Η Βενετοκρατία στον Ελλαδικό χώρο. Γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος

0
2525

Από τις χώρες της δύσης η Βενετία ήταν εκείνη που είχε την ποιο μακρόχρονη και μεγαλύτερη διείσδυση στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, αλλά και εκείνη στην οποία περισσότερο κατέφυγαν οι καταδιωγμένοι από τους Οθωμανούς,  Έλληνες.

Η Βενετία ξεκίνησε ως επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για να αποκτήσει από τον 8ο αιώνα την αυτονομία της με εναλλασσόμενη για περίπου δύο αιώνες την επιρροή είτε της γερμανικής είτε της βυζαντινής αυτοκρατορίας.  Απέναντι στις δύο αυτοκρατορίες οι Βενετοί ακολούθησαν μια εξισορροπητική πολιτική που τους βοήθησε αρχικά να διατηρήσουν την αυτονομία και στην συνέχεια να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους.

Έτσι από τον 10ο αιώνα αρχίζει μια άνοδος με βασικό άξονα την ναυτιλιακή ανάπτυξη και το διαμετακομιστικό εμπόριο το οποίο ευνόησαν με σειρά νόμων , καταφέρνοντας σταδιακά να γίνουν η ισχυρότερη οικονομικά χώρα της δύσης.

Στην αρχή το εμπόριο γινόταν κυρίως με την Βυζαντινή αυτοκρατορία, στην συνέχεια όμως επεκτάθηκε προς όλα τα γνωστά σημεία της εποχής.

Οι Βενετοί εκμεταλλεύτηκαν την δυσκίνητη και γραφειοκρατική μηχανή της Κωνσταντινούπολης , αλλά και την απέχθεια της βυζαντινής αριστοκρατίας για το εμπόριο που το θεωρούσε ενασχόληση για κατώτερους κοινωνικά ανθρώπους.

Έτσι όταν το 1082, οι Βυζαντινοί βρέθηκαν για πρώτη φορά στην ανάγκη να ζητήσουν βοήθεια για να αντιμετωπισθεί ο νορμανδικός κίνδυνος , απευθύνθηκαν στους Βενετούς , γεγονός που εκείνοι εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο.

Με το χρυσόβουλο του 1082 που τους παραχώρησε ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’, μπορούσαν να εμπορεύονται κάθε είδους προϊόντα εντός της Αυτοκρατορίας , χωρίς να καταβάλλουν δασμούς και φόρους, ενώ αποκτούσαν δικές τους εμπορικές αποβάθρες και περιοχή στην Κωνσταντινούπολη με ελεύθερη είσοδο και έξοδο.

(Donald Nicol “ Βυζάντιο και Βενετία “ Σελ. 94).

Τα προνόμια αυτά τους έδιναν την δυνατότητα να επικρατήσουν όχι μόνο έναντι των ανταγωνιστών τους αλλά ακόμη και έναντι των βυζαντινών εμπόρων.

Σταδιακά ο αριθμός των Βενετών εμπόρων μεγάλωνε , για να φτάσει σύμφωνα με βενετικές πηγές μόνο στην Κωνσταντινούπολη τους δέκα χιλιάδες , ενώ παράλληλα επεκτείνονταν και τα προνόμια τους.

Όμως ο τρόπος ζωής τους έκανε ανεπιθύμητους, με τον χρονογράφο της εποχής Κίνναμο να τους περιγράφει ως ηθικά έκλυτους , χυδαίους και αναξιόπιστους με όλα τα χαρακτηριστικά ενός θαλασσοπόρου λαού.

Χρειαζόταν μια αφορμή για να γίνει η έκρηξη και αυτή δόθηκε  αρχικά το 1170, όταν οι Βενετοί αντέδρασαν για αντίστοιχα προνόμια σε ανταγωνίστριες πόλεις , κυρίως όμως το 1182 , όταν το μίσος προς τους ξένους μετατράπηκε σε ασυγκράτητη ορμή. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης ξέσπασε , σφάζοντας όποιον ξένο συναντούσε μπροστά του. Όσοι κατάφεραν να διαφύγουν ορκίζονταν εκδίκηση.

