H Πόλη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1449-1453) Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος.

0
1360

Στις 06 Ιανουαρίου 1449, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στέφεται στην Μητρόπολη του Μυστρά  Αυτοκράτορας. Ήταν η πρώτη φορά (εκτός της περιόδου της Νίκαιας) που η στέψη δεν γινόταν στην Πρωτεύουσα, γεγονός που άφηνε κάποια αμφιβολία για την νομιμότητα της τελετής.  Θεωρήθηκε όμως ως επιβεβλημένη, γιατί αν αυτή γινόταν στην Κωνσταντινούπολη από τον ενωτικό Πατριάρχη πιθανότατα θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα …

Όπως αναφέρει ο Φραντζής η άφιξη του Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη έγινε στις 12 Μαρτίου, συνοδεία Καταλανικών γαλερών.

Ο νέος Αυτοκράτορας από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες. Το κράτος του εδαφικά εκτός από την Κωνσταντινούπολη, περιελάμβανε μια νησίδα γης στη Προποντίδα , με σημαντικότερη πόλη τη Συλημβρία , προς βορρά στον Εύξεινο Πόντο , τις Μεσημβρία , Αγχίαλο και μερικές ακόμη κώμες , ορισμένα νησιά στο Αιγαίο όπως την Λήμνο και την περιοχή της Πελοποννήσου.

Απέναντι του οι Οθωμανοί όχι μόνο τον είχαν κυκλώσει , αλλά έχοντας σημειώσει την προηγούμενη χρονιά μία ακόμη νίκη ενάντια στα σταυροφορικά στρατεύματα , εμφανίζονταν ποιο έτοιμοι από ποτέ να κινηθούν εναντίον της Κωνσταντινούπολης.

Πρώτη ενέργεια του Αυτοκράτορα ήταν να μοιράσει την Πελοπόννησο στα δύο αδέρφια του Δημήτριο και Θωμά , βάζοντας τους να ορκιστούν ότι θα σέβεται ο ένας τα εδάφη του άλλου.

Βασική μέριμνα ήταν η εξεύρεση χρημάτων , ώστε και τα τείχη να επιδιορθωθούν , αλλά και αξιόμαχος στρατός να συγκροτηθεί. Για το λόγο αυτό αποφασίζεται να αναζητηθεί νέα σύζυγος με προίκα αλλά και χρήσιμες διασυνδέσεις. Παράλληλα επιβάλλονται φόροι σε ορισμένα εισαγόμενα  προϊόντα, όπως το κρασί και τα δέρματα , απόφαση που όμως προκάλεσε την αντίδραση των Βενετών.

Οι Βενετοί θα πιέσουν για ανάκληση, θεωρώντας ότι αντέβαιναν στις συνθήκες που υπήρχαν.   Ο Αυτοκράτορας απαντούσε ότι οι φόροι ήταν νόμιμοι αλλά και απαραίτητοι για την κάλυψη των εξόδων του κράτους. Όμως οι Βενετοί επέμεναν με τις συζητήσεις και τις διαφωνίες να συνεχίζονται όλη την χρονιά (DonaldNicol “Βυζάντιο και Βενετία“).

Για τον ίδιο λόγο αρνιόταν την απαλλαγή από δασμούς 2% στους Ραγουζαίους εμπόρους.

Το καλοκαίρι του 1451 ο Παλαιολόγος έστειλε τον πρεσβευτή του Ανδρόνικο Λεοντάρη στους Βενετούς , ζητώντας βοήθεια ενόψει της διαφαινόμενης επίθεσης των Οθωμανών.

Οι Βενετοί αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο αποφάσισαν να προμηθεύσουν πυρίτιδα και θώρακες.

Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη η επαναφορά του ζητήματος της ένωσης των Εκκλησιών, είχε δημιουργήσει μεγάλες αντιδράσεις από τους εκκλησιαστικούς ανθενωτικούς κύκλους.

Μάλιστα οι κύκλοι αυτοί πραγματοποίησαν σύναξη στην οποία καθαίρεσαν τον ενωτικό Πατριάρχη Γρηγόριο Μελισσηνό, τοποθετώντας στην θέση του τον ανθενωτικό Αθανάσιο Β’.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος με την σειρά του δεν αντέδρασε αλλά και δεν αναγνώρισε τις ενέργειες αυτές, προτιμώντας να παραμείνει η Πατριαρχική θέση κενή…

Άλλωστε και ο ίδιος μπορεί να προέτασσε την σωτηρία της Πόλης,  συμμεριζόταν όμως τις ανησυχίες των ανθενωτικών , γι’ αυτό και δεν ήθελε να επιβάλει δια της βίας την Ένωση.

Εντωμεταξύ τον Φεβρουάριο του 1451 πέθανε από αποπληξία ο Σουλτάνος Μουράτ και στον Οθωμανικό θρόνο ανέβηκε ο υιός του Μεχμέτ Β’ (Μωάμεθ).

Ως όφειλε ο Παλαιολόγος έστειλε αντιπροσωπεία με δώρα , ζητώντας την συνέχιση των ήδη υπαρχόντων συμφωνιών. Ο Μεχμέτ αποδέχτηκε με προσποιητή χαρά την πρόταση , άλλωστε αντιμετώπιζε τον εξ’ Ανατολών κίνδυνο επίθεσης από τον Ιμπραήμ Μπέη τον εμίρη του Καραμάν, γεγονός που τον έκανε να μην θέλει να ανοίξει και δεύτερο μέτωπο από τα δυτικά …

Για τον λόγο αυτό δώρισε τα εισοδήματα των χωριών γύρω από την περιοχή του Στρυμόνα που ανέρχονταν σε 300.000 άσπρα (το βασικό Οθωμανικό νόμισμα) , ως αποζημίωση για τα έξοδα και την διατροφή του Ορχάν , εξαδέλφου του και διεκδικητή εξ αίματος του σουλτανικού θρόνου, που για να γλυτώσει είχε καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη και οι Σουλτάνοι πλήρωναν λύτρα για να μένει ουσιαστικά περιορισμένος εκεί.

Ο Μεχμέτ  δεν έχασε καιρό , εκστρατεύοντας αμέσως εναντίον του Ιμπραήμ , συν τοις άλλοις και για να αποτρέψει οποιαδήποτε πιθανότητα επέκτασης παρόμοιων αντιδράσεων.

Η εκστρατεία αυτή , οδήγησε τον Παλαιολόγο και τους αυλικούς του σε ένα στρατηγικό σφάλμα. Έχοντας λανθασμένες εκτιμήσεις για τις ικανότητες και την δυναμική του νέου Σουλτάνου, έστειλαν εκ νέου αντιπροσωπεία , ζητώντας τον διπλασιασμό των λύτρων.

Ο Μεχμέτ που με αστραπιαίες ενέργειες  είχε αναγκάσει τον Ιμπραήμ να ζητήσει συγχώρεση, μόλις έμαθε για τους νέους όρους , χάρηκε γιατί του έδιναν την δυνατότητα να απεμπλακεί από τους όρκους του ρίχνοντας το φταίξιμο στους Βυζαντινούς.

Το λάθος αυτό υποχρέωνε την Κωνσταντινούπολη να στραφεί άμεσα στον Πάπα και με δεύτερη αντιπροσωπεία στην Βενετία. Ο Πάπας υποσχέθηκε ότι θα βοηθήσει, επεσήμανε όμως την ανάγκη ουσιαστικής εφαρμογής των όσων είχαν συμφωνηθεί στην Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1438, δηλαδή την ένωση των Εκκλησιών.

Την ίδια εποχή στο μυαλό του Μεχμέτ στροβιλιζόταν έντονα η ιδέα κατάληψης της Πόλης. Ως πρώτη ουσιαστικά πολεμική ενέργεια αποφασίστηκε να χτιστεί ένα δεύτερο φρούριο (Ρούμελη Χισάρ) , στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου , σε εδάφη που θεωρητικά ανήκαν στην Κωνσταντινούπολη. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυόταν ο θαλάσσιος αποκλεισμό της Πόλης , αφού ήδη υπήρχε στην ασιατική πλευρά αντίστοιχο φρούριο το Ανατολού Χισάρ.

