Η Σπάρτη ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση ελληνικής πόλης. Βασικό χαρακτηριστικό της η υποταγή του ατόμου στο σύνολο και βασικό ιδανικό της ο σεβασμός των θεσμών και η δημιουργία άριστων πολεμιστών.
Για την επίτευξη του σκοπού αυτού υπήρχε ένα καλά διαμορφωμένο πολιτειακό πλαίσιο που διασφάλιζε τον ομαλό εσωτερικό βίο στην χώρα αλλά και τον προστάτευε από επικίνδυνους νεωτερισμούς και αλλαγές.
Σε αντίθεση με άλλες πόλεις όπου τα δικαιώματα του πολίτη ήταν ανάλογα της οικονομικής και κοινωνικής του θέσης, στην Σπάρτη η θέση του πολίτη στην κοινωνία βρισκόταν σε συνάρτηση με το μέγεθος εκπλήρωσης των καθηκόντων δράσης και αυτοθυσίας προς την Πατρίδα.
Η βασική αιτία δημιουργίας μιας τέτοιας μορφής καθεστώτος ήταν το ολιγάριθμο των Δωριέων που τον 12ο π.χ. αιώνα ήρθαν και κατέλαβαν αυτή την περιοχή και που αργότερα πήραν την ονομασία Σπαρτιάτες από την ομώνυμη πόλη που ίδρυσαν.
(Ουσιαστικά συν-οικισμός 5 κωμών, Λίμναι, Κυνόσουρα, Μεσόα, Πιτάνη, Αμύκλαι).
Οι Σπαρτιάτες γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι όχι μόνο οι κάτοικοι τους οποίους είχαν ήδη υποτάξει αλλά και όλοι οι γείτονες τους διάκεινται εχθρικά απέναντι τους .
Για να επιβιώσουν θα έπρεπε να είναι πολύ καλοί πολεμιστές αλλά και επιτήδειοι διπλωμάτες που παράλληλα δεν θα έπρεπε να διστάζουν να γίνονται πολύ σκληροί.
Έτσι ξεκίνησαν μια έντονη πολεμική δραστηριότητα, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η υποταγή της Μεσσηνίας τον 8ο αιώνα, αλλά και η επέκταση του κράτους σε βάρος των γειτονικών περιοχών. Με βάση τη νέα πραγματικότητα δημιουργήθηκε η Λακεδαίμονα της οποίας μοναδική (επί της ουσίας ) πόλη ήταν η Σπάρτη.
Η Σπαρτιατική κοινωνία ανέκαθεν ήταν κλειστή , όμως τα κύρια χαρακτηριστικά που θα την χαρακτηρίζουν τους επόμενους αιώνες διαμορφώθηκαν οριστικά γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα. Την περίοδο εκείνη και σε αντίθεση με την πλειοψηφία των άλλων πόλεων που άρχισαν να παραχωρούν περισσότερα δικαιώματα στις εκτός αριστοκρατών τάξεις , εκείνοι αποφάσισαν να κλειστούν ακόμη περισσότερο στον εαυτό τους , διατηρώντας με μεγάλη αυστηρότητα τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς. Την εποχή εκείνη είναι που θα αρχίσει η απαγόρευση εισόδου ξένων στη χώρα αλλά και η επαφή Σπαρτιατών με αυτούς.
Οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες. Τους Σπαρτιάτες που ήταν απόγονοι της παλαιάς κυρίαρχης Δωρικής φυλής με πλήρη πολιτικά δικαιώματα που ονομάζονταν Όμοιοι , τους Περιοίκους και τους Είλωτες .
Οι Είλωτες ήταν οι κατακτηθέντες άνθρωποι οι οποίοι δούλευαν στα κρατικά χωράφια των Ομοίων και θεωρούνταν και οι ίδιοι κρατική περιουσία.
