτημα των πρωτείων του Πάπα ήταν επίσης πολύ σημαντικό ζήτημα στο οποίο εμπλεκόταν και ο ίδιος ο αυτοκράτορας.

Σύμφωνα με τους ανατολικούς, αρχηγός και υπεύθυνος για την σύγκλιση συνόδων ήταν ο αυτοκράτορας.

Οι δυτικοί όμως έλεγαν ότι η θρησκευτική εξουσία του Πάπα είναι ανώτερη και ότι αποκλειστικός υπεύθυνος για την σύγκλιση συνόδου είναι ο Πάπας.

Μάλιστα τόνιζαν ότι οι ανατολικοί έπρεπε να δεχτούν ότι ο Πάπας είναι ο ανώτατος άρχων και τοποτηρητής του Θεού με δικαίωμα δικαστικών εξουσιών για τους αντιφρονούντες…

Οι αντιστάσεις του Ιωάννη Παλαιολόγου στο ζήτημα αυτό θα έχουν κάποια επιτυχία.

Έτσι το τελικό κείμενο έκανε λόγο για την αναγνώριση του πρωτείου του Πάπα ( ως διαδόχου του  αποστόλου Πέτρου κορυφαίου των αποστόλων σύμφωνα με την άποψη των Καθολικών) και αληθινού τοποτηρητή του Χριστού με πλήρη εξουσία στην ενιαία Καθολική εκκλησία κατά τα πρακτικά των συνόδων και των Ιερών κανόνων, όμως  τα άλλα Πατριαρχεία θα διατηρούσαν όλα τα προνόμια και τα δίκαια τους.

Με τον τελευταίο αυτό όρο οι ανατολικοί θεωρούσαν ότι διασφάλιζαν την θέση τους.

(Παύλου Καλλιγά “Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας , Σελ. 108).

Ενώ και ο αυτοκράτορας πρόσθεσε  μία παράγραφο στην οποία αναφερόταν ότι για τη σύγκλιση οικουμενικής συνόδου θα χρειαζόταν και η συναίνεση του.

Οι δυτικοί έκαναν μνεία και για συζήτηση γύρω από διάφορα τελετουργικά ζητήματα και άλλες προσθήκες όπως το ζήτημα του διαζυγίου , ενώ ο Πάπας πρότεινε η εκλογή νέου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να γίνει στη Ρώμη προτείνοντας ένα Ιταλό…

Ο Αυτοκράτορας για να αποφύγει τέτοιο ενδεχόμενο έδωσε κρυφή εντολή να αποχωρήσουν ορισμένοι ιερείς ώστε να μην υπάρχει απαρτία, ενώ πέτυχε να μην υπάρξουν αλλαγές σε αρκετές λειτουργικές συνήθειες των ανατολικών.

(Παύλου Καλλιγά “Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας , Σελ. 122).

Μάλιστα έθεσε και θέμα καθορισμού ζωνών επιρροής εκάστου Πατριαρχείου.

Βάση της θέσης του Αυτοκράτορα και εφόσον η εκκλησία ήταν πλέον αδιαίρετη , ο ελλαδικός χώρος (οι Βενετικές κυρίως περιοχές) θα έπρεπε να περιέλθουν υπό τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης ενώ θα έπρεπε να ρυθμιστεί τι θα γινόταν στις περιοχές που συνυπήρχαν ιερείς των έως τώρα διαφορετικών εκκλησιών.

Όμως αν οι δυτικοί υποχώρησαν σε λειτουργικά ζητήματα κρίνοντας τα ήσσονος σημασίας απάντησαν αρνητικά στο θέμα αυτό ( πιθανόν λόγω των μύχιων στόχων τους για υποταγή των άλλων Πατριαρχείων σε αυτό της Ρώμης)  λέγοντας ότι δεν μπορεί να καταργηθούν εν ενεργεία επίσκοποι και ότι στις “ μεικτές “ περιοχές θα επικρατούσε το ένα ή το άλλο Πατριαρχείο ανάλογα με το ποιος από τους ήδη υπάρχοντες επισκόπους θα ζούσε περισσότερο….

Η άποψη αυτή δεν έγινε αποδεκτή και το θέμα έμεινε εκκρεμές…

(Παύλου Καλλιγά “Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας , Σελ. 121).

Έχοντας τελειώσει τις συζητήσεις (χωρίς πάντως να συζητήσουν την ουσία των διαφορών τους ) οι δύο πλευρές υπέγραψαν τη συμφωνία ένωσης των εκκλησιών που επισημοποιήθηκε με την τελετή της 6ης Ιουλίου 1439 στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας παρουσία πλήθους κόσμου.

 

(Το διάταγμα της ένωσης των Εκκλησιών σε περγαμηνή, Αρχείο του Βατικανού)

 

 

Με την λήξη της συνόδου ο Ιωάννης έθιξε και το ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας.

Η απάντηση του Πάπα ήταν θετική τονίζοντας όμως  ότι η ένωση θα έπρεπε να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα.

Πάντως ο Πάπας  προσπάθησε πραγματικά να βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη.

Σύμφωνα με τον Καλλιγά πήρε δάνειο 12.000 δουκάτων για την συντήρηση φρουράς στην Κωνσταντινούπολη , ενώ διέταξε εράνους για την ενίσχυση ταμείου στόχος του οποίου ήταν η εκδίωξη των Τούρκων υποσχόμενος σε όσους θα έδιναν χρήματα και άφεση αμαρτιών…

Ενώ έστειλε και επιστολή στον Αυτοκράτορα Ιωάννη για να τον ενημερώσει ότι την άνοιξη του 1440 θα ερχόντουσαν στην ανατολή και δέκα πλοία με στρατιώτες , βοήθεια που θα συνεχιζόταν αν τα πράγματα προχωρούσαν κανονικά….