Με φιρμάνι κάθε διοικητής υποχρεούταν να συνεισφέρει με άνδρες και υλικά για το χτίσιμο του φρουρίου, οι εργασίες του οποίου αποφασίστηκε να ξεκινήσουν τον Ιούνιο του 1452.

Παράλληλα αποφασίστηκε η επίθεση σε χωριά που βρισκόντουσαν έξω από την Κωνσταντινούπολη , με εντολές να σφάζουν όποιον προσπαθήσει να αντισταθεί.

Έτσι το ένα μετά το άλλο χωριά καταλαμβάνονταν, πλην της Συλημβρίας που κατά μία εκδοχή απέκρουσε την επίθεση ανοίγοντας τις πύλες της μετά την άλωση …

Από πλευράς Παλαιολόγου , στάλθηκαν απεσταλμένοι , τονίζοντας ότι κανείς έως τώρα δεν το είχε επιχειρήσει αυτό και ότι τα εδάφη αυτά ανήκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Η απάντηση του Σουλτάνου ήταν επιθετική αναφέροντας ότι θα κάνει ότι του αρέσει και ότι αν θέλει να καταλάβει την πόλη θα το κάνει και όποιος θέλει ας τον εμποδίσει…

Τότε ο αυτοκράτορας του έστειλε δεύτερη επιστολή στην οποία του ανέφερε ότι με δική του ευθύνη ο πόλεμος αρχίζει και ο Θεός θα κρίνει και τους δύο.

Η τυπική έναρξη του πολέμου οδήγησε τον Σουλτάνο σε επίσπευση των εργασιών κατασκευής του φρουρίου αλλά και σε φιρμάνι , στο οποίο οριζόταν ότι από εδώ και στο εξής , κάθε πλοίο που θα πέρναγε από τα στενά θα έπρεπε να πληρώνει διόδια…

Η απόφαση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και μεταξύ των Ιταλών εμπόρων, όμως όταν ένα βενετικό πλοίο αψήφησε την εντολή , θα βυθισθεί, για να επακολουθήσει η παραδειγματική τιμωρία του πλοιάρχου (παλούκωμα) και του πληρώματος.

Στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε σκέψη για αιφνιδιαστική επίθεση και καταστροφή του φρουρίου, όμως ο στρατός που το προφύλαγε ήταν πολύς …

Τελικά αποφασίζεται να εισέλθουν στην πόλη όλοι οι κάτοικοι των έξω περιοχών , αλλά και να σταλούν πλοία στο εξωτερικό προς εξεύρεση  βασικών προϊόντων όπως το σιτάρι.

Βασικό του μέλημα ήταν επίσης η εύρεση χρημάτων , απαραίτητων για την επισκευή των τειχών και την πληρωμή του στρατού. Έτσι θα λάβει δάνειο 9.000 δουκάτων από τους γενουάτες του Πέραν. Την ίδια εποχή και με πιθανό εγγυητή τον Λουκά Νοταρά, δόθηκε ένα ακόμη δάνειο από τους πλούσιους κατοίκους του Πέραν , ενώ μάλλον έλαβε ένα ακόμη δάνειο από την Βενετία.

(Τόνια Κιουσοπούλου “ Βασιλεύς η Οικονόμος).

Ο Κωνσταντίνος θα δεχτεί πλήγμα όταν ο Ούρμπαν ένας Ούγγρος ειδικός στην κατασκευή κανονιών , θα εγκαταλείψει την πόλη απογοητευμένος από τις καθυστερήσεις στις πληρωμές , για να πάει στον Μεχμέτ , που του υποσχόταν άφθονο χρυσάφι αν του έφτιαχνε κανόνια που θα μπορούσαν να γκρεμίσουν τα φημισμένα τείχη.

Τον Οκτώβριο του 1452, φτάνει στην Πόλη και ο Καρδινάλιος Ισίδωρος , συνοδεία διακοσίων στρατιωτών, γεγονός που αναζωπύρωσε το ηθικό αλλά και τις αντιδράσεις…

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κριτόβουλος “ τη περί το Θείον δόξη τα τε ένδον αυτή στάσεως γέμει και ταραχής δια ταύτην γε την αιτίαν “.

Οι ταραχές θα ενταθούν στις 12 Δεκεμβρίου,  όταν και θα πραγματοποιηθεί στην Αγιά Σοφιά , ενωτικό συλλείτουργο , όπου θα αναφερθεί και το όνομα του Πάπα Νικόλαου.

Ο διχασμός κορυφώνεται αφού πολλοί ανθενωτικοί , παροτρυνόμενοι από ιερείς και μοναχούς ξεσπούν σε ύβρεις εναντίον των ενωτικών, ενώ πολλοί αποφεύγουν ακόμη και να περάσουν απέξω από Εκκλησίες που θεωρούσαν ενωτικές (μιαρές).

Την ίδια στιγμή ο πνευματικός ηγέτης των Ανθενωτικών , Γεννάδιος από την μονή του Παντοκράτορα στην οποία βρισκόταν θυροκολλούσε ανακοίνωση προτρέποντας τον κόσμο

να μην εγκαταλείψει την πίστη του , υπενθυμίζοντας τους την τιμωρία που θα υποστούν την ημέρα της κρίσεως…

Επειδή η αδράνεια είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος της δειλίας και της διχόνοιας , αποφασίζεται να γίνει μια γρήγορη επιδρομή στα παράλια της Προποντίδας τα άλλοτε αυτοκρατορικά που τώρα κυριαρχούν οι μιναρέδες . Διαρκεί τρεις μέρες και στέφεται από απόλυτη επιτυχία και ήταν εκδίκηση για τις επιδρομές και σφαγές αθώων χωρικών το περασμένο καλοκαίρι.

 

Η ΕΞΩΘΕΝ ΒΟΗΘΕΙΑ…

 

Νοιώθοντας τον οθωμανικό κίνδυνο ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος , επιζητεί την βοήθεια του χριστιανικού κόσμου.  Όμως όπως θα διαπιστώσει αποτέλεσμα μηδέν.

Ο Γάλλος Βασιλεύς Κάρολος Ζ’ δεν φείδεται ευχών συμπάθειας και αγάπης αλλά μέχρι εκεί.

Ο Αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος  Γ’ , έριχνε την προσοχή του στην τελετή της αυτοκρατορικής του στέψης (έγινε το 1452), επιπλέον αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα με τα ζητήματα της Βοημίας και της Ουγγαρίας…

Ακόμη όμως και αν το επιθυμούσε, θα έπρεπε να πείσει τους ηγεμόνες των γερμανικών κρατιδίων στους οποίους η επιρροή του όμως δεν ήταν και καταλυτική…

Ο βασιλιάς της Αραγονίας Αλφόνσος Ε’  (που είχε και τις κτήσεις σε νότια Ιταλία και Σικελία) ενδιαφερότανε , αλλά μόνος του ήταν αδύνατο να κάνει κάτι , ενώ και το ενδιαφέρον του δεν ήταν ανιδιοτελές , πάντοτε στην Αραγονία μετά την κατάληψη της Σικελίας εποφθαλμιούσαν την Πόλη αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο ισχυροί ώστε να τολμήσουν επίθεση για την κατάληψη της.

Οι ανατολικές χώρες μετά την ήττα της Βάρνας το 1448 ήταν σε φάση ανασύνταξης, με τον Ούγγρο Ουνυάδη να έχει υπογράψει και συνθήκη ειρήνης με τους Οθωμανούς.                            Οι Σέρβοι του Μπράνκοβιτς, όχι μόνο δεν βοηθούν τον Παλαιολόγο αλλά υποχρεώνονται να στείλουν και βοήθεια 1.500 στρατιωτών στους Οθωμανούς…                                                       Για την ενέργεια τους αυτή θα ισχυριστούν ότι ξεγελάστηκαν αφού είχαν την εντύπωση ότι ζητήθηκε η βοήθεια τους για την εκστρατεία εναντίον του Καραμάν και μόνο όταν έφτασαν στην Αδριανούπολη έμαθαν την αλήθεια, όμως οι δικαιολογίες αυτές λένε την μισή αλήθεια…

Οι Ρώσοι εκείνη την εποχή έδιωχναν τους Τούρκους της Χρυσής Ορδής από τα μέρη τους και ήταν σε φάση ανασύνταξης . Όμως αρνήθηκαν κάθε βοήθεια επικαλούμενοι την ενωτική πολιτική που την θεωρούσαν προδοσία (Ostrogorsky“ Βυζαντινή ιστορία“).