Η ευκαιρία δόθηκε είκοσι δύο χρόνια αργότερα με την 4η Σταυροφορία που εντέχνως οι Βενετοί την έστρεψαν προς την Κωνσταντινούπολη για να εισέλθουν ξανά στην Πόλη , αυτή την φορά όμως ως νικητές…

 

Η διοικητική και κοινωνική κατάσταση των βενετοκρατούμενων περιοχών

 

Στο μοίρασμα που ακολούθησε , φάνηκε ότι ήταν εκείνοι που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ήξεραν τι ήθελαν.

Ως εμπορικό κράτος διεκδίκησαν ότι θα τους ήταν χρήσιμο για τον σκοπό αυτό χωρίς να ενδιαφέρονται για εδάφη στην ενδοχώρα ή τον προσηλυτισμό των κατοίκων.

Για αυτό και σε σχέση με τους Φράγκους η πολιτική τους ήταν ανεκτικότερη και με λιγότερες αυθαιρεσίες σε θέματα που αφορούσαν τον ντόπιο πληθυσμό.

Αυτό που τους ενδιέφερε  ήταν να είναι καλά οργανωμένες οι κτήσεις καθώς και η στρατιωτική ετοιμότητα αυτών.

Η Βενετία μετέφερε και στις καταληφθείσες περιοχές το κλειστό της αριστοκρατικό πολίτευμα. Έτσι και στις κτήσεις η εξουσία ασκείτο από το μητροπολιτικό κέντρο και την τάξη των ευγενών που ξεχώριζε και από τους κληρονομικούς τίτλους που είχε.                                                 Από εκεί και πέρα υπήρχε η τάξη των πολιτών (αστοί) και ο λαός που διακρινόταν σε αυτούς που έμεναν στην πόλη (ποπολάροι) και στους χωρικούς (βιλάνοι), που με την σειρά τους διακρίνονταν σε απελεύθερους  (κυρίως στην Κύπρο) που καλλιεργούσαν τα κτήματα τους έναντι ορισμένου φόρου που έδιναν και στους παροίκους που ήταν απόλυτα υποταγμένοι σε κάποιο φεουδάρχη.

Το καθεστώς δύσκολα επέτρεπε την αλλαγή κοινωνικής τάξης, ενώ ακόμη και αν ένας απελεύθερος παντρευόταν πάροικο υποβιβαζόταν σε αυτή την τάξη.

Ενώ ορισμένα επαγγέλματα ήταν επί της ουσίας κλειστά και δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να απασχοληθεί με κάτι άλλο, από αυτό στο οποίο ήταν προορισμένος.

Οι Βενετοί κατά βάση άφηναν άθικτο το κοινωνικό καθεστώς που υπήρχε δηλαδή την ιδιοκτησία , προνόμια, ήθη και έθιμα.

Πάντως στην Κρήτη και δευτερευόντως στα Επτάνησα, υπήρξαν εποικισμοί Βενετών αλλά και αποσπάσεις κτημάτων γηγενών για να δοθούν σε Βενετούς αριστοκράτες.

Για τους Έλληνες ίσχυε απαγόρευση για την συμμετοχή τους στη διοίκηση κάτι που θα μετριαστεί μόνο από τον 16ο αιώνα και μετά.

Ωστόσο υπήρχε μέριμνα για δικαιοσύνη και οι άνθρωποι των κτήσεων μπορούσαν να διατυπώνουν τα αιτήματα ή τα παράπονα τους άμεσα στις κεντρικές αρχές αν και η γραφειοκρατία μάλλον το δυσκόλευε στην πράξη.

Ενώ στην μητρόπολη υπήρχε και ειδικό σώμα που περιόδευε στις κτήσεις για να ελέγχει την διοίκηση τις αυθαιρεσίες και την διαφθορά που υπήρχε.