Σύμφωνα με τον Παυσανία (Μεσσηνιακά Α-20, Σελ.247) , η ονομασία κατά μία εκδοχή προέκυψε από την πρώτη πόλη που υπέταξαν οι Δωριείς, το Έλος που είχε ιδρυθεί από τον Έλιο τον μικρότερο από τους υιούς του Περσέα. Σύμφωνα όμως με την Εκδοτική Αθηνών (Τόμος Β’ Σελ.262) το όνομα τους παράγεται από τη ρίζα, ελ – “ κυριεύω- κατακτώ “.
Οι Είλωτες είχαν το δικαίωμα να κρατήσουν ένα συγκεκριμένο μέρος της παραγωγής αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Νόμοι απαγόρευαν την εναντίον τους χειροδικία ή ακόμη περισσότερο δολοφονία , όμως οι συνθήκες εργασίας τους ήταν αρκετά σκληρές και βρίσκονταν συνεχώς κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των Ομοίων…
Πάντως σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούσαν κάποιοι Είλωτες να απελευθερωθούν και σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (Σελ.488) , αυτοί ονομάζονταν Νεοδαμώδεις. Πολιτικά δικαιώματα δεν είχαν και οι Περίοικοι, που ήταν είτε εκτοπισμένοι Δωριείς (που ζούσαν πέριξ της Σπάρτης), είτε απόγονοι κατακτηθέντων Αχαιών που όμως δεν είχαν προβάλλει αντίσταση. Οι περιοχές τους ήταν αυτοδιοικούμενες, ενώ εκτός της καλλιέργειας των κτημάτων, μπορούσαν να ασχοληθούν και με άλλους ζωτικής σημασίας τομείς, όπως την μεταλλουργία, την γλυπτική και τη βιοτεχνία. Οι σχετικά καλές συνθήκες διαβίωσης τους, είχε ως αποτέλεσμα οι ίδιοι να αισθάνονται ότι βρίσκονται ποιο κοντά στους Ομοίους παρά στους Είλωτες. Για το λόγο αυτό επιτρεπόταν η στράτευση τους, ενώ όσοι διακρίνονταν στις μάχες μπορούσαν να αναδειχτούν είτε ως αξιωματικοί στρατού, ή ακόμη και ως Ναύαρχοι. Εκτός των τάξεων αυτών υπήρχαν οι Υπομείονες και οι Μόθακες. Οι Υπομείονες ήταν Σπαρτιάτες που όμως δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Συνήθως στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι νεώτεροι αδερφοί των Σπαρτιατικών οικογενειών, όσοι δεν κατάφερναν να γίνουν μέλη μιας ομάδας (φρατρίας) κλπ., ενώ σε αυτή μπορούσαν να υποβιβαστούν, όσοι δεν τηρούσαν τους νόμους, ή επιδείκνυαν δειλία κατά τους πολέμους. Οι Μόθακες ήταν κατά βάση παιδιά Ομοίων Σπαρτιατών και Ειλωτίδων , μπορούσαν όμως να είναι και παιδιά απελεύθερων. Αν και δεν λογιζόντουσαν ως Λακεδαιμόνιοι , θεωρούνταν ελεύθεροι και εν δυνάμει στήριγμα του καθεστώτος. Για το λόγο αυτό μετείχαν της σπαρτιατικής αγωγής , αλλά και συστρέφονταν με παιδιά Ομοίων. Από την κατηγορία αυτή προέρχονταν επιφανείς άντρες, όπως οι Καλλικρατίδας, Λύσσανδρος και Γύλιππος.
Ο βασικός πυρήνας που καθόριζε τα πάντα ήταν οι προφορικοί νόμοι του Λυκούργου για τον οποίο υπάρχουν αντιφατικές γνώμες που ξεκινούν από το πότε έζησε μέχρι του αν πράγματι ήταν υπαρκτό πρόσωπο .

Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι νόμοι του για να αποκτήσουν περισσότερη βαρύτητα είχαν και τον μανδύα του Θεόπνευστου , μέσω χρησμού από το μαντείο των Δελφών που προέτρεπε τον κόσμο να τους εφαρμόσει , όπως αναφέρουν με μικροδιαφορές όλοι οι Αρχαίοι συγγραφείς.
Έτσι οι νόμοι του Λυκούργου που καθόριζαν τα πάντα, μοίρασαν τη γη σε 9.000 ίσους κλήρους τους οποίους κληρονομούσε ο πρωτότοκος υιός κάθε Ομοίου Σπαρτιάτη πολίτη. Οι κλήροι δεν μπορούσαν ούτε να μοιραστούν , ούτε να μεταβιβαστούν.
Καλλιεργούνταν από τους Είλωτες που μπορούσαν να παράγουν για κάθε προϊόν ορισμένη ποσότητα το χρόνο, η οποία θα ήταν αρκετή να θρέψει τους ίδιους και τις οικογένειες τους καθώς και αυτές των Ομοίων . Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τους Περιοίκους , στους οποίους είχαν μοιραστεί άλλοι 30.000 κλήροι.
Η εργασία στους Ομοίους ήταν απαγορευμένη , ώστε να αφοσιώνονται στην στρατιωτική τους εξάσκηση , ενώ για την αποφυγή δημιουργίας εγχρήματης κοινωνίας , (αλλά και γενικότερα κάθε οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό το κέρδος ) είχαν καθιερωθεί να υπάρχουν βαριά σιδερένια νομίσματα.
Η πολιτειακή οργάνωση της Σπάρτης είχε ως βάση την Απέλλα ( Εκκλησία του δήμου) , στην οποία δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι άνω των 30 ετών Όμοιοι Σπαρτιάτες πολίτες.
Αν και στην Απέλλα δικαίωμα λόγου είχαν μόνο οι Βασιλείς , οι Έφοροι και οι Γερουσιαστές , εντούτοις θεωρείτο ο ανώτατος πολιτειακός θεσμός , αφού όλες οι αποφάσεις έπρεπε να εγκριθούν (δια βοής) από αυτή.
Από την Απέλλα εκλεγόντουσαν ισόβια 28 πολίτες άνω των 60 ετών που θα αποτελούσαν την Γερουσία και οι οποίοι ήταν οι νομοθέτες .
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο η διαδικασία εκλογής ενός νέου γερουσιαστή γινόταν ως εξής : Όταν κάποιο μέλος της Γερουσίας απεβίωνε, τότε ο λαός που συγκεντρωνόταν σε συνέλευση , προέβαινε σε εκλογή ορισμένων εκλεκτόρων που κλεινόντουσαν σε ένα κοντινό οίκημα , χωρίς να βλέπουν ή να τους βλέπει κανένας , αλλά μόνο να ακούνε τις φωνές του κόσμου.
Κάθε υποψήφιος Γερουσιαστής χωρίς να μιλά , περνούσε από το χώρο που ήταν συγκεντρωμένος ο λαός , ο οποίος φωνάζοντας εξέφραζε την επιδοκιμασία του προς αυτόν. Εκείνος που αποσπούσε τις περισσότερες φωνές ανακηρυσσόταν από τους εκλέκτορες (που δεν ήξεραν με ποιά σειρά οι υποψήφιοι περνούσαν μπροστά από τον κόσμο ), νέο μέλος της Γερουσίας στη θέση του εκλιπόντος.
(Πλουτάρχου “ Λυκούργος, Βίοι παράλληλοι “ Σελ. 124).


Από την Απέλλα έβγαιναν (πιθανότατα με παραπλήσιο με αυτόν της Γερουσίας τρόπο) 5 μέλη με ετήσια διάρκεια που ονομάζονταν Έφοροι και που στην πραγματικότητα ήταν η πραγματική εξουσία της Σπάρτης και όχι οι δύο Βασιλείς που τυπικά ήταν μεν η πολιτειακή κορυφή, στην πραγματικότητα όμως υφίσταντο αρκετούς περιορισμούς και η πραγματική τους εξουσία γινόταν πράξη περισσότερο στην στρατιωτική διοίκηση και τους πολέμους.