Έτσι μόνο ο Πάπας με τους Βενετούς και τους Γενουάτες που είχαν οικονομικά συμφέροντα αλλά και μεγάλο οικονομικό ανταγωνισμό είχαν την δυνατότητα να βοηθήσουν.

Το πρώτο βήμα για την ενίσχυση της άμυνας, υλοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1452, όταν ο Καρδινάλιος Ισίδωρος , έφτασε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με 200 στρατιώτες. Παράλληλα ο Πάπας Νικόλαος Ε’ ενέτεινε τις προσπάθειες του για την ενοικίαση πλοίων απευθυνόμενος στους  Βενετούς αλλά και στους Γάλλους, αλλά κάπου εκεί αρχίζουν τα προβλήματα…

Οι Βενετοί ήταν σε δίλημμα γιατί έβλεπαν την άνοδο των Οθωμανών και ήξεραν ότι αν πέσει η πόλη οι ίδιοι θα υποστούν τεράστια οικονομική ζημιά (αργότερα την υπολόγισαν σε 200.000 χρυσά δουκάτα) από την κατάρρευση των συμφερόντων τους , αλλά και στον κίνδυνο να δυσχερανθεί γενικότερα το εμπόριο τους από τους απρόβλεπτους Οθωμανούς. Παράλληλα                     αντιλαμβάνονταν ότι θα ήταν οι επόμενοι αντίπαλοι τους κυρίως για τον έλεγχο της Μεσογείου.

Όμως  δεν μπορούσαν να πάρουν και μια απόφαση στο αν θα στείλουν βοήθεια γιατί από την άλλη υπήρχαν τα οικονομικά συμφέροντα που είχαν ήδη στο Αιγαίο και τα οποία αν έστελναν βοήθεια στην Πόλη  θα έμεναν εκτεθειμένα σε περίπτωση ήττας …

Για το λόγο αυτό υπήρχαν και προτάσεις είτε να συναφθεί συνθήκη με τον Μεχμέτ είτε να αφεθεί η Κωνσταντινούπολη στην μοίρα της , που όμως απορρίφθηκαν από την μεγάλη πλειοψηφία του ανώτατου συμβουλίου . (Donald Nikol “ Βυζάντιο και Βενετία “).

Αλλά και αν ακόμη αποφάσιζαν να διαθέσουν πλοία ποιος θα αναλάβανε να πληρώσει τα ούτως ή άλλως δυσβάστακτα έξοδα;

Όταν ο Πάπας απευθύνεται σε αυτούς εκείνοι του αποκρίνονται ότι ήδη τους χρωστούσε χρήματα από την ενοικίαση των γαλερών το 1444 , τελικά όμως επειδή τα συμφέροντα των Βενετών ήταν μεγάλα επικράτησε η άποψη να υποστηριχθεί το Βυζάντιο …

Έτσι  ύστερα από αναβολές μηνών, αποφασίζεται στα μέσα Φεβρουαρίου του 1453 να σταλεί άμεσα μια μικρή βοήθεια , ενώ μόλις ετοιμαστούν και άλλες γαλέρες να σταλούν και εκείνες .

Όμως ούτε και αυτή την φορά έφυγαν τα πλοία , το κόστος ήταν μεγάλο ενώ η συμφωνία με τον Πάπα για την καταβολή των χρημάτων δεν είχε επιτευχθεί….

Για τους Βενετούς τελικά ήταν σημαντικό να σωθεί η πόλη , όμως ακολούθησαν μια πολιτική αναβλητικότητας πιστεύοντας ότι έστω και δύσκολα τα τείχη της πόλης θα μπορούσαν να αντέξουν και έτσι οι ίδιοι θα απέφευγαν τα τεράστια έξοδα της ναύλωσης πλοίων αλλά και δεν θα εκτίθονταν στους Οθωμανούς .

Το μεγάλο λάθος τους ήταν η ελλιπής πληροφόρηση για την αποφασιστικότητα του Σουλτάνου αλλά και για την ποιότητα των πολεμικών όπλων που είχε στην διάθεση του  .

Αυτή η λανθασμένη εκτίμηση που βοήθησε την άλωση θα προκαλέσει ολική καταστροφή στην βενετική παροικία της πόλης και θα γίνει αιτία μεγάλων εντάσεων στο βενετικό Μεγάλο Συμβούλιο , όμως πλέον θα είναι αργά για δάκρυα….

Τελικά ύστερα από αρκετές αναβολές και ανταλλαγές επιστολών αποφασίστηκε στα μέσα Απριλίου να φύγει άμεσα ένα πλοίο για την Τένεδο για να επιβλέπει τις τουρκικές κινήσεις και εκεί να περιμένει τον υπόλοιπο στόλο, ώστε όλα τα πλοία μαζί να εισέλθουν στην Πόλη.

Όμως ενώ το ένα πλοίο έφυγε , η αναχώρηση των υπόλοιπων καθυστερούσε αφού η βενετική γερουσία είχε αποφασίσει να αναλάβουν το κόστος οι έμποροι που αντιδρούσαν, με αποτέλεσμα η γερουσία να απειλήσει ότι θα τους επιβάλλει ποινές και πρόστιμα αν δεν συμμορφώνονταν…

(Donald Nikol “ Βυζάντιο και Βενετία “).

Οι απειλές θα έχουν αποτέλεσμα , όμως τα συγκεντρωθέντα χρήματα αρκούσαν για την ναύλωση πέντε αντί των δεκαπέντε που είχε αποφασισθεί να σταλούν. Η αναχώρηση τους πραγματοποιήθηκε τελικά στις 7 Μαΐου με ρητές εντολές για το τι θα έπρεπε να κάνουν σε κάθε περίπτωση και ενώ είχαν επικρατήσει οι Βόρειοι άνεμοι , γεγονός που δυσκόλευε την διέλευση των στενών των Δαρδανελίων.

Αν και δεν είναι εξακριβωμένο που βρισκόντουσαν την στιγμή της Άλωσης , το σίγουρο είναι ότι δεν βρισκόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη …

Μάλιστα στις 11 Μαΐου η βενετική γερουσία θα λάβει επιστολή από την Μεθώνη που τους πληροφορούσε ότι η πολιορκία γινόταν όλο και ποιο στενή , γεγονός που θα τους αναγκάσει να διατάξουν τρία ακόμη πλοία να ξεκινήσουν , όμως σε κάθε περίπτωση και η νέα αυτή βοήθεια  θα αργούσε πολύ να φτάσει στον προορισμό της…

(Donald Nikol “ Βυζάντιο και Βενετία “).

Έτσι αυτή η έλλειψη οξυδέρκειας αλλά και η αναβλητικότητα στάθηκε μοιραία γιατί αν τα πλοία έφταναν εγκαίρως , οι πιθανότητες να λυθεί η πολιορκία ήταν σημαντικές.

Πάντως οι Βενετοί που ζούσαν στην πόλη με επικεφαλής τον Βάιλο Τζιρόλαμο Μινότο έμειναν σε αυτή κάνοντας ότι μπορούσαν για την σωτηρία της, ενώ τα καράβια τους (με ορισμένες εξαιρέσεις) παρέμειναν στο λιμάνι προστατεύοντας τον Κεράτιο κόλπο .

Για την δυτική βοήθεια υπάρχει και μια αναφορά του Κριτόβουλου που αναφέρει ότι υπήρχαν 30 πλοία του Πάπα στη Χίο που δεν μπορούσαν να έρθουν λόγω των αντίθετων ανέμων.