Στην οικονομία το βασικό δόγμα είναι αυτό της κυρίαρχης μητρόπολης , έτσι σε όλα τα αγαθά ασκείται έλεγχος και τα καλύτερα προϊόντα πήγαιναν στην Πρωτεύουσα. Ενώ γενικά όπως προείπαμε σε όλα τα βενετικά εδάφη υπήρχαν νόμοι που ευνοούσαν την ανάπτυξη και διατήρηση του εμπορίου που ήταν η καρδιά του κράτους.                    Οι Βενετοί εκμεταλλεύτηκαν τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις που βελτίωναν την ναυτιλία και τους 13ο  και 14ο αιώνα φτάνουν στο μέγιστο σημείο ευμάρειας .

Όμως ο συνεχής ανταγωνισμός με τις άλλες πόλεις όπως την Γένουα , η άνοδος των Οθωμανών αλλά κυρίως οι ανακαλύψεις των νέων χωρών και η εκμετάλλευση τους από τις χώρες του Ατλαντικού, επέφεραν από τις αρχές του 16ου αιώνα μια κάμψη.

Πλέον ο πλούτος οφειλόταν περισσότερο στην αποταμίευση παρά από το εμπόριο.

Το 1537 το συνολικό εκτόπισμα των πλοίων που αναχώρησαν από την Βενετία ανερχόταν σε 1000 τόνους, όταν το αντίστοιχο εκτόπισμα το 1490 ήταν 4750 τόνοι.

Για να αντισταθμίσει τη μείωση η Βενετία θα επιδιώξει την περαιτέρω επέκταση στην ενδοχώρα, αλλά και θα ενδιαφερθεί περισσότερο για τις κτήσεις που σταδιακά μετατρέπονται σε έδαφος του κράτους.

(Γεωργίου Πλουμίδη “ Οι Βενετοκρατούμενες ελληνικές χώρες “ Σελ. 94).

Μάλιστα για την περίοδο αυτή αναφέρεται ότι τα άμεσα έσοδα της ενδοχώρας από την μεταποίηση ή τα αγροτικά προϊόντα ξεπερνούσαν εκείνα των κτήσεων.

(Ανδρονίκη Διαλέτη “ Ιστορία της Βενετικής Αυτοκρατορίας“ Σελ 48).

Επίσης ορισμένες ανταγωνίστριες πόλεις , όπως η Ραγκούζα, η Αγκώνα και η Φλωρεντία που διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Οθωμανούς , θα μειώσουν τους δασμούς , γεγονός που θα προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στον βενετικό εμπόριο.

Όμως την ίδια περίοδο αναφέρονται και αρκετοί Έλληνες που αρχίζουν να εξασκούν με επιτυχία ναυτιλιακά ή εμπορικά επαγγέλματα.

Από τον 14ο αιώνα υπάρχει μια τάση Ελλήνων διανοουμένων να καταφεύγουν σε ιταλικές πόλεις κάτι που θα γενικευτεί μετά την άλωση του 1453.                                      Το γεγονός αυτό έχει σημαντική επίπτωση στο πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων που ειδικά στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας φτάνει στο πάτο.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ότι αφορά τους Ρωμιούς περνάει στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου που ιδρύει την πατριαρχική σχολή κυρίως για την επιμόρφωση και στελέχωση των ανθρώπων που θα ασκούσαν το επάγγελμα του κληρικού.

Αργότερα με την ανάπτυξη των κοινοτήτων θα αρχίσουν να αναπτύσσονται οι τομείς του πολιτισμού και παιδείας αλλά υπό τον έλεγχο κατακτητή και εκκλησίας.

Αντίθετα στις βενετικές περιοχές υπήρχε ένας συγχρωτισμός , δημιουργία αστικής διαφυλετικής τάξης και η δημιουργία ενός εγχώριου πολιτισμού .

Επιπλέον παρά τις απαγορεύσεις υπήρχαν και διαφυλετικοί γάμοι , ενώ μπορεί να  αναφέρονται προσηλυτισμοί ορθοδόξων αλλά υπήρχαν και αντίθετα παραδείγματα.