Οι Βασιλείς προερχόντουσαν από τα γένη των Ευρυπωντιδών και των Αγιαδών. Σύμφωνα με την Εκδοτική Αθηνών (Σελ.31) η ύπαρξη δύο Βασιλιάδων συνέβαινε επειδή αρχικά υπήρχαν δύο βασίλεια που όμως στη συνέχεια ενώθηκαν .
Σύμφωνα όμως με άλλη εκδοχή σκοπός της καθιέρωσης του θεσμού των δύο Βασιλέων ήταν η καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος μέσα από τον συνεχή έλεγχο εκατέρου προς έτερον.
Σε περιπτώσεις ανηλικιότητας ή αδυναμίας των Βασιλέων , οριζόταν επίτροπος (ο πλησιέστερος εξ αρρενογονίας συγγενής) που ονομαζόταν Πρόδικος.
(Κλασική περίπτωση επιτρόπου ήταν ο Παυσανίας , που οδήγησε το Σπαρτιατικό στράτευμα στις Πλαταιές , αφού ο Πλείσταρχος , υιός του θανόντα Βασιλιά Λεωνίδα ήταν ακόμη ανήλικος, Ηρόδοτος , Ιστορία Θ’, Καλλιόπη).
Πάντως οι Βασιλείς τιμόντουσαν και ως ιερά πρόσωπα αφού θεωρείτο ότι οι οικογένειες τους κατάγονταν από τους Ηρακλείδες υιούς του Ηρακλή , υιού του Διός.
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Πλούταρχο η Απέλλα δημιουργήθηκε εκατόν τριάντα χρόνια μετά τον Λυκούργο, ώστε να τιθασευτεί η δύναμη της Ολιγαρχίας (Γερουσίας) που είχε παραμείνει αναλλοίωτη και αλαζονική.
(Πλουτάρχου “ Λυκούργος, Βίοι Παράλληλοι “ Σελ. 101).
Μεταξύ Βασιλιάδων και Εφόρων δίνονταν κάθε μήνα όρκοι μεταξύ τους , οι μεν Βασιλιάδες ότι θα τηρούν τους υπάρχοντες νόμους , οι δε Έφοροι ότι δεν θα τους παύσουν , εφόσον τηρούν τους όρκους τους.
Στην Σπάρτη πρωταρχική σημασία είχε η τεκνοποιία , όμως όλα τα νεογέννητα παρουσιάζονταν υποχρεωτικά σε επιτροπή , η οποία τα εξέταζε με προσοχή.
Αν το παιδί κρινόταν δύσμορφο ή ελαττωματικό , τότε ο πατέρας υποχρεούταν να το στείλει στους Αποθέτας , ένα ειδικό μέρος στο οποίο έπρεπε να το αποθέσει (αφήσει).
(Πλουτάρχου “ Λυκούργος, Βίοι παράλληλοι “ Σελ. 113).
Επομένως στον Καιάδα δεν έριχναν τα γενετικά δύσμορφα βρέφη , αλλά όσους ανθρώπους (νεκρούς ή ζωντανούς) έκριναν ένοχους για προδοσία ή άλλα βαριάς μορφής παραπτώματα.
(Θουκυδίδης , Βιβλίο Α’ Σελ.95 αλλά και Παυσανίας , Μεσσηνιακά Α-18, Σελ.300).
Ο Ιωάννης Βολωνάκης αναφέρει επιπροσθέτως ότι στον Καιάδα έπεφταν με δική τους θέληση και ηλικιωμένοι που δεν άντεχαν άλλο να ζουν (πχ. λόγω σοβαρής ασθένειας ) ένα έθιμο που φαίνεται ότι υπήρχε και αλλού (π.χ. Θράκη και Σκυθία).