Ο Πάπας διαπιστώνοντας ότι οι συζητήσεις με τους Βενετούς , δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα,  απευθύνεται στην Ραγούζα (Ντουμπρόβνικ) , όμως και εδώ τα πράγματα δεν θα αποδειχθούν τόσο απλά…

Στις 05 Ιουνίου (και ενώ τα πάντα στην Πόλη είχαν τελειώσει) οι δύο πλευρές μιλούσαν ακόμη για ενοικίαση πέντε γαλερών έναντι 14.000 δουκάτων τα οποία θα κάλυπταν τους μισθούς των πληρωμάτων για τέσσερις μήνες. Όμως στην Ραγούζα δεν έμεναν ικανοποιημένοι θεωρώντας  ότι ο Πάπας θα έπρεπε να καταβάλλει επιπλέον ποσά και για ένα μέρος του εξοπλισμού με αποτέλεσμα οι συζητήσεις να συνεχίζονται…

(Steven Runciman “ Η άλωση της Κωνσταντινούπολης).

Πάντως η πλέον αμφιλεγόμενη στάση ήταν αυτή που τήρησε η πόλη της Γένουας και αντίστοιχα η πόλη (αποικία τους) στο Πέραν (Γαλατάς) απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.

Οι Γενουάτες ανησυχούσαν γιατί γνώριζαν ότι η άλωση της, θα τερμάτιζε την ελευθερία (ασυδοσία) που απολάμβαναν αλλά και θα έβαζε σε κίνδυνο το εμπορικό μονοπώλιο που διατηρούσαν μεταξύ του Εύξεινου Πόντου και του Πέραν.

Όταν όμως οι επίσημες προτροπές τους προς τους λαούς της χριστιανοσύνης δεν είχαν ουσιαστικό αντίκρισμα , αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσωπεία στο Σουλτάνο στην ανακοίνωναν την φιλία τους και την απόφαση τους να παραμείνουν ουδέτεροι.

Μια διφορούμενη ουδετερότητα με αντικρουόμενες ενέργειες ίσως και λόγω προσωπικών προτιμήσεων των κατοίκων προς την μία ή την άλλη πλευρά…

Έτσι από την μία ορισμένοι εφοδίαζαν με διάφορα πράγματα τον Οθωμανικό στρατό και την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι έκαναν το ίδιο προς τους πολιορκημένους.

Την ίδια ώρα που άφηναν ανενόχλητη την αλυσίδα που εμπόδιζε την είσοδο του Οθωμανικού στόλου στον Κεράτιο, κρατούσαν μια ένοχη σιωπή όταν αυτά τα πλοία περνούσαν μέσω ξηράς σε αυτόν…

Πάντως αρκετοί Γενουάτες προσέτρεξαν προς βοήθεια των αμυνομένων όπως φανερώνει και επιστολή του Ποντεστά (διοικητή) που έστειλε προς την Πόλη του αμέσως μετά την άλωση.

Ένα ένας εκ των ικανοτέρων πολέμαρχων της εποχής ο Τζιοβάνι Ιουστινιάνη Λόγγο που είχε έρθει προς βοήθεια της Πόλης με 700 στρατιώτες ,αναπτερώνοντας το ηθικό τους ήταν Γενουάτης.

Μετά την άλωση θα προκληθεί πανικός στο Πέραν και αρκετοί άνθρωποι θα προσπαθήσουν να διαφύγουν, γεγονός που προκάλεσε ην οργή του Μεχμέτ.

Ο Ποντεστά ( προκειμένου να μην ισοπεδωθεί η πόλη) , θα παραμείνει σε αυτή, στέλνοντας και αντιπροσωπεία στο Μεχμέτ με τα κλειδιά της πόλης. Παράλληλα θα προσπαθήσει να τον κατευνάσει εμποδίζοντας την φυγή ανθρώπων που για να αποφύγουν τα χειρότερα είχαν έρθει από απέναντι. Όμως ο κίνδυνος σύρραξης ιδίως με τους Βενετούς θα έχει ως αποτέλεσμα να τους αφήσει να αποχωρήσουν.

Τελικά οι Γενουάτες θα διατηρήσουν την συνοικία τους ανανεώνοντας τα προνόμια έστω και με την πληρωμή περισσότερων φόρων, όμως θα αναγκαστούν να γκρεμίσουν τα τείχη τους , δεχόμενοι θέλοντας και μη περαιτέρω περιορισμούς σε διάφορα θέματα.

Ωστόσο η αντίστροφη μέτρηση για τις Γενουατικές αποικίες στην περιοχή άρχιζε.

 

Οι ετοιμασίες για τον πόλεμο

 

Στις 26 Ιανουαρίου του 1453, καταφτάνει στην Πόλη ο Τζιοβάνι Ιουστινιάνη Λόγγο μαζί με 700 στρατιώτες .Τον είχε καλέσει προσωπικά ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και θεωρείτο από τους πλέον έμπειρους στα στρατιωτικά.

Θα του απονείμει αμέσως το αξίωμα του Πρωτοστράτορα (αρχιστράτηγου), καθώς και τον τίτλο του Δεσπότη της Λήμνου. Μαζί θα προχωρήσουνε σε επιθεώρηση των τειχών και στις απαραίτητες στρατιωτικές ενέργειες, μεταξύ των οποίων ήταν το άνοιγμα και το βάθεμα της τάφρου στην ευάλωτη περιοχή των Βλαχερνών, όπου το τείχος ήταν μονό.

Όμως το βράδυ της 26ης Φεβρουαρίου , θα αποχωρήσουν κρυφά επτά πλοία , μαζί με επτακόσιους άνδρες , προκρίνοντας την προσωπική τους σωτηρία, από εκείνη της Πόλης τους.

Την ίδια στιγμή ο Σουλτάνος Μεχμέτ ολοκλήρωνε τις δοκιμές με τις μπομπάρδες, δίνοντας εντολή να ξεκινήσει η μεταφορά τους που προβλεπόταν αρκετά αργή.

Παράλληλα έδινε εντολή να ξεκινήσει και ο στόλος από την Καλλίπολη., αλλά και να καταλάβει το νησί Πρίγκηπος της Προποντίδας, γεγονός που επετεύχθη ύστερα από σύντομη πολιορκία.

Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου και ενώ το Οθωμανικό στράτευμα πλησίαζε την Πόλη, οι φήμες για το μέγεθος και τα κανόνια του, δημιουργούσαν κλίμα τρόμου γεγονός που αναζωπύρωνε τις μοιρολατρικές και ύποπτες προφητείες των ανθενωτικών καλογήρων:

“ Ανοίξατε τις πόρτες του Κάστρου , αντί να περιμένετε να τις καταστρέψει ο άπιστος , αφήστε αυτόν να μπει μέσα και να περάσει στη μέση της πόλης. Τότες άγγελος εξολοθρευτής θα σας σώσει . Πιστεύσατε και θα σωθείτε . Μα αν είστε τόσο άπιστοι , ώστε να κρέμεστε από την αντρεία των ανθρώπων (στρατιωτών), ενώ η άνωθεν απόφαση σας υπόσχεται τη βοήθεια της , τότε μάθετε το , πως είναι χαμένη η πατρίδα σας και μαζί της και εσείς “.

Για να αντιστραφεί η ψυχολογία , αποφασίζεται να δοθεί ένα ακόμη  μάθημα στον Μεχμέτ.  Έτσι ένα απόσπασμα από 800 άνδρες ξεκινάει νύχτα για να βρει και να κτυπήσει την εμπροσθοφυλακή του που κάπως ξεκομμένη από τον υπόλοιπο στρατό ήδη πλησίαζε την πόλη.

Οι εντολές ήταν σαφείς, θα κτυπούσαν αστραπιαία και θα έφευγαν και για μια ακόμη φορά στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία αφού οι αντίπαλοι που αιφνιδιάστηκαν είχαν αρκετές απώλειες.

Επίσης αποφασίζεται να απλωθεί και η βαριά αλυσίδα , με την οποία προφυλασσόταν και ο Κεράτιος κόλπος. Τα άκρα της ήταν σφηνωμένα το ένα μέσα στα τείχη της Κωνσταντινούπολης και το άλλο στα τείχη του Πέραν. Παράλληλα οι υπεύθυνοι ανά τομέα πήγαιναν στις θέσεις τους αναμένοντας τον ισχυρό αντίπαλο, οι προφυλακές του οποίου ήδη άρχιζαν να προσεγγίζουν την Πόλη.

