Στη δημόσια συζήτηση για τη Δικαιοσύνη, η έννοια της ανεξαρτησίας προβάλλεται συχνά ως το ύψιστο θεσμικό αγαθό. Και πράγματι, η ανεξαρτησία των δικαστών αποτελεί βασικό πυλώνα του κράτους δικαίου. Όμως, όταν μιλάμε για αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητα και το μέλλον των παιδιών, προκύπτει ένα εύλογο και κρίσιμο ερώτημα: ποιος ελέγχει την ποιότητα αυτών των αποφάσεων στην πράξη;
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά την αμφισβήτηση της δικαστικής κρίσης. Δεν αφορά το αν μια απόφαση είναι «σωστή» ή «λάθος» με την ουσιαστική έννοια. Αφορά κάτι πιο θεμελιώδες: αν οι αποφάσεις που εκδίδονται πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια ποιότητας, υπευθυνότητας και τεκμηρίωσης που απαιτεί η σοβαρότητα του αντικειμένου τους, όταν το αντικείμενο αυτό είναι η ζωή ενός παιδιού.
Στα οικογενειακά δικαστήρια, οι αποφάσεις δεν είναι αφηρημένες. Δεν αφορούν θεωρητικά δικαιώματα, αλλά πραγματικές σχέσεις, πραγματικό χρόνο και πραγματικές συνέπειες. Κάθε καθυστέρηση, κάθε ελλιπής αιτιολόγηση, κάθε στερεοτυπική προσέγγιση αφήνει αποτύπωμα στην ψυχική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Κι όμως, η ποιότητα αυτών των κρίσεων σπάνια τίθεται σε ουσιαστικό έλεγχο.
Τι σημαίνει όμως «ποιότητα» μιας δικαστικής απόφασης που αφορά παιδί; Σημαίνει επαρκή και εξατομικευμένη αιτιολόγηση. Σημαίνει συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και όχι επιλεκτική αναφορά. Σημαίνει αξιολόγηση των συνεπειών της απόφασης στο παιδί, όχι μόνο τυπική επίκληση του συμφέροντός του. Σημαίνει έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης, γιατί η καθυστέρηση, ιδίως στην παιδική ηλικία, λειτουργεί από μόνη της ως αρνητική κρίση.
Στην πράξη, ωστόσο, παρατηρούνται επαναλαμβανόμενα φαινόμενα που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα. Μακρές εκκρεμότητες που παγιώνουν καταστάσεις χωρίς ουσιαστική κρίση. Αποφάσεις με γενικόλογη αιτιολογία, που θα μπορούσαν να ισχύουν για οποιαδήποτε υπόθεση. Ελάχιστη αξιολόγηση της πατρικής σχέσης, συχνά μέσα από στερεοτυπικά φίλτρα. Και, κυρίως, απουσία οποιασδήποτε εμφανής διαδικασίας που να αξιολογεί αν αυτές οι πρακτικές συνάδουν με το καθήκον προστασίας του παιδιού.
Θεσμικά, ελεγκτικοί μηχανισμοί υπάρχουν. Πειθαρχικές διαδικασίες προβλέπονται. Όργανα εποπτείας υφίστανται. Όμως για τον πολίτη, και ιδίως για το παιδί που υφίσταται τις συνέπειες μιας κακής ή πρόχειρης κρίσης, το αποτέλεσμα είναι συχνά αόρατο. Όταν ο έλεγχος δεν είναι αντιληπτός, όταν δεν παράγει βελτίωση στην καθημερινή πρακτική, τότε η κοινωνία δεν τον βιώνει ως εγγύηση δικαιωμάτων αλλά ως τυπική διαδικασία χωρίς αντίκρισμα.
Το πρόβλημα αυτό δεν πλήττει μόνο την εικόνα της Δικαιοσύνης. Πλήττει πρωτίστως τα παιδιά. Το παιδί δεν έχει τη δυνατότητα να περιμένει. Δεν μπορεί να ανακτήσει τον χαμένο χρόνο. Δεν μπορεί να αναιρέσει τις συνέπειες μιας απόφασης που αγνόησε κρίσιμα στοιχεία της ζωής του. Κάθε αποτυχία του συστήματος ελέγχου μεταφράζεται σε πραγματική απώλεια για το παιδί.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της δικαστικής πρακτικής δεν συνιστά απειλή για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης σε αυτήν. Δεν πρόκειται για έλεγχο της κρίσης, αλλά για έλεγχο της υπευθυνότητας, της συνέπειας και της ποιότητας στην άσκηση του λειτουργήματος. Για διαφάνεια στις καθυστερήσεις, για λογοδοσία όταν αποδεδειγμένα παραβλάπτεται το παιδί, για συνεχή βελτίωση της πρακτικής.
Η Δικαιοσύνη μπορεί να είναι θεσμικά ανεξάρτητη και ταυτόχρονα να αποτυγχάνει να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Αυτό δεν αποτελεί προσβολή του θεσμού. Είναι προειδοποίηση. Και αφορά κυρίως εκείνους που δεν έχουν φωνή, δεν έχουν χρόνο και δεν έχουν περιθώριο λάθους: τα παιδιά.