Το 1423 η βενετική γερουσία , διαπίστωνε ότι στις κτήσεις, η Καθολική πίστη είχε μειωθεί πολύ ενώ οι “σχισματικοί “ πολλαπλασιάζονταν από μέρα σε μέρα…

(Απόστολου Βακαλόπουλου “ Ιστορία του νέου ελληνισμού , Τόμος Α` “ Σελ. 181).

Η παιδεία στις βενετοκρατούμενες περιοχές είναι ιδιωτική, δεν υπάρχουν δημόσια σχολεία η κοινοτικοί φορείς , σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις έχουμε μίσθωση από δημόσιους φορείς ή την εκκλησία κάποιων δασκάλων.

Παράλληλα από τα τέλη του 15ου αιώνα άρχισαν να  λειτουργούν στην Βενετία και τα πρώτα ελληνικής ιδιοκτησίας τυπογραφεία., γεγονός που επέτρεψε την έκδοση αρκετών βιβλίων για να καλύψουν όχι μόνο τις ανάγκες της ελληνικής παροικίας της Βενετίας που ξεπερνούσε τις τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους , αλλά και αυτές του απανταχού διάσπαρτου ελληνισμού.

Σε ότι αφορά τα εκκλησιαστικά ζητήματα οι Βενετοί δεν θεωρούσαν την υπεράσπιση της πίστης σημαντικότερη από την προστασία του εμπορίου και των κερδών τους.

Έτσι δεν υποκύπτουν στις πιέσεις του Πάπα για αυστηρότερη θρησκευτική πολιτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ακολουθούσαν μεροληπτική πολιτική , είτε εξαιτίας διπλωματικών ή πολιτικών λόγων, είτε επειδή δεν ευνοούσαν τις επαφές με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και τους εκπροσώπους του.

Για παράδειγμα λόγω του φόβου επηρεασμού, απαγορευόταν η χειροτονία ιερέων από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, ενώ υπήρχαν και περιορισμοί στον αριθμό των ιερέων που γινόταν βάση πληθυσμιακών κριτηρίων.

Όμως το 1470 θα δοθεί άδεια για ορθόδοξο παρεκκλήσι στην Βενετία, ενώ το 1511 θα υπάρξει επίσημο αίτημα για κατασκευή Ορθόδοξου ναού (Άγιος Γεώργιος) που θα γίνει δεκτό , αν και για οικονομικούς λόγους η ανέγερση θα ολοκληρωθεί το 1573.

(Ανδρονίκη Διαλέτη “ Ιστορία της Βενετικής Αυτοκρατορίας“ Σελ 165).

Αλλά και στις κτήσεις εφαρμόζεται ρεαλιστική πολιτική.

Το 1315 επιβεβαιώνεται σε γραπτή συμφωνία ανάμεσα σε Βενετία και Κωνσταντινούπολη το κύρος των ρωμιών υπηκόων της Κρήτης.

(Donald Nicol “ Βυζάντιο και Βενετία “ Σελ. 293).

Το 1387 οι Κερκυραίοι έδωσαν όρκο πίστης στους Βενετούς συνάπτοντας συμφωνία  σε χρυσόβουλο , βάση του οποίου εξασφάλιζαν φοροαπαλλαγές και σεβασμό των παλαιών συνηθειών τους , ενώ στις επιφανείς οικογένειες απονεμήθηκαν γαίες.

(Ανδρονίκη Διαλέτη “ Ιστορία της Βενετικής Αυτοκρατορίας“ Σελ 93).

Το οικουμενικό πατριαρχείο πριν και μετά την άλωση δεν επιδιώκει καμιά επίσημη επαφή με τις Λατινικές περιοχές κατεπέκταση και για τις βενετικές.

Μετά την άλωση ο Πάπας προσπαθεί να επιβάλλει την ένωση των εκκλησιών στις βενετοκρατούμενες περιοχές όπως αυτή διατυπώθηκε το 1439 , χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα.