Η Πολιορκία

 

 

 

Από τις 31 Μαρτίου οι προφυλακές της Οθωμανικής στρατιάς πλησίαζαν την Πόλη , με την άφιξη του κύριου σώματος στρατού να γίνεται στις 2 Απριλίου. Για το μέγεθος υπάρχουν διάφορες μαρτυρίες σίγουρα όμως ο τακτικός στρατός ξεπερνούσε τις 80.000, ενώ ανάλογα μεγάλο ήταν το πλήθος των ατάκτων αλλά και των βοηθητικών. Στις 5 Απριλίου κατέφθασε και ο στόλος , αποτελούμενος από περίπου διακόσια πλοία διαφόρων ειδών με τον Σουλτάνο να δίνει το σύνθημα για την έναρξη της πολιορκίας.

Από την άλλη πλευρά οι αμυνόμενοι βάσιζαν τις ελπίδες τους στο τείχος σε ότι αφορά το χερσαίο τμήμα, ενώ προστάτευαν τον είσοδο στον Κεράτιο κόλπο με μια μεγάλη αλυσίδα.

Σύμφωνα με απογραφή που αναφέρει ο Φραντζής οι αμυνόμενοι δεν ξεπερνούσαν τις πέντε χιλιάδες , ενώ άλλες τρεις χιλιάδες πρέπει να ήταν οι ξένοι που είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα για βοήθεια. Τα ποιο αδύναμα σημεία θεωρούντο η Πύλη του Αγίου Ρωμανού και οι Βλαχέρνες κοντά στο Κεράτιο. Για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε την φύλαξη τους να αναλάβουν ο μεν Ιουστινιάνης την Πύλη του Αγίου Ρωμανού , οι δε Βενετοί της Πόλης το τμήμα των Βλαχερνών.

Τηρώντας το ισλαμικό τυπικό ο Μεχμέτ απέστειλε αντιπροσωπεία, ζητώντας την παράδοση της Πόλης , όμως ο Αυτοκράτορας Παλαιολόγος αρνήθηκε να μπει σε διαδικασία συζήτησης.

Από την πρώτη στιγμή βασικός στόχος του Μεχμέτ ήταν να προκληθεί η μεγαλύτερη δυνατή φθορά στα χερσαία τείχη, ενώ σε καθημερινή βάση οι στρατιώτες του, προσπαθούσαν να γεμίσουν με κάθε είδους υλικό την τάφρο, ώστε να διευκολυνθεί η είσοδος στην πόλη, όμως κάθε βράδυ οι αμυνόμενοι με μεγάλες προσπάθειες φρόντιζαν να την αδειάζουν…

Στις 18 Απριλίου, αποφασίσθηκε η πρώτη γενική επίθεση, όμως η συντονισμένη αντίδραση των αμυνομένων θα την αντιμετωπίσει με επιτυχία.

Την ίδια κατάληξη είχε και η πρώτη θαλάσσια επίθεση αφού οι υπερασπιστές μπορεί να υστερούσαν ποσοτικά, υπερτερούσαν όμως σε ποιότητα πλοίων και πληρώματος.

Η έλλειψη ποιότητας του Οθωμανικού ναυτικού θα φανεί σε όλη της την μεγαλοπρέπεια στις 20 Απριλίου, όταν τέσσερα αυτοκρατορικά πλοία , διέσπασαν τον εχθρικό κλοιό και ύστερα από πολύωρη μάχη κατάφεραν να εισέλθουν στην πόλη.

Το γεγονός αυτό έφερε γκρίνια στο Οθωμανικό στρατόπεδο και ο Μεχμέτ αποφάσισε να λάβει άμεσα δραστικά μέτρα. Έτσι καθαίρεσε τον Ναύαρχο Μπαλτάογλου, ενώ με δίολκο πέρασε διαμέσου ξηράς εβδομήντα πλοία στον Κεράτιο κόλπο, μεταφέροντας έτσι τον προβληματισμό στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Οι αμυνόμενοι αποφάσισαν να τα καταστρέψουν στέλνοντας πυρπολικά πλοιάρια με στόχο να τους βάλουν φωτιά , όταν όμως η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου , οι Τούρκοι τους περίμεναν και η προσπάθεια απέτυχε. Μάλιστα όσους συνέλαβαν ζωντανούς τους παλούκωσαν αφήνοντας τους να αργοπεθαίνουν σε ορατό από τα τείχη σημείο.

Τότε ο Παλαιολόγος (σύμφωνα με τον Φραντζή) οργισμένος για πρώτη φορά διέταξε να ανεβάσουν 260 Τούρκους αιχμαλώτους στα τείχη  και να τους σκοτώσουν για αντίποινα…

Τα πράγματα μέσα στην πόλη δυσκόλευαν όλο και περισσότερο  αφού εκτός από το οικονομικό πρόβλημα , άρχιζε να υπάρχει έλλειψη τροφίμων αλλά και συμπτώματα λιποταξιών στα τείχη, κυρίως από ανθρώπους που ενδιαφέρονταν να θρέψουν τις οικογένειες τους …

Οι δυσκολίες αυτές έδιναν πάτημα και σε εκείνους που ποτέ δεν έπαυαν να υποσκάπτουν το φρόνημα του λαού , μιλώντας για παράδοση και αιχμαλωσία.

Χαρακτηριστικά ο Φραντζής αναφέρει : “ Ορισμένοι απείθαρχοι και ελεεινοί από τους δικούς μας βρήκαν τώρα την ευκαιρία , εξαιτίας της δύσκολης θέσης μας , να πραγματοποιήσουν όσα πονηρά είχαν στο μυαλό τους δημιουργώντας φασαρίες κάθε μέρα. Χωρίς φόβο Θεού, δίχως να ντρέπονται το Βασιλέα ή τους συμπολίτες τους , τριγύρναγαν στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης βρίζοντας χυδαία και κατηγορώντας το δύστυχο αυτοκράτορα και τους άλλους άρχοντες “.

Τα όσα δραματικά συνέβησαν εκείνες τις ημέρες μεταφέρονται και από το χρονικό του βαρβερινού κώδικα:  “…τότε έκαμε ο βασιλεύ Παλαιολόγος και εμάζωξε το ψωμί και το εμέραζε εισέ όλη τη χώρα εις τις φαμίλιες , δια να μη ευρίσκουνε πρόφαση να λέγουνε , ότι ψωμί δεν έχουμε στα σπίτια μας και πάμε να δουλέψομε. Και κάποιοι άρχοντες αβάροι αδιάκριτοι , εκρύβανε τα στάρια δια να τα πουλήσουνε ακριβά να μαζώξουνε φλωριά , και δεν εβάλανε εις το νου τους , πως θέλουν τα πάρει οι εχθροί μαζί με τη ζωή τους . Και άλλοι τα εκρύβανε . Τότε οι πολεμιστάδες δεν ακούανε μηδέ υποτασσόντησάνε των καπετανέων τους , μηδέ με βρισιές ,  μηδέ με ραβδές , μηδέ με άλλο , μόνο έκανε καθώς ότι ήθελε . Αλλά μηδέ δια τον βασιλέα δεν εκάμασι , και τόνε υβρίζανε ομπρός του και αυτός εκαμωνέτονε πως δεν τα ακούει….“.

Τελικά για την εξεύρεση χρημάτων αποφασίστηκε να παρθούν από τους ναούς διάφορα σκεύη και αναθήματα , ενώ με μεγάλη προσοχή επιτροπές επισιτισμού άρχιζαν να μοιράζουν τρόφιμα στα σπίτια και ορίστηκαν βάρδιες που θα πρόσεχαν το θέμα των λιποταξιών .

Το ίδιο διάστημα ο Μεχμέτ έθετε σε εφαρμογή κάθε δυνατή ιδέα που θα μπορούσε να βοηθήσει την εκπλήρωση του σκοπού του. Έτσι επιχειρεί να εισέλθει στην Πόλη είτε υπέργεια με μεγάλους πολιορκητικούς κλοιούς, είτε σκάβοντας λαγούμια. Το θέμα των λαγουμιών ανετέθη σε ένα έμπειρο από ορυχεία άνθρωπο του Ιουστινιάνη, τον Γιοχάνες Γκραντ που θα καταφέρει να αποκρούσει όλες τις απόπειρες, ενώ το θέμα των πύργων αντιμετωπίσθηκε είτε με την βοήθεια φουρνέλων (Σλαβονικό χρονικό) , είτε χάρις σε παράτολμους στρατιώτες που ντυμένα Οθωμανικά προσέγγιζαν τους πύργους βάζοντας τους φωτιά.