(Πολιτική και στρατιωτική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας , Σελ. 253).
Τα υγιή παιδιά και μέχρι την ηλικία των 7 ετών παρέμεναν στο σπίτι τους , υπό συνθήκες αυστηρής ανατροφής.
Από την ηλικία των 7 ετών και μέχρι τα 20, άρχιζε η σκληρή και επίπονη εκπαίδευση που διαμόρφωνε τους αυριανούς πολεμιστές , η φήμη των οποίων έμεινε αιώνια.
Να σημειωθεί ότι εκπαίδευση , (χωρίς ορισμένα σκληρά χαρακτηριστικά που υπήρχαν σε αυτή των αγοριών ) υπήρχε και για τα κορίτσια …
Τα παιδιά εντάσσονταν παράλληλα σε βούες (τα συνομήλικα ) και σε ίλες (μαζί με μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά) , επικεφαλής των οποίων ήταν ο βουαγός και ο πρωτείρας αντίστοιχα.
Την επίβλεψη των παιδιών αλλά και την σωστή εφαρμογή της εκπαίδευσης είχε ο παιδονόμος που ήταν επιφορτισμένος με ευρύτατες εξουσίες και ο οποίος είχε για βοηθούς του εφήβους μαστιγοφόρους…
(Ξενοφώντας “ Λακεδαιμονίων Πολιτεία “ Σελ. 87).
Για την Σπάρτη η εκπαίδευση ήταν ένας πολύ σημαντικός πυλώνας για την διατήρηση των χαρακτηριστικών του κράτους , αφού το πλέον σίγουρο υπόβαθρο για την στήριξη και συντήρηση ενός πολιτειακού συστήματος , είναι η δια βίου εκπαίδευση του ανθρώπου, γεγονός που οι Σπαρτιάτες είχαν καταλάβει απόλυτα…


Σε τι αποσκοπούσε όμως η εκπαίδευση;
Επιδίωξη της δεν ήταν μόνο η εκγύμναση και το δυνάμωμα του σώματος αλλά και αυτό του νου ώστε το σώμα να μπορεί να συνεχίζει να μάχεται με την θέληση , όταν θα έχει καταπονηθεί από την κούραση και τον πόνο των πληγών.
Παράλληλα αποσκοπούσαν να πετύχουν το τέλειο δέσιμο των πολεμιστών μεταξύ τους , ώστε η μονάδα όταν επιτίθεται να είναι ένα σώμα και μία καρδιά.
Για να επιτευχθεί καλύτερα αυτό δίδασκαν στους νέους την αρετή , βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η εμφύτευση περηφάνιας για την πόλη , με την θυσία για εκείνη να θεωρείται η υπέρτατη τιμή και την λιποταξία ή την δειλία ,η υπέρτατη ατιμία και όποιος χαρακτηριζόταν δειλός δεν μπορούσε να σταθεί στην πόλη. Καταρχάς έπαυε να είναι μέλος της ομάδας του, γεγονός που αυτομάτως σήμαινε ότι έχανε τα πλήρη πολιτικά του δικαιώματα.
Από εκεί και πέρα ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται μια σειρά περιορισμών και εξευτελισμών που τον ανάγκαζαν να προτιμά τον θάνατο από μια άτιμη και ντροπιασμένη ζωή . (Ξενοφώντας , Λακεδαιμονίων Πολιτεία , Σελ. 107).
Βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης ήταν η πλήρης υποταγή του ατόμου στο σύνολο.
Η ζωή των εφήβων ήταν εξαιρετικά σκληρή , όλα τα παιδιά ήταν κοντοκουρεμένα , ανυπόδητα, αναγκασμένα να φοράνε ένα απλό ιμάτιο (σύμφωνα με τον Πλούταρχο μέχρι τα 12 φορούσαν χιτώνα) και με τον ύπνο να γίνεται σε καλάμια , ενώ αποθαρρύνονταν να χρησιμοποιούν συχνά λουτρά και αλοιφές …
Η καθημερινή εξάσκηση περιελάμβανε συνεχείς ασκήσεις με ή χωρίς όπλα , κυνήγι (σε κάποιες περιπτώσεις το θήραμα ήταν Είλωτας …) , ατέλειωτες πορείες κλπ.
Οι ασκήσεις ήταν σκληρές και μεταξύ άλλων περιελάμβαναν , ασιτία , έκθεση στο κρύο και απομόνωση στο δάσος . Ενώ ο πλέον συνηθισμένος τρόπος επιβολής τιμωρίας ήταν το μαστίγωμα, όμως η κάθε τιμωρία έπρεπε να δικαιολογείται …
Στο διάστημα αυτό ο κάθε νέος ανάλογα με την ηλικία και την πρόοδο του περνούσε από βαθμίδες. Ένα σημαντικό σημείο της εκπαίδευσης ήταν η “ παιδεραστία “.
Για κάθε έφηβο από 12 έως 18 ετών υπήρχε ένας ενήλικας που αναλάμβανε χρέη “ εραστή “ .
Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η λέξη δεν είχε το νόημα που της αποδίδεται σήμερα και ο “ εραστής “ αναλάμβανε την μετάδοση διαφόρων γνώσεων , την διδαχή ήθους , ιστορία , διαλεκτικές συζητήσεις κλπ που αποσκοπούσαν και στην πνευματική ολοκλήρωση του νέου (ερώμενου) . Έτσι δημιουργείτο ένα δέσιμο μεταξύ των δύο και ο “ εραστής “ θεωρείτο και ο κύριος υπεύθυνος για την μελλοντική επιτυχία ή αποτυχία του εφήβου.
Σημαντική μαρτυρία που αποκλείει κάθε πονηρή υπόνοια καταθέτει και ο Αιλιανός:
“ Εάν ποτέ κάποιος έφηβος επεχείρησε να ασελγήση εις βάρος άλλου, δεν συνέφερε σε κανένα από τους δύο να καταντροπιάσουν την Σπάρτη. Σε τέτοια περίπτωσι , ή εξωρίσθηκαν ή και κάτι χειρότερο , έχασαν την ζωή τους “.
(Άδωνης Γεωργιάδης “ Η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα “ Σελ. 40).
Τέλος κάθε νέος έφηβος ήταν υποχρεωμένος να κυκλοφορεί σιωπηλός με τα δύο του χέρια στο ιμάτιο και με τα μάτια στραμμένα προς τα κάτω.
Τα μέτρα αυτά αποσκοπούσαν στη διαμόρφωση ανθρώπων λιγομίλητων και με απόλυτη πειθαρχία. Για την συμπεριφορά των νέων, ο Ξενοφώντας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι :
“ Την φωνή τους θα άκουγες λιγότερο παρά των λίθινων αγαλμάτων, πολύ λιγότερο θα μετέστρεφες το δικό τους βλέμμα , παρά των χάλκινων αδριάντων και θα τους θεωρούσες ποιο ντροπαλούς ακόμη και από τις παρθένες στα νυφικά δωμάτια. Όταν μάλιστα φτάνουν στο συσσίτιο ευχαριστημένος να είσαι και την απάντηση τους στις ερωτήσεις να ακούσεις “.
(Ξενοφώντος “ Λακεδαιμονίων Πολιτεία , Σελ. 93).
Με την συμπλήρωση των 20 ετών ολοκληρωνόταν η εκπαίδευση και οι νέοι θεωρούνταν πλέον έτοιμοι στρατιώτες προς υπεράσπιση της πατρίδας.
Παρόλα αυτά για να θεωρηθούν και Όμοιοι πολίτες έπρεπε αναγκαστικά να ενταχθούν και σε μια ομάδα (φρατρία). Οι ομάδες αυτές αποτελούνταν από περίπου 15 άτομα και κάθε μία είχε συνήθως και τον δικό της χώρο.
Η ένταξη σε μια ομάδα δεν ήταν δεδομένη. Για να ενταχθεί κάποιος σε αυτή, θα έπρεπε να γίνει αποδεκτός από όλα τα ήδη υπάρχοντα μέλη της.
Η αποδοχή ή όχι του προς ένταξη νέου γινόταν με μυστική ψηφοφορία και αν υπήρχε έστω και μία αρνητική ψήφος ο νέος απορριπτόταν.
Η ένταξη σε μια ομάδα ήταν υποχρεωτική , ειδάλλως δεν μπορούσε κάποιος να έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα και υποβιβαζόταν στην τάξη των Υπομειόνων.
(Εκδοτική Αθηνών , Τόμος Β’ , Σελ. 264).
Επικεφαλής του στρατού ήταν οι δύο βασιλείς, ενώ αμέσως μετά στην ιεραρχία ερχόντουσαν οι Πολέμαρχοι επικεφαλής μιας μόρας και στη συνέχεια οι Λοχαγοί , οι Πεντηκόνταρχοι και τέλος οι Ενωμοτάρχες. Επιπλέον σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (Σελ. 387 & 390) υπήρχαν ο Σκιρίτης Λόχος και η Βασιλική φρουρά .
Ο Σκιρίτης λόχος ήταν σώμα ειδικών αποστολών που αρχικά αποτελείτο από οπλίτες που προέρχονταν από την Αρκαδική πόλη Σκίριν, στην συνέχεια όμως άρχισαν να εντάσσονται σε αυτή και άνδρες από άλλες περιοχές , διατηρήθηκε όμως το όνομα ως τιμητικός τίτλος. (Σαράντου Καργάκου “ Η ιστορία της αρχαίας Σπάρτης “ Τόμος Α` Σελ. 484).
Η βασιλική φρουρά ή Ιππείς , αποτελείτο από τριακόσιους εκλεκτούς Ομοίους και ήταν η προσωπική φρουρά του Βασιλιά (η φρουρά αυτή συνόδεψε τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες).


Στο Σπαρτιατικό στρατό κάθε στρατιώτης είχε συγκεκριμένη θέση και γνώριζε εκ των προτέρων που έπρεπε να παρουσιαστεί αλλά και ποιοι θα ήταν οι διοικητές του.
Παράλληλα με το στρατό υπήρχε και το ιππικό επικεφαλής του οποίου ήταν ο Ιππαρμοστής που διοικούσε 6 τάγματα με ισάριθμους διοικητές.
Επίσης υπήρχε ο Ναύαρχος επικεφαλής του ολιγάριθμου πάντως ναυτικού ο οποίος είχε ετήσια θητεία χωρίς δικαίωμα επανεκλογής. Τον Ναύαρχο υποδείκνυε ο Βασιλιάς αλλά η έγκριση διορισμού του γινόταν από τους εφόρους.
Τα πλοία επανδρωνόντουσαν από Περίοικους ή Είλωτες και μόνο οι στρατιώτες πάνω στα πλοία ήταν Όμοιοι Σπαρτιάτες.
Η ζωή για τον Σπαρτιάτη πολίτη συνέχιζε να δίνει προτεραιότητα στη στρατιωτική εκπαίδευση , τον αθλητισμό και το κυνήγι .
Οι κατοικίες τους ήταν απλές και ομοιόμορφες , ενώ οι νεκροί θάβονταν με λιτότητα εντός της πόλης , ώστε να μην προκαλεί εντύπωση το φαινόμενο του θανάτου.
Το φαγητό για τα μέλη μιας φρατρίας ήταν κοινό, με το κάθε μέλος να είναι υποχρεωμένο να φέρνει κάθε μήνα μια ορισμένη ποσότητα από αλεύρι, τυρί, σύκα , κρασί κλπ . Αν κάποιος δεν ανταποκρινόταν σε αυτή την υποχρέωση έπαυε να είναι μέλος της ομάδας και κατ’ επέκταση να θεωρείται Όμοιος Σπαρτιάτης.
Η στρατιωτική θητεία διαρκούσε βέβαια επίσημα μέχρι την ηλικία των 30 ετών , (μόνο ύστερα από αυτή ο κάθε Σπαρτιάτης μπορούσε να κοιμάται σπίτι του) όμως ουσιαστικά συνεχιζόταν μέχρι τα γεράματα, και όλοι ήταν υποχρεωμένοι να βρίσκονται σε πολεμική ετοιμότητα…
Με βάση όλα αυτά τα χαρακτηριστικά θα περίμενε κανείς και η ζωή των ενήλικων Σπαρτιατών να είναι απόλυτα καθορισμένη και αυστηρή , όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Η κοινωνία τους ήταν γεμάτη από γιορτές , χορούς και συμπόσια στα οποία συμμετείχαν και οι γυναίκες αλλά και γυμνικούς αγώνες (οι οποίοι περιελάμβαναν όχι μόνο ανδρικούς , όπως οι γυμνοπαιδιές για τα αγόρια αλλά και αντίστοιχους εφηβικούς γυναικείους , όπως τα παρθένια ) .
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της Σπαρτιατικής κοινωνίας ήταν η ελεύθερη ζωή και τα δικαιώματα των γυναικών, που σε αντίθεση με άλλες πόλεις μπορούσαν να κυκλοφορούν παντού , να συμμετέχουν ενεργά στα θρησκευτικά ή πολιτισμικά δρώμενα ,ενώ η γνώμη τους λαμβανόταν υπόψη.
Η ίδια η εμφάνιση των ενηλίκων Σπαρτιατών ενθάρρυνε το μακρύ μαλλί , αλλά όχι και τον έντονο καλλωπισμό ή ειδικά για τις γυναίκες τα κοσμήματα και το έντονο ντύσιμο , όμως οι συζητήσεις ήταν ελεύθερες και ιδιαίτερα για τους άνδρες γεμάτες από αισχρόλογα και ερωτικά υπονοούμενα τα οποία ήταν ανεκτά μέσα στο γενικότερα ελευθέριο περιβάλλον των λεσχών.
Στην Σπάρτη δεν θα ενθαρρυνθεί η ίδρυση θεάτρων και φιλοσοφικών σχολών αλλά υπήρχε σε μεγάλη υπόληψη η ποίηση και κυρίως η μουσική .
Τα τραγούδια ήταν τέτοια ώστε να κεντρίζουν και να διεγείρουν την ψυχή τους αλλά και να τους εμπνέουν ενθουσιασμό και όρεξη για δράση.
Δημοφιλή ήταν και τα εμβατήρια τα οποία τραγουδούσαν με συνοδεία αυλού , ώστε να συνδέεται η ανδρεία με την μουσική.


Εξυπακούεται ότι η στρατιωτική ζωή των Σπαρτιατών θα τους καταστήσει πρωταγωνιστές στους Ολυμπιακούς αγώνες και η πόλη τους θα έχει διαχρονικά τους περισσότερους Ολυμπιονίκες .
Να σημειωθεί ότι από ενδείξεις (όπως ο εορτασμός των Παρθενίων) και αναφορές αρχαίων (Παυσανίας , Ηλειακά Α’ 16,4) θεωρείται πιθανό ότι πριν τους αντρικούς Ολυμπιακούς αγώνες διεξάγονταν προς τιμή της Ήρας μονοήμεροι εφηβικοί γυναικείοι αγώνες τα Ηραία .


Μάλιστα σχετικά με τους Ολυμπιακούς αγώνες ο Θουκυδίδης (Βιβλίο Α’ Σελ.11) αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες ήταν που εισήγαγαν και επέβαλλαν σε αυτούς , τους γυμνικούς αγώνες αλλά και την επάλειψη των αθλητών με λάδι , ενώ μέχρι τότε οι