Μένανδρος ο Κηφισσιεύς (342-291) Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος

0
985

Ο Μένανδρος γεννήθηκε το 342 π.χ. Πατέρας του ήταν ο Διοπείθης εύπορος Πολίτης από την Κηφισιά και μητέρα του η Ηγισιστράτη. Έζησε στην Αθήνα μέχρι τον θάνατο του που προήλθε το 291 π.χ. από πνιγμό στην Φρεαττύδα. Γνωρίζουμε επίσης ότι συζούσε με την  περιβόητη εταίρα Γλυκέρα. Σε νεαρή ηλικία ήταν μαθητής του φιλοσόφου Θεόφραστου, ενώ υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία μαζί με τον φιλόσοφο Επίκουρο. Υπήρξε φίλος του αρμοστή της Αθήνας,  Δημήτριου Φαληρέα (317-307) , όταν όμως εκείνος ανατράπηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, αντιμετώπισε κατηγορίες , οι οποίες όμως με την  μεσολάβηση του νέου ηγεμόνα της Αθήνας απεσύρθησαν.

Θεωρείται σημαντικός εκπρόσωπος της νέας κωμωδίας, στην οποία μυήθηκε από τον θείο του Άλεξη, συγγραφέα της μέσης κωμωδίας. Αν και στη νέα κωμωδία κυριαρχούν τα προβλήματα απλών ανθρώπων, εντούτοις από τα έργα του Μένανδρου δεν λείπουν οι κοινωνικές ή πολιτικές θέσεις, όπως η σκωπτική διάθεση με την οποία παρουσιάζει τις αιματηρές θυσίες ζώων  (Δύσκολος) και η διατήρηση της “ Πόλης“ , ως το ιδεώδες σύστημα πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης.

Συνολικά έγραψε πάνω από εκατό έργα και κέρδισε το πρώτο βραβείο οκτώ φορές. Από τα έργα του ο Δύσκολος έχει σωθεί σε σχεδόν ακέραιη μορφή , από τους  Επιτρέποντες και την Σαμία έχουν σωθεί εκτεταμένα αποσπάσματα, ενώ αποσπασματικοί στίχοι έχουν σωθεί από αρκετά ακόμη έργα του.

Η φήμη που απέκτησε οφείλεται και στους μεταγενέστερους Ρωμαίους συγγραφείς Πλαύτο και Τερέντιο που διασκεύασαν πολλά από τα έργα του. Ενώ ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος τον αναφέρει ως καθρέφτη της ζωής.  Οι υποθέσεις των έργων του εκτυλίσσονται σε βραχύ χρονικό διάστημα αποτελούμενες από πέντε πράξεις (Παρουσίαση – Ανάπτυξη– Κορύφωση – Λύση – Απόδοση δικαιοσύνης) που χωρίζονται από εμβόλιμα χορικά.

Ο Δύσκολος ή Μισάνθρωπος , παίχθηκε το 317 στα Λήναια κερδίζοντας το πρώτο βραβείο. Στο Δύσκολο γίνεται λόγος για τον αγώνα επιβίωσης των αγροτών, την διαφύλαξη της τιμής αλλά και την ευθύνη αποκατάστασης των γυναικών και τις μικροπονηρίες των ανθρώπων.

Στην αρχή ο Θεός Πάνας μας πληροφορεί ότι βρισκόμαστε στο ιερό του στην περιοχή της Φυλής . Στα δεξιά του ιερού υπάρχει μία οικία στην οποία κατοικεί ο Δύσκολος ή Μισάνθρωπος Κνήμων με την κόρη του και μια γριά υπηρέτρια.

Ο Κνήμων ήταν παντρεμένος με μια χήρα (που τον είχε εγκαταλείψει) με την οποία απέκτησαν μία κόρη, ενώ η γυναίκα του από τον πρώτο της γάμο είχε και ένα υιό τον Γοργία. Στο έργο του Μένανδρου, η μισανθρωπία του Κνήμων δεν οφείλεται μόνο στο δύστροπο του χαρακτήρα του αλλά και στις τραυματικές εμπειρίες που είχε από την επαφή του με τους ανθρώπους.

Όπως αναφέρεται η περιουσία του Κνήμων, ανερχόταν σε δύο τάλαντα ποσό σεβαστό όμως εκείνος κάνει τις αγροτικές εργασίες μόνος του, από συνειδητή επιλογή.

Στο κοντινό ιερό ερχόταν συχνά μια πλούσια οικογένεια για να αποτίσει τιμές. Σε μία από τις επισκέψεις ο υιός της οικογένειας Σώστρατος θα δει και θα ερωτευτεί την κόρη, όμως όλοι οι απεσταλμένοι του εκδιώκονταν κακήν κακώς από τον Κνήμων.

Ο Γοργίας πληροφορείται τις επισκέψεις του Σώστρατου και στην συνάντηση που επακολουθεί, ο Σώστρατος τον διαβεβαιώνει για το τίμιο των προθέσεων του.

Λίγο μετά και ενώ η πλούσια οικογένεια προετοιμάζεται για μία ακόμη θυσία, έρχεται έντρομη η υπηρέτρια του Κνήμων, φωνάζοντας ότι ο Κύριος της έπεσε στο πηγάδι, με τον Γοργία να τρέχει και να τον γλυτώνει από βέβαιο πνιγμό.

Θέλοντας να επιβραβεύσει την αυτοθυσία του Γοργία , ο Κνήμων αποφασίζει να του αφήσει την περιουσία του, αλλά και την ευθύνη αποκατάστασης της αδερφής του, γεγονός που τακτοποιείται άμεσα , αφού ο υποψήφιος Σώστρατος είναι παρών. Το συγκεκριμένο εδάφιο είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι η μισανθρωπία του Κνήμων , οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην έλλειψη εμπιστοσύνης.  Παράλληλα με το εδάφιο αυτό ο Μένανδρος  δείχνει να κατακρίνει και το γεγονός της μείωσης της ενασχόλησης με τα κοινά και την αύξηση της ατομικότητας που παρατηρείται στην εποχή του.

Κνήμων: “ Τόσο πολύ είχε ξαστοχήσει ο νους μου, βλέποντας τους ανθρώπους ότι ζούσαν με το μυαλό στραμμένο προς το κέρδος, που μα τον Ήφαιστο, θεωρούσα ούτε ένας δε θα θελε ποτέ το καλό του άλλου. Αυτό ήταν που με εμπόδιζε.

Όμως τώρα ο Γοργίας με έκανε και κατάλαβα με μια του πράξη ευγενική έσωσε αυτόν που δεν τον άφηνε ούτε στην πόρτα του σπιτιού του να πλησιάσει, κι ούτε τον βοήθησε καν, έστω και για λίγο, που δεν του μίλησε ούτε μια γλυκιά κουβέντα δεν του είπε. Κάποιος άλλος θα χε δίκιο να πει “ Δεν με αφήνεις να σε ζυγώσω ; Δεν σε πλησιάζω, δε μας βοήθησες ; Δε σε βοηθάω“. Τι είναι παιδί μου , Αν τώρα εγώ πεθάνω ή αν ζήσω κι άλλο, θα σε κάνω γιό μου και κληρονόμο σε όλα τα δικά μου.

Στην κόρη μου σε βάζω κηδεμόνα να την παντρέψεις. Και καλά να είμαι δεν θα μπορέσω να της βρω ένα άνδρα γιατί κανείς ποτέ δεν μ’ αρέσει. Αν ζήσω ωστόσο αφήστε με όπως θέλω να ζω , τα άλλα όλα εσύ να τα φροντίσεις. Να’ ναι καλά οι Θεοί , είσαι μυαλωμένος κι είναι σωστό να είσαι προστάτης της αδερφής σου. Από τα κτήρια δώσε της για προίκα το μισό , με το άλλο την μάνα σου και εμένα να φροντίζεις.

Κόρη μου ξάπλωσε με , δε νομίζω πως πρέπει ο άντρας πιο πολλά να λέει  από τα αναγκαία, όμως αυτό να ξέρεις γιε μου , δυο λόγια θα σου πω για μένα αν όλοι ήταν καλοί δεν θα υπήρχαν τα δικαστήρια , μήτε θα έβαζαν ο ένας τον άλλον φυλακή, δεν θα υπήρχε πόλεμος κι ο καθένας θα ήταν τότε με όσα του ορίζονταν σωστά, ευχαριστημένος. Ίσως ετούτα να μην σας αρέσουν ζήστε όπως θέλετε .Τώρα στην άκρη θα πάει ο δύστροπος  γερογκρινιάρης“.

Με την σειρά του ο Σώστρατος, διαπιστώνοντας τον ευγενή χαρακτήρα του Γοργία, επιθυμεί να τον κάνει γαμπρό του. Το βασικό εμπόδιο είναι οι ενδοιασμοί του Πατέρα του λόγω της διαφορετικής κοινωνικής θέσης, όμως ο Σώστρατος θα καταφέρει να τον πείσει με  βασικό επιχείρημα τον αστάθμητο παράγοντα και την Τύχη την θρησκευτική δύναμη της ελληνιστικής εποχής, επισημαίνοντας ότι οι πλούσιοι πρέπει να είναι γενναιόδωροι.

Σώστρατος  στον πλούσιο πατέρα του Καλλιπίδη: “Για λεφτά μου μιλάς αβέβαιο πράγμα. Άμα νομίζεις πως αυτά θα μείνουν πάντα μαζί σου, τότε φύλαγε τα και μην τα δίνεις σε κανένα, όμως πατέρα μη διστάζεις να μοιράζεις στους άλλους από τούτα κι η τύχη σου όλα στα χάρισε και δεν τα εξουσιάζεις. Να σου τα πάρει αυτή μπορεί και σε άλλον ανάξιο να τα δώσει. Γι’ αυτό λέω πως πρέπει , όσο καιρό θα τα κατέχεις , να φέρνεσαι γενναιόδωρα πατέρα, να βοηθάς τον εαυτό σου κι όλους κι όσο μπορείς περισσότερους να κάνεις πλούσιους με το βιος σου. Κι είναι τούτο το μόνο αθάνατο, γιατί άμα η τύχη στα φέρει ενάντια κάποτε , εκείνο το καλό που είχες κάμει θα ξαναβρείς. Καλύτερος ο φίλος που τον βλέπεις , πάρεξ πλούσιος αόρατος στη γη θαμμένος“.

Το έργο τελειώνει με την χαρά της γιορτής στην οποία και ύστερα από ένα τέχνασμα των δούλων της πλούσιας οικογένειας παρευρίσκεται και ο ίδιος ο Κνήμων.

 

Οι Επιτρέποντες οφείλουν τον τίτλο τους στο γεγονός ότι δύο άνδρες επιτρέπουν (ορίζουν) κριτή για την διαφωνία τους σχετικά με ένα έκθετο μωρό και τα πράγματα του .

Στο έργο τονίζεται η σημασία της οικογένειας μεταξύ άλλων και ως θεμέλιος λίθος διατήρησης της Πόλης ως ιδεώδους πολιτικού συστήματος. Παράλληλα επισημαίνεται η αναγκαιότητα της αυτοκριτικής και της κατανόησης.

Κατά την διάρκεια μιας γιορτής μία νέα η Παμφίλη, θα βιαστεί από ένα μεθυσμένο νέο. Το επόμενο διάστημα παντρεύεται με τον πλούσιο Χαρίσιο όταν όμως εκείνος λείπει σε ταξίδι, συνειδητοποιεί ότι είναι έγκυος (από τον βιασμό).

Πριν ο άνδρας της γυρίσει , εκθέτει (εγκαταλείπει) το μωρό , προκειμένου να μην εκτεθεί η ίδια. Ο Χαρίσιος πληροφορείται το γεγονός από τον δούλο του και θεωρώντας ότι η γυναίκα τον απάτησε , εγκαθίσταται στο σπίτι του φίλου του Χαιρέστρατου, βρίσκοντας παρηγοριά στο πιοτό και στην εταίρα Αβρούλα (την οποία όμως δεν αγγίζει).

Μαθαίνοντας τα καθέκαστα ο πατέρας της κοπέλας , αποφασίζει να βρει τον Χαρίσιο  που σκορπά ασυλλόγιστα την περιουσία του. Στον δρόμο συναντά ένα βοσκό και ένα καρβουνιάρη που τον παρακαλάνε να γίνει κριτής στην διαφωνία τους σχετικά με τα πράγματα ενός έκθετου μωρού (Στο σημείο αυτό  σατυρίζεται και η δικομανία των Αθηναίων).  Όμως ανάμεσα στα πράγματα του υπήρχε και ένα δακτυλίδι, που βλέποντας το ο δούλος του αναγνωρίζει ότι ήταν του Χαρίσιου.

Ο δούλος συνειδητοποιεί, ότι ο μεθυσμένος νέος ήταν το αφεντικό του και μετέπειτα σύζυγος της Παμφίλης, φοβούμενος όμως την αντίδραση του , διστάζει να του το δώσει. Όμως και η Παμφίλη ανθίσταται στην θέληση του πατέρα της να χωρίσει τον σύζυγο της.

Την κατάσταση (με αντάλλαγμα την ελευθερία της) προθυμοποιείται να διαλευκάνει η εταίρα Αβρούλα, γεγονός που πετυχαίνει ύστερα από επιδέξιους χειρισμούς, με τον Χαρίσιο να προβαίνει σε σκληρή αυτοκριτική αναγνωρίζοντας τα λάθη του και το ζευγάρι να επανενώνεται.

Ένα σημαντικό σημείο του έργου είναι η αυτοκριτική του Χαρίσιου, όταν συγκρίνει την συμπεριφορά και την στάση του σε σχέση με την αντίστοιχη της γυναίκας του.

“ Εγώ που νόμιζα πως είμαι δίχως κανένα σφάλμα και κοιτούσα πάντα να μην ξεπέσει κάπου η υπόληψη μου, τι’ ναι καλό εξετάζοντας και τι είναι πρόστυχο, ναι σε μένα τον ακέραιο, τον αψεγάδιαστο, ήρθε τώρα η τύχη και με κανόνισε έτσι , δείχνοντας μου πως είμαι μικρός. Κακομοίρη παραφουσκώνεις λες μεγάλα λόγια και της γυναίκας σου δεν υποφέρεις ένα άθελο της σφάλμα , θα σου δείξω πως έπεσες και εσύ στο ίδιο λάθος. Αυτή θα σου φερθεί με καλοσύνη μα εσύ την ατιμάζεις , θα φανεί έτσι πως δεν είσαι άτυχος, αλλά αχάριστος και πρόστυχος. Τα ίδια που εσύ συλλογιζόσουν τότε , εκείνη έλεγε στον πατέρα της , πως είναι σύντροφος στην ζωή σου , πως δεν πρέπει να φύγει γιατί έγινε ένα σφάλμα , εσύ από την ξιπασιά σου ωστόσο κάνεις σαν βάρβαρος. Δεν ξέρεις ούτε τώρα σωστά να της φερθείς και αν μείνεις τέτοιος στο τέλος θα τιμωρηθείς.  Σκληρός και ο τρόπος του πατέρα της σε εκείνη. Με τον πατέρα τι έχω εγώ να πω ; Θα του φωνάξω , Μη Με ενοχλείς Σμικρίνη , η γυναίκα μου από κοντά μου δεν φεύγει , γιατί λοιπόν πιέζεις και την ταράζεις ; “.

Η Σαμία είναι το τρίτο έργο από το οποίο έχουν σωθεί εκτεταμένα αποσπάσματα.  Η χρονολόγηση της θεωρείται αβέβαιη. Το όνομα είναι ο τόπος καταγωγής (Σάμος) της εταίρας Χρυσηίδας πρωταγωνίστριας του έργου, αφού κρατώντας ως δικό της το ξένο μωρό συμβάλει στην προώθηση της υπόθεσης.

Στην Σαμία εξετάζονται θέματα ήθους και οικογενειακών σχέσεων και ειδικότερα η ηθικά ατελής σχέση μεταξύ Πατέρα – Υιού.

Στην αρχή εμφανίζεται ο υιός Μοσχίων, που γεμάτος αιδώ σκέφτεται πως θα πει στον Πατέρα του ότι έχει αφήσει έγκυο την γειτόνισσα του Πλαγγόνα, την οποία πάντως θέλει να αποκαταστήσει.

Από συγκυρία την ίδια ημέρα με την Πλαγγόνα , γεννά και η εταίρα του Πατέρα του Δημέα, Χρυσηίδα, όμως το μωρό της πεθαίνει στην γέννα.

Ο Μοσχίων πείθει την Χρυσηίδα να κρατήσει ως δικό της, το μωρό μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Ο Δημέας επιθυμεί να παντρέψει τον υιό του με την Πλαγγόνα, όμως οι παρεξηγήσεις αρχίζουν όταν ο Μοσχίων αποκρύβει την αλήθεια.          Ο Δημέας που θεωρεί ότι ο υιός τον απάτησε με την εταίρα, διώχνει την Χρυσηίδα, ο πατέρας της Πλαγγόνας αρνείται να δώσει την κόρη του σε ένα φαύλο και προ του κινδύνου να διαλυθούν τα πάντα, ο Μοσχίων αποκαλύπτει τελικά την αλήθεια.               Πριν τις ετοιμασίες του γάμου αλλά νοιώθοντας ακόμη προσβεβλημένος από το γεγονός ότι ο πατέρας του τόλμησε να τον αμφισβητήσει, ο  Μοσχίων ανακοινώνει (ψευδώς) ότι σκοπεύει να καταταγεί μισθοφόρος. Ο Δημέας αναγνωρίζει τα σημεία που έσφαλλε υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι ένας υιός πρέπει να συγχωρεί τις παραξενιές και τα λάθη ενός πατέρα. Ο Μοσχίων ικανοποιείται και ο  γάμος  ολοκληρώνεται.

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία του έργου , είναι η στιγμή που ο Μοσχίων αισθάνεται πληγωμένος που ο πατέρας του πίστεψε ότι ο υιός θα μπορούσε να του φερθεί ανέντιμα. Με το εδάφιο αυτό όπως και λίγο παρακάτω με την επίσης συγκινητική απάντηση του πατέρα, ο Μένανδρος προβάλλει σε ακόμη ένα  έργο του , την αξία των οικογενειακών σχέσεων.

“ Όταν από την κατηγόρια εκείνη ξέφυγα, το θαρρούσα για μεγάλη καλοτυχία και χαιρόμουν, ωστόσο , τώρα καθώς το σκέφτηκα ολοένα και το εξετάζω με το νου μου , πάει να μου σαλέψει κι ο θυμός με πνίγει , που νόμισε ο πατέρας μου πως τέτοια αμαρτία θα του είχα εγώ κάνει. Κι αν η κοπέλα βέβαια δεν υπήρχε κι αν τόσα δεν μ’ εμπόδιζε , ο όρκος, ο πόθος , η συνήθεια, ο χρόνος , που έτσι δούλο τους με κρατούν, δε θα τολμούσε να με κακολογήσει αυτός ποτέ του, μα θα χανόμουν, θα έφευγα από την Πόλη κάπου να πάω στα Βάκτρα ή στην Καρία κι εκεί να γίνω μισθοφόρος . Τώρα για σένα αγαπημένη μου Πλαγγόνα , παλικαριές και τέτοια δεν θα κάνω. Γιατί δεν το μπορώ κι ούτε με αφήνει ο έρωτας που ορίζει την καρδιά μου. Όμως δεν πρέπει ολότελα να αφήσω δουλόπρεπα την αγένεια να περάσει έτσι ταπεινωτικά για μένα. Κι αν άλλος τρόπος δεν υπάρχει , τότε θέλω να τον φοβίσω με τα λόγια λέγοντας του ότι θα φύγω , γιατί όταν εκείνος δει πως ελαφριά δεν παίρνω τις προσβολές , περισσότερο θα γίνει προσεκτικός κι άλλη φορά ποτέ του δεν θα με κατακρίνει “.

Η Ασπίς έχει ως βασικούς πρωταγωνιστές δύο ηλικιωμένα και τελείως διαφορετικά ως χαρακτήρες αδέρφια. Ο ένας ο Σμικρίνης είναι φιλάργυρος και ο άλλος ο Χαιρέστρατος γενναιόδωρος και καλόβολος. Το έργο πραγματεύεται την προσπάθεια του Χαιρέστρατου να αποκαταστήσει  (σε πείσμα του Σμικρίνη) τις δύο ανηψιές τους. Το έργο τελειώνει με τον διπλό γάμο των κοριτσιών και την ήττα του φιλάργυρου Σμικρίνη.

Στην Περικειρωμένη ο τίτλος οφείλεται στο κόψιμο των μαλλιών (κείρομαι = κουρεύομαι) , νέας από τον μνηστήρα της και ως βασική υπόθεση έχει την τύχη δύο έκθετων δίδυμων αδερφιών. Ο Μοσχίων και η Γλυκέρα, είναι δίδυμα αδέρφια που αναθράφηκαν χωριστά από διαφορετικές γυναίκες , αφού στην γέννα τους πέθανε η μητέρα τους και ο πατέρας τους έχοντας χάσει την περιουσία του, προτίμησε να τα εκθέσει. Η Γλυκέρα είναι αρραβωνιασμένη με τον Πολέμων που όταν βλέπει να την φιλά ο Μοσχίων (και μη γνωρίζοντας ότι είναι αδερφός της), οργίζεται και κόβει τις πλεξούδες της. Τότε εκείνη καταφεύγει στην θετή μητέρα του αδερφού της , αποκαλύπτοντας της την συγγένεια και ζητώντας της παράλληλα βοήθεια.

Με την σειρά του ο Πολέμων, ζητά την συνδρομή του ηλικιωμένου φίλου του Πάταικου, ως μεσολαβητή για την επανασύνδεση του με την μνηστή του, δείχνοντας του παράλληλα και τα πράγματα της. Ανάμεσα σε αυτά υπήρχε και ένα ύφασμα από το οποίο ο Πάταικος αναγνωρίζει ότι τα δύο αδέρφια ήταν τα παιδιά του που είχε εκθέσει. Το έργο τελειώνει με τον Πολέμων να αναγνωρίζει το λάθος του και το ζευγάρι να οδηγείται σε γάμο.