Στις 7 Μαΐου, πραγματοποιείται νέα μεγάλη γενική επίθεση του Οθωμανικού στρατού.  Μάλιστα μπροστά από ένα μισογκρεμισμένο πύργο στην περιοχή του Αγίου Ρωμανού, οι Οθωμανοί θα επιχειρήσουν να περάσουν το φράκτη και να εισέλθουν στον περιβάλλοντα χώρο, όμως με υπεράνθρωπη προσπάθεια οι αμυνόμενοι θα τους αποκρούσουν.

Τα μεσάνυκτα της 12ης Μαΐου οι Οθωμανοί θα επιχειρήσουν μία ακόμη γενική επίθεση για πρώτη φορά μάλιστα στις Βλαχέρνες και για μία ακόμη φορά οι αμυνόμενοι θα καταφέρουν να τους αποκρούσουν έστω και με μεγάλη δυσκολία.

Για το επεισόδιο αυτό το Σλαβονικό χρονικό αναφέρει :

“ Έρχονται λοιπόν και λένε στον Καίσαρα ότι οι Τούρκοι εμπήκαν στο κάστρο και νικάνε τους πολεμιστές. Έτρεξε αμέσως ο Καίσαρ κι όλοι οι άρχοντες και στρατηγοί. Οι στρατηγοί επέρασαν εμπρός από τον Καίσαρα και τους άρχοντες και έτρεχαν σε βοήθεια. Στο δρόμο συναντούσαν πολλά πλήθη που έφευγαν, έτρεχαν να γλιτώσουν από τους Τούρκους. Τους έβαλαν εμπρός χτυπώντας τους και τους ανάγκασαν να γυρίσουν πίσω. Ο Γιουστινιάνης με τους άλλους στρατηγούς επολέμαγε τους Τούρκους μέσα στην πόλη , κι άλλοτε τους έβαναν μπροστά οι Τούρκοι , άλλοτε γύριζαν πίσω, οχυρώνονταν κι επολέμαγαν , ενώ άλλοι Τούρκοι είχαν στήσει γιοφύρια πάνω στα χαντάκια κι έμπαινε στην πόλη η καβαλαρία.

Φτάνοντας οι στρατηγοί έσμιξαν με τον Γιουστινιάνη κι έπεσαν με ορμή απάνω στους Τούρκους και τους επήγαν ίσαμε τα τείχη, αλλά τώρα μέσα στην πόλη έμειναν πολλοί Τούρκοι καβαλαρία και πεζοί  και πάλι έκαναν πίσω τους στρατηγούς και τους εχτύπαγαν αλύπητα χιμώντας απάνω τους σαν θηρία.

Αν δεν έφτανε εγκαίρως ο Καίσαρ πάει η πόλη, εκείνη θα’ ταν η τελευταία της στιγμή. Φτάνοντας έβαλε τις φωνές να δώκει θάρρος στους δικούς του, εβρυχήθηκε σαν λιοντάρι κι όρμησε καταπάνω στους Τούρκους με την διαλεχτή του φρουρά, πεζικάριους και καβαλάρηδες και τους εχτύπησε σκληρά… “.

Οι συνεχείς αποτυχίες έδειξαν στον Μεχμέτ , ότι η υπόθεση άλωσης της Πόλης δεν ήταν εύκολη. Έτσι έδωσε εντολή να ενταθούν οι βολές του πυροβολικού, αλλά και να γίνονται συνεχείς (έστω και εικονικές) επιδρομές των πλοίων , ώστε οι αμυνόμενοι να μην παίρνουν ανάσα…

Η  Κωνσταντινούπολη οριστικά αβοήθητη

 

Η 23η Μαΐου ήταν μια δύσκολη ημέρα για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το πρωί έγινε γνωστό από πλοιάριο που είχε σταλεί για τον σκοπό αυτό, ότι καμία βοήθεια δεν φαινόταν πουθενά.

Ο Nicolo Barbaro (Ημερολόγιο της αλώσεως) , αποκαλύπτει ότι ο γαληνότατος ακούγοντας αυτή την είδηση άρχισε να κλαίει πικρά από την στενοχώρια του.

Την ίδια στιγμή οι πιέσεις για παράδοση της Πόλης ενισχύονταν. Σύμφωνα με το Σλαβονικό χρονικό ο επικεφαλής των Ανθενωτικών,  Αθανάσιος επισκέφθηκε τον Παλαιολόγο για να τον ενημερώσει ότι όλα τα σημάδια έδειχναν ότι η πόλη θα πέσει…

“  Όλα όσα έχουν ειπωθεί για την πόλη αυτή τα γνωρίζεις . Και πάλι λοιπόν απόψε φάνηκε ένα άλλο φοβερό σημείο: το ανέκφραστο φως , αυτό που συλλειτουργούσε μέσα στην μεγάλη εκκλησία της Σοφίας του Θεού μαζί με όλους τους παλαιούς φωστήρες κι οικουμενικούς αρχιερείς , ο άγγελος που μας έστειλε ο Θεός επί Καίσαρος Ιουστινιανού να φρουρεί την αγία και μεγάλη εκκλησία και την πόλη ολόκληρη, έφυγε αυτή την νύχτα και απήλθε στους ουρανούς , σημείο ότι θεία χάρις και το έλεος του μας άφησαν κι έφυγαν : θέλημα λοιπόν του Θεού είναι να πάρουν την πόλη οι εχθροί μας “. Και του έφερε κι εκείνους που είδαν το θαύμα.

Η ένταση της στιγμής είχε ως αποτέλεσμα την λιποθυμία του αυτοκράτορα, μόλις όμως συνήλθε είπε στον Αθανάσιο και σε όλους τους άρχοντες να ορκισθούν ότι δεν θα διαρρεύσει τίποτα από όσα ειπώθηκαν στον λαό για να μην πέσει το ηθικό του.

Το απόγευμα έγιναν στον αυτοκράτορα νέες προτάσεις παράδοσης αυτή την φορά από αντιπροσωπεία των Οθωμανών , όμως θα απορριφθούν και αυτές…

Η απάντηση του Κωνσταντίνου αγέρωχη και απλή κατέληγε σε ένα όχι με τα λόγια τούτα :           “ το δε την πόλην σοι δούναι , ουκ εμόν εστιν ούτ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών “.

Ύστερα από την απάντηση αυτή και οι δύο πλευρές ετοιμάζονταν για την γενική επίθεση…

Ο Σουλτάνος Μεχμέτ , συγκάλεσε στις 25 Μαΐου , συμβούλιο ζητώντας επί της ουσίας να επικυρώσουν την απόφαση του για επίθεση στις 29 του μήνα.

Παράλληλα πάρθηκε η απόφαση μέχρι τότε δεν θα άφηναν τους πολιορκημένους σε ησυχία:              “ Ο δε τύραννος ήρξατο ημέρα Κυριακήν πόλεμον καθολικόν “ (Δούκας , Ιστορία).

Την ίδια στιγμή οι αμυνόμενοι γενίκευαν τις ετοιμασίες τους , δεν έλειπαν όμως τα προβλήματα και οι τριβές. Σοβαρότερη όλων ήταν η αντιπαράθεση του Μεγάλου Δούκα Νοταρά με τον Πολέμαρχο Ιουστινιάνη, όταν ο πρώτος αρνήθηκε να δώσει στον Ιουστινιάνη τα κανόνια που του ζήτησε, θεωρώντας ότι και από την μεριά του λιμανιού (που ήταν υπεύθυνος) δεν έλειπαν οι κίνδυνοι…

Τότε ο Ιουστινιάνης σε έξαλλη κατάσταση αποκάλεσε τον Νοταρά προδότη , επιχειρώντας να τον κτυπήσει, όμως η έγκαιρη παρέμβαση του αυτοκράτορα απέτρεψε τα χειρότερα…

Για τον Αυτοκράτορα το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι ζημιές και τα ρήγματα στα χερσαία τείχη που από τις συνεχείς βολές (ειδικά στην πύλη του Ρωμανού), δεν ήταν πλέον εύκολα επισκευάσιμες, εξίσου σημαντικό ήταν όμως και το ηθικό του λαού. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε να γίνει περιφορά των εικόνων, ενώ το απόγευμα της 28ης Μαίου πραγματοποιήθηκε λειτουργία στην Αγία Σοφία , στην οποία χωρίς να κρατούνται πια οι τύποι και μέσα σε κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης ο ένας ζητούσε συγχώρεση από τον άλλο.