Μάλιστα οι ίδιοι οι Λατίνοι ιερείς δεν βοήθησαν στον σκοπό αυτό κυρίως λόγω της διαφθοράς και της κοσμίας συμπεριφοράς τους , ενώ αρκετοί από αυτούς θεωρώντας ασύμφορες  τις θέσεις στις ελληνικές περιοχές που τους δίνονταν δεν εμφανίζονται καν σε αυτές παρά τις απειλές της εκκλησίας τους…

( Γεωργίου Πλουμίδη “ Οι Βενετοκρατούμενες ελληνικές χώρες “ Σελ. 82).

Για τους ορθοδόξους έλληνες των βενετικών αποικιών το πρόβλημα της υιοθέτησης του λατινικού δόγματος ειδικά μετά την άλωση είχε ιδιάζουσα σημασία, διότι υπήρχε

ο φόβος της θρησκευτικής ή και γλωσσικής αφομοίωσης.                                  Πάντως οι Βενετοί δεν επιμένουν αφού για αυτούς προέχει η Οθωμανική προέλαση.

Βέβαια υπήρχαν και εκλατινισμοί ανθρώπων που πήγαν στην Ιταλία , σε κάθε περίπτωση όμως ήταν πολύ λιγότεροι από τους αντίστοιχους εξισλαμισμούς.

 

Σύγκριση βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας

 

Συμπερασματικά κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα στην Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία διαπιστώνουμε ότι:

Οι περιοχές που κατακτούσαν οι Τούρκοι γινόντουσαν εδάφη του κράτους , ενώ οι περιοχές που κατείχαν οι Βενετοί ήταν ένα είδος κτήσεων , βασικός σκοπός των οποίων ήταν η εξυπηρέτηση του εμπορίου και η κάλυψη των βασικών αναγκών του μητροπολιτικού κέντρου.

Αργότερα βέβαια και ιδίως μετά το 1453 , ενισχύεται η ιδέα ότι οι εκτάσεις αυτές είναι μέρος του εθνικού κορμού και η προσοχή προς αυτές γίνεται μεγαλύτερη.

Και οι δύο πλευρές καταλαμβάνοντας μια περιοχή άφηναν κατά βάση άθικτο το ισχύον κοινωνικό καθεστώς και τα επικρατούντα έθιμα , στο βαθμό όμως  που δεν έρχονταν σε αντίθεση με τους δικούς τους νόμους .

Όμως στην Βενετία υπήρχε μία κυρίαρχη αριστοκρατική τάξη η οποία έπαιρνε τις αποφάσεις με μεγάλη πολιτική ή οικονομική δύναμη και αργότερα και εκτάσεις γης.

Το γεγονός αυτό είχε σαν συνέπεια ο διαχωρισμός στην Βενετική κοινωνία να είναι ταξικός και να είναι δύσκολη η μετάβαση από την μία στην άλλη τάξη.

Αντίθετα στο Οθωμανικό κράτος τα πάντα ανήκαν στο Σουλτάνο που είχε την δύναμη να παραχωρεί αξιώματα και εκτάσεις σε όποιον επιθυμούσε.

Ενώ ο διαχωρισμός γινόταν με βάση το θρήσκευμα , υπήρχε όμως και ο διαχωρισμός ανάμεσα στους φορολογούμενους ραγιάδες (μουσουλμάνους ή χριστιανούς ) και τους μη υποκείμενους σε φορολογία (κυρίως στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους) .

Η κατηγοριοποίηση ανά θρήσκευμα δεν εμπόδιζε κάποιον να ανέβει ψηλά αρκεί όμως να ήταν υπάκουος στο Σουλτάνο και το καθεστώς.

Και τις δύο πλευρές διέπει μια τάση έντονου κρατικού παρεμβατισμού , με νόμους που αναφέρονται στα πάντα αλλά και ποινές για τους παραβάτες ….

Όμως ενώ στην αρχή το Οθωμανικό σύστημα φαινόταν αποτελεσματικότερο τα πράγματα σταδιακά θα αντιστραφούν.