(Παύλου Καλλιγά “Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας , Σελ. 142).

Όμως ενώ ο Πάπας κινείτο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του,  ο Αυτοκράτορας αδρανούσε .

Βέβαια γνώριζε ότι μίσος αιώνων δεν ήταν εύκολο να εξαλειφθεί σε μια στιγμή , όμως αν είχε μια ελπίδα να πετύχει κάτι θα έπρεπε να κινηθεί άμεσα και αποφασιστικά γεγονός που δεν έκανε…

Μεγάλο πρόβλημα ήταν ο θάνατος του Πατριάρχη που θα μπορούσε με το κύρος που διέθετε να εξηγήσει τους βαθύτερους λόγους της ένωσης , ενώ τώρα το ακέφαλο της εκκλησίας ενίσχυσε την μεταστροφή πολλών αντιπροσώπων.

Όμως ο Αυτοκράτορας όχι μόνο άργησε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη (έφτασε τον Φεβρουάριο του 1440) , αλλά άφησε να περάσουν επιπλέον τέσσερις μήνες ωσότου προβεί σε εκλογή νέου Πατριάρχη , ενώ δεν επέμεινε για την σύγκλιση συνόδου που θα έδινε μεγαλύτερο κύρος στην ένωση.

Επίσης ενώ παρενέβη καθοριστικά ώστε να υπογράψει η πλειοψηφία των ανατολικών συμμετεχόντων την ένωση στην Ιταλία , δεν έκανε κάτι αντίστοιχο και στην Κωνσταντινούπολη ώστε να υπάρχει μια ενιαία γραμμή για το τι θα ειπωθεί στον κόσμο (ίσως γιατί αντιλαμβανόταν ότι οι αντιπρόσωποι στην έδρα τους πλέον θα ήταν λιγότερο πειθήνιοι στις επιδιώξεις του).

Η κατάσταση δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο λόγω της συμπεριφοράς πολλών εκ των συμμετεχόντων που για να δικαιολογήσουν την υπογραφή τους ανέφεραν με δόσεις υπερβολής τις πιέσεις που δέχτηκαν γεγονός που εξαγρίωσε τον κόσμο.

Βέβαια είναι γεγονός ότι οι δυτικοί κατά διαστήματα και ανάλογα με την έκβαση των συζητήσεων καθυστερούσαν σκόπιμα τα χρήματα που απαιτούντο για την συντήρηση της ανατολικής αντιπροσωπείας, ενώ και ο αυτοκράτορας Ιωάννης πράγματι πίεσε αρκετούς να υπογράψουν.

Όμως αρκετοί αντιπρόσωποι “ ξέχασαν “ να αναφέρουν ότι για να υπογράψουν ζητούσαν χρήματα τα οποία όμως όταν αργότερα μετάνιωσαν δεν επέστρεψαν…

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δούκας “ Ουχ υπογράφωμεν , εάν το ικανόν ημίν της προσόδου παράσχηται; Οι δε έδιδον και εβάπτετο κάλαμος . Υπέρ αριθμόν γαρ ήσαν τα δαπανηθέντα εις αυτούς νομίσματα και τα εν χερσί μετρηθέντα εκάστου των πατέρων.  Είτα μεταμεληθέντες ουδέ τα αργύρια επέστρεψαν“.                                                                                            (Μιχαήλ Δούκα “ Βυζαντινοτουρκική ιστορία “ Σελ.420- 421).

Η  αδράνεια του Ιωάννη Παλαιολόγου θα συνεχιστεί και την επόμενη δεκαετία όταν θα πραγματοποιηθούν δυτικές σταυροφορίες στη Βαλκανική ενώ τελικά η ένωση θα μείνει κενό γράμμα με ορισμένους ενωτικούς να αποχωρούν από την Κωνσταντινούπολη.

Όμως προβλήματα υπήρχαν και με τα υπόλοιπα Πατριαρχεία που αρνήθηκαν να επικυρώσουν την ένωση, ενώ οι Ρώσοι εκδίωξαν τον εκπρόσωπο της Κωνσταντινούπολης , αποφασίζοντας πλέον να διορίζουν εκείνοι τον Μητροπολίτη τους.

Μετά την άλωση και επειδή ο Πάπας εξακολουθούσε να θεωρεί  την ένωση σε ισχύ, οι Ορθόδοξοι αποφάσισαν να κλείσουν και τυπικά το ζήτημα της ένωσης των εκκλησιών του 1439.

Έτσι το 1482 θα συγκληθεί (με τις ευλογίες και των Τούρκων) ορθόδοξη οικουμενική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη στην οποία και επίσημα θα γίνει ανάκληση των συμφωνιών της Φλωρεντίας .

(Δ.Γ. Αποστολόπουλος  “ Τα μετά την κατάκτηση “  Σελ 96-97).

 

Βιβλιογραφία

 

Μάρκου Ρενιέρη “ Το Βυζάντιο και η εν Βασιλεία σύνοδος“.

Παύλου Καλλιγά “ Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας“.

Μιχαήλ Δούκα “ Βυζαντινοτουρκική Ιστορία“.

Steven Runciman “ Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία“.

Δ. Γ. Αποστολόπουλος “ Τα μετά την κατάκτηση“.