Την ίδια στιγμή στο Οθωμανικό στρατόπεδο άναβαν εκατοντάδες φωτιές, αρχίζοντας παράλληλα να φωνάζουν ιαχές και αλαλαγμούς ένα θέαμα εντυπωσιακό αλλά και ανατριχιαστικό.

 

Η 29η Μαίου 1453

 

Στις 02.00 το πρωί περίπου στο Οθωμανικό στρατόπεδο δίνεται το έναυσμα για την έναρξη της γενικής επίθεσης. Αυτή είναι μαζική πραγματοποιούμενη από το σύνολο των ατάκτων δυνάμεων  σε όλο το μήκος των χερσαίων και θαλασσίων τειχών. Βασικός στόχος του Μεχμέτ ήταν η εξάντληση των αμυνομένων γεγονός που θα διευκόλυνε  το έργο των επόμενων επιθέσεων από τον τακτικό στρατό του…

Παρόλα αυτά οι επιθέσεις δεν στερούντο ορμής , αφού οι δυνάμεις αυτές εξαπέλυαν κάθε αντικείμενο εναντίον των αμυνομένων , οι οποίοι όμως καλά προετοιμασμένοι τις αντιμετώπισαν με επιτυχία. Όμως ο Σουλτάνος έχοντας προβλέψει το ενδεχόμενο αυτό είχε δώσει εντολή να σφάζεται όποιος θα υποχωρεί. Έτσι οι δυνάμεις των ατάκτων θέλοντας και μη εξαναγκάζονταν σε επιθέσεις απελπισίας που όμως θα αποκρουστούν με επιτυχία, αναγκάζοντας τον Μεχμέτ να διατάξει μετά από δύο ώρες γενική υποχώρηση.

Η πρώτη νίκη είχε κερδηθεί για τους υπερασπιστές, όμως σχεδόν αμέσως εξαπολύθηκε η δεύτερη επίθεση από το σύνολο του τακτικού στρατού.

Στην επίθεση αυτή δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην περιοχή του Αγίου Ρωμανού , την οποία υπερασπιζόντουσαν τόσο ο Αυτοκράτορας όσο και ο Ιουστινιάνης, αλλά και στην περιοχή του παλατιού των Βλαχερνών στην οποία επικεφαλής είχε ορισθεί ο Βενετός Βαίλος , Μινότο.

Οι επιθέσεις του τακτικού στρατού όπως ήταν φυσικό είχαν μεγαλύτερη πειθαρχία, ενώ συνεπικουρούμενοι από τους τοξοβόλους του Οθωμανικού στρατού θα καταφέρουν να προσεγγίσουν το σταύρωμα επιχειρώντας να στήσουν τις σκάλες και να εισέλθουν στον περιβάλλοντα χώρο. Αρκετές μάχες δίνονταν πλέον σώμα με σώμα ειδικά στην περιοχή του Αγίου Ρωμανού, με την κατάσταση να είναι πλέον οριακή και την ζυγαριά της νίκης να γέρνει πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά.

Ο Μεχμέτ έχοντας αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και παρά το γεγονός ότι θα χάνονταν και δικοί του στρατιώτες, δίνει εντολή να συνεχιστούν οι κανονιοβολισμοί στο σημείο αυτό , θεωρώντας ως μείζον γεγονός την κατάκτηση της Πόλης .

Το γεγονός αυτό πράγματι δίνει την δυνατότητα σε μια ομάδα τριακοσίων στρατιωτών του Οθωμανικού στρατού να εισέλθει για πρώτη φορά στον περιβάλλοντα χώρο, όπου βρίσκονταν οι αμυνόμενοι.

Οι στιγμές ήταν οριακές , οι αμυνόμενοι όμως με μια παράφορη ορμή κατάφεραν σταδιακά να τους εξουδετερώσουν και να τους εκδιώξουν πετυχαίνοντας μία ακόμη νίκη , την ύστατη.

Το γεγονός αυτό απογοήτευσε τον Σουλτάνο , που μαθαίνοντας ότι και στα υπόλοιπα σημεία οι επιθέσεις του δεν είχαν αποτέλεσμα , διέταξε υποχώρηση και ανασύνταξη.

Στην νέα επίθεση ο Μεχμέτ χρησιμοποίησε και το τελευταίο του όπλο τους Γενίτσαρους που ξεκούραστοι και ανυπόμονοι περίμεναν την δική τους ώρα.

Τους Γενίτσαρους ο Μεχμέτ τους προόριζε αποκλειστικά για την περιοχή του Αγίου Ρωμανού που τα κενά στα τείχη ήταν τεράστια , ενώ στα άλλα σημεία έγινε απλώς ανασύνταξη και νέα επίθεση του τακτικού στρατού. Η πίεση που αναμενόταν να δεχτεί η περιοχή του Αγίου Ρωμανού αναγκάζει τον Αυτοκράτορα (σύμφωνα με τον Φραντζή) να διατάξει να έρθει προς ενίσχυση , τόσο ένα μεγάλο μέρος του εφεδρικού σώματος , όσο και έμπειροι αξιωματικοί όπως οι Θεόφιλος Παλαιολόγος και Δημήτριος Κατακουζηνός.

Πράγματι οι Γενίτσαροι προχωρούν μεθοδικά και κατά κύματα, ενώ με τα εργαλεία που διέθεταν προσπαθούσαν να διαλύσουν τα πρόχειρα φτιαγμένα αναχώματα.

Για ακόμη μια φορά η τύχη της Πόλης κρεμόταν από μία κλωστή, όμως οι υπερασπιστές της  κατάφερναν έστω και οριακά να διατηρούν τον έλεγχο της κατάστασης.                                          Παρά την απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, είχαν πλέον κάθε δικαίωμα να πιστεύουν στην μεγάλη νίκη, με τον αυτοκράτορα να τους παροτρύνει να αντέξουν λίγο ακόμη. Γρήγορα ωστόσο δύο οδυνηρά και όχι απόλυτα διευκρινισμένα γεγονότα θα εξανεμίσουν  τις ελπίδες των αμυνομένων , γέρνοντας οριστικά την ζυγαριά προς την οθωμανική πλευρά…