Βασική αιτία η μεγαλύτερη σημασία που δίνει η Βενετία στις κτήσεις αλλά και από τα τέλη του 16ου αιώνα η αδυναμία προσαρμογής των Οθωμανών στις νέες εξελίξεις.

Στον οικονομικό τομέα οι Οθωμανοί φαίνεται να πλεονεκτούν στο ζήτημα της φορολογίας και της υποχρεωτικής εργασίας την οποία έπρεπε να παρέχει ο χωρικός στον ισχυρό της περιοχής ή για τη κατασκευή δημοσίου έργου.

Είναι γεγονός ότι η θέση των παροίκων και των απελεύθερων χωρικών (κυρίως στην Κύπρο) στις βενετοκρατούμενες περιοχές είναι αρκετά σκληρή…

Αντίθετα οι Βενετοί σαν εμπορικός λαός , αφήνουν περισσότερα περιθώρια ελευθερίας και ανέλιξης στην μεσαία αστική τάξη που δεν αφήνει την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη.

Η κατάσταση αυτή ευνοεί και τους Έλληνες που δημιουργούν μια αστική τάξη που γρήγορα αναπτύσσεται και ήδη στα βενετικά αρχεία του 16ου αιώνα αναφέρονται αρκετά ονόματα Ελλήνων που εμπορεύονται .

(Γ.Σ. Πλουμίδη “ Οι Βενετοκρατούμενες ελληνικές χώρες 1503-1537“).

Η αντίστοιχη εμφάνιση ισχυρής ελληνικής αστικής τάξης στην Οθωμανική αυτοκρατορία θα γίνει από τον 17ο αιώνα.

Αιτία της καθυστέρησης είναι και η από τον 16ο αιώνα , αύξηση της δύναμης των συντεχνιακών σωματείων, αλλά και η αύξηση του φανατισμού και του σχολαστικισμού σε οτιδήποτε θεωρείται ότι αντιβαίνει στη Σαρία , που επίσης θα εμποδίσει ή θα καθυστερήσει την αποδοχή καινοτομιών όπως η τυπογραφία.

Στο θρησκευτικό τομέα και οι δύο πλευρές εμποδίζουν την επαφή με την άλλη πλευρά , αλλά αν και η εντύπωση είναι ότι λόγω των προνομίων της εκκλησίας στο Οθωμανικό κράτος η κατάσταση είναι καλύτερη για τους Χριστιανούς υπηκόους αυτό δεν αληθεύει.

Βεβαίως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις βενετικές περιοχές υπήρξε μια μεροληψία υπέρ του Καθολικισμού, όμως οι Βενετοί δεν ήταν φανατικά θρησκευόμενος λαός, γεγονός που ενισχυόταν από τον σαφή διαχωρισμό πολιτείας – εκκλησίας και την απαγόρευση της εκκλησίας να εμπλέκεται στις πολιτικές υποθέσεις του κράτους .

Οι  προσπάθειες προσηλυτισμού γινόντουσαν περισσότερο για λόγους που είχαν να κάνουν με τα γενικότερα διπλωματικά παιχνίδια και σε μια προσπάθεια να μη υπάρχουν κακές σχέσεις με τη Καθολική εκκλησία και τον Πάπα.

Βέβαια ορισμένοι Ορθόδοξοι ναοί θα μετατραπούν σε Καθολικούς , ενώ η χειροτόνηση Ορθοδόξων ιερέων θα γίνεται από Καθολικούς …

Όμως τελικά οι Βενετοί θα συναινέσουν τόσο στην ίδρυση Ορθόδοξων εκκλησιών εκεί που υπάρχουν ελληνικές παροικίες , ενώ θα αφήσουν αρκετές Ορθόδοξες επισκοπές , με πολλούς Πρωτοπαπάδες .