Η Πόλις Εάλω…

Οι μεγάλες καταστροφές στα τείχη, προβλημάτιζαν τους υπερασπιστές που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τα επισκευάζουν. Για το λόγο αυτό στο Βόρειο τομέα, εκεί που το μονό τείχος συναντούσε το τριπλό (οκτακόσια μέτρα βόρεια της πύλης του Αγίου Ρωμανού), αποφάσισαν να ανοίξουν ένα παραπόρτι που οδηγούσε κατευθείαν στον περίβολο.                                                       Το πορτάκι αυτό ήταν η Κερκόπορτα και σύμφωνα με τον Δούκα , από εκεί πρωτομπήκαν στην Πόλη οι Οθωμανοί,  όταν ορισμένοι εξ αυτών που ήδη είχαν εισχωρήσει στον περίβολο αντιλήφθηκαν την ύπαρξη της και ότι αυτή ήταν ανοικτή. Πάντα σύμφωνα με τον Δούκα οι αρχικά πενήντα Τούρκοι κατέλαβαν τρεις πύργους υψώνοντας τα οθωμανικά μπαϊράκια, ενώ ο πανικός των αμυνομένων τους έδωσε την δυνατότητα να φτάσουν μέχρι το κύριο σημείο της μάχης στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι εκεί αμυνόμενοι που μέχρι τότε κρατούσαν τις θέσεις τους όταν αντιλήφθηκαν, τι είχε συμβεί κατέρρευσαν και αμέσως κάθε μορφή άμυνας διαλύθηκε.                                                                                                                                              Σε αντίθεση όμως με τον Δούκα οι υπόλοιποι ιστορικοί αναφέρουν ότι η αντίστροφη μέτρηση για την Πόλη ξεκίνησε όταν ο Πολέμαρχος Ιουστινιάνης που μέχρι τότε αγωνιζόταν με απαράμιλλη ανδρεία στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, τραυματίστηκε θανάσιμα από εχθρικό βόλι, γεγονός που επέφερε αναστάτωση αρχικά στους μαχητές του και στη συνέχεια σε όλο το στράτευμα. Σχετικά με τον τραυματισμό του πολέμαρχου, υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις που ξεκινούν από το ότι σηκώθηκε και έφυγε μόνος του, μέχρι του ότι τραυματίστηκε από μέσα.                                                                                                                                        Προσωπικά θεωρώ ότι την πιο αντικειμενική άποψη για το θέμα εκφράζει ο Κριτόβουλος, που αναφέρει ότι βλήμα βαλλίστρας διαπέρασε τον θώρακα τραυματίζοντας τον σοβαρά στο στέρνο. Ο Ιουστινιάνης σωριάστηκε κάτω και οι σύντροφοι του αποκαρδιωμένοι, πήραν τον αρχηγό τους και αποχώρησαν παρά τις παρακλήσεις του Αυτοκράτορα να μείνουν στις θέσεις τους.                  “  Βάλλεται μεν Ιουστίνος καιρίαν βέλει των από μηχανής κατά του στέρνου δια του θώρακος διαμπάξ και βληθείς πίπτει αυτού και αποκομίζεται ες την ιδίαν σκηνήν κακώς έχων. Εκλύονται δε οι μετ’ αυτού πάντες απειρηκότες τω πάθει και καταλείψαντες το τε σταύρωμα και το τείχος ίνα εμάχοντο, προς έν μόνον εώρων, αποκομίσαι τε τούτον εν ταις ολκάσι και αυτοί αποκομισθήναι σως, καίτοι του βασιλέως Κωνσταντίνου πολλά παρακαλούντος αυτούς και υπεσχημένου μικρόν παραμείναι, έως αν ο πόλεμος λωφήση οι δ’ ουκ εδέξαντο, αλλ’ αναλαβόντες τον ηγεμόνα σφων ωπλισμένοι εχώρουν επί τας ολκάδας σπουδή και δρόμω μηδενός επιστρεφόμενοι των άλλων “.                                                                                                  Το εδάφιο αυτό αποκαλύπτει ότι ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη ήταν πολύ σοβαρός και ο Πολέμαρχος τέθηκε σχεδόν αμέσως εκτός μάχης.  Το γεγονός αυτό αποδιοργάνωσε την άμυνα στο σημείο εκείνο, αφού αρκετοί από τους άνδρες του Ιουστινιάνη αποθαρρύνθηκαν και παρά τις εκκλήσεις του Αυτοκράτορα αποχώρησαν. Ο Μεχμέτ παρατηρώντας την σύγχυση και τα κενά , παρακίνησε τους στρατιώτες του να επιτεθούν , ώστε να ενισχύσουν εκείνους που ήδη πίεζαν ασφυκτικά τους αμυνόμενους.                                                                                                Τότε μία ομάδα τριάντα Οθωμανών με επικεφαλής τον Χασάν από το Ουλουμπάτ της Βιθυνίας, κατάφερε να ανοίξει πέρασμα και να εισχωρήσει για μια ακόμη φορά στον περιβάλλοντα χώρο. Οι αμυνόμενοι κατάφεραν να τους εξουδετερώσουν , όμως ήταν αδύνατο να κλείσουν τα κενά. Πλέον ανάμεσα στον Μεχμέτ και την επίτευξη του στόχου του , δεν παρεμβάλλονταν ούτε τάφρος, ούτε προτείχισμα , ούτε τείχος , ούτε πύργοι, παρά μόνο η ψυχή των αμυνομένων.               Και την ψυχή αυτή αντιπροσώπευαν κατά τον ιδανικότερο τρόπο οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης. Κατάκοποι, εξουθενωμένοι , γεμάτοι λαβωματιές , αλλά ψυχικά γιγαντωμένοι έδιναν τον υπέρ πάντων αγώνα , ήταν όμως πλέον αδύνατο να συγκρατήσουν την οθωμανική πλημμυρίδα , αφού οι αναλογίες σε αριθμούς ήταν τρομερά άνισες.                            Έτσι πολυάριθμοι Τούρκοι άρχισαν να εισχωρούν εκ νέου στο περιβάλλοντα χώρο και αυτή τη φορά παρά την απεγνωσμένη  αντίσταση των αμυνομένων  κατόρθωσαν να σταθεροποιηθούν.            Η συνεχής εισροή των Τούρκων αποδιοργανώνει την άμυνα και σταδιακά οι υπερασπιστές εγκαταλείπουν ο ένας μετά τον άλλο τις θέσεις του, κοιτώντας πλέον πως θα μπορέσουν να σώσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειες τους. Η κραυγή “Η Πόλις εάλω “ άρχισε να διαδίδεται από στόμα σε στόμα , ενώ τους πανικόβλητους ανθρώπους ακολουθούν κατά πόδας χιλιάδες Τούρκοι, που πλέον αυτό που τους ενδιέφερε ήταν τι θα αιχμαλωτίσουν και τι θα αρπάξουν…

Το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μετά τον τραυματισμό του Ιουστινιάνη, πέταξε από πάνω του τα αυτοκρατορικά εμβλήματα επιστρέφοντας στην θέση του , στην πύλη του Αγίου Ρωμανού για να αγωνιστεί ως απλός στρατιώτης. Ως έμπειρος πολεμιστής ήξερε ότι οι πιθανότητες να σωθεί η Πόλη του ήταν πλέον ελάχιστες. Απέμενε όμως κάτι σημαντικό για εκείνον,  η τιμή του και αυτή δεν ήταν διατεθειμένος να την εκχωρήσει …                                                                                     Έτσι συνοδευόμενος από τους πιστούς του αξιωματικούς Θεόφιλο Παλαιολόγο, Ιωάννη Δαλμάτη, Δημήτριο Κατακουζηνό τον μακρινό του συγγενή Φραγκίσκο του Τολέδο και την μικρή αλλά εκλεκτή αυτοκρατορική φρουρά , προσπάθησε να συγκρατήσει τις ορδές των Οθωμανών που ήδη από κάθε δυνατό σημείο εισχωρούσαν στο εσωτερικό της Πόλης.                          Οι έσχατοι υπερασπιστές της Πόλης μάχονται με αφάνταστη γενναιότητα, όμως η συντριπτική υπεροχή των αντιπάλων παρασύρει σαν ορμητικός χείμαρρος τα πάντα στο πέρασμα της.                 Σύμφωνα με τον Θεόφιλο Παλαιολόγο ο Αυτοκράτορας βλέποντας ότι ήταν αδύνατο να αντιστραφούν τα πράγματα φώναζε δυνατά : Η πόλη μου χάνεται και εγώ ακόμη ζω;                                                                                                                                          Γιατί από την αρχή της μάχης το δίλημμα για εκείνον ήταν “ το η θα νικήσω ή θα πεθάνω “ και αφού πλέον δεν μπορούσε να νικήσει, δεν σκεφτόταν παρά τον θάνατο που ήδη βρισκόταν κοντά του σε απόσταση λίγων δρασκελιών, αλλά ένα θάνατο έντιμο που θα βοήθαγε να κρατηθεί και το φρόνημα του υπόδουλου πλέον λαού του.                                                             Σύμφωνα με μαρτυρίες  δέχτηκε το πρώτο χτύπημα στο πόδι από πεσμένο γενίτσαρο, το χτύπημα ήταν σοβαρό αλλά όχι θανατηφόρο και ο Παλαιολόγος συνέχισε να αγωνίζεται όταν λίγο αργότερα κυκλωμένος από ομάδα γενίτσαρων δέχτηκε αρκετά χτυπήματα που ήταν και τα καθοριστικά..  Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έπεφτε στο πεδίο της μάχης , στο πεδίο της τιμής ενώ η λατρεμένη του Πόλη έμπαινε σε νέα εποχή…