Άλλωστε  στις βενετοκρατούμενες περιοχές ούτε παιδομάζωμα γινόταν αλλά ούτε και απαγορευόταν σε Ορθόδοξο  που άλλαζε δόγμα να επιστρέψει ξανά στην Ορθοδοξία , σε αντίθεση με το Οθωμανικό κράτος που απαγορευόταν επί ποινή θανάτου κάποιος που είχε προσηλυτιστεί στο Ισλάμ να επιστρέψει στην Ορθοδοξία.

Όμως η  μεγαλύτερη διαφορά υπέρ των βενετοκρατούμενων περιοχών θα σημειωθεί στον πολιτιστικό και πνευματικό τομέα.

Οι Βενετοί θα βοηθήσουν τους Έλληνες να έχουν επαφή με την Αναγέννηση , έτσι απέκτησαν το πρώτο τυπογραφείο από τα τέλη του 15ο αιώνα , τύπωναν βιβλία , δημιούργησαν λογοτεχνία (π.χ. ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου)  , ανέπτυξαν διάφορες τέχνες (στον Χάνδακα την εποχή του Θεοτοκόπουλου αναφέρονται 20 ζωγράφοι), πράγματα που δεν υπήρχαν στις Τουρκοκρατούμενες περιοχές που απέκτησε για παράδειγμα τυπογραφείο τον 17ο αιώνα .

Η κατάκτηση από τους Οθωμανούς , βενετοκρατούμενων περιοχών (Κύπρος 1570-1 , Κρήτη (1646-1669) κλπ. θα επιτευχθεί κυρίως επειδή η Βενετία ήταν πολύ μικρότερο σε έκταση και ισχύ κράτος σε σχέση με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Επίσης από την εποχή του Μεχμέτ β’(15ος αιώνας) οι Οθωμανοί θα καταβάλουν συστηματικές προσπάθειες να δημιουργήσουν ισχυρό ναυτικό , γεγονός που ειδικά από τον 16ο αιώνα θα έχει αποτελέσματα.

Επιπλέον η ανακάλυψη της Αμερικής το 1492 θα αποδυναμώσει το Μεσογειακό εμπόριο γεγονός που θα μειώσει και τα βενετικά έσοδα και κατ’ επέκταση τα διαθέσιμα χρήματα για την στρατιωτική θωράκιση των περιοχών.

Οι Βενετοί θα μπορούσαν να εξοπλίσουν μαζικά τους Έλληνες , όμως ο φόβος επαναστάσεων (ειδικά στη Κρήτη) σε σχέση με το μικρό πληθυσμιακό μέγεθος τους , θα έχει σαν αποτέλεσμα να  μην το τολμήσουν…

Άλλωστε οι σχέσεις των δύο πλευρών ποτέ δεν ήταν και ειδυλλιακές …

Το γεγονός αυτό θα αποβεί καθοριστικό στην τελική κατάκτηση των περισσοτέρων κτήσεων από τους Οθωμανούς.

Καταλήγοντας διαπιστώνουμε ότι διαχρονικά υπήρχε αντιβενετικό κλίμα που καταρχήν οφειλόταν στον διαφορετικό τρόπο ζωής που υποδαυλιζόταν και από τις θρησκευτικές διαφορές, ενώ μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204, κυρίως επειδή οι Βενετοί εμφανίστηκαν ως κατακτητές.                                                  Όμως μετά την άλωση του 1453, τα βενετικά εδάφη γίνονται το καταφύγιο πολλών Ελλήνων που τα προτιμούσαν σε σχέση με τα αντίστοιχα Οθωμανικά αλλά και η κύρια σύνδεση με την αναγεννησιακή δυτική Ευρώπη.

 

Κύρια Βιβλιογραφία :

1) Γεωργίου Πλουμίδη “ Οι Βενετοκρατούμενες περιοχές 1503-1537 “ Εκδόσεις Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

2) Donadl Nicol “ Βυζάντιο και Βενετία “  Εκδόσεις Παπαδήμα.

3) Απόστολου Βακαλόπουλου “ Ιστορία του νέου Ελληνισμού“ Εκδόσεις Ηρόδοτος.

4) Ανδρονίκη Διαλέτη “ Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας 11ος -18ος αιώνας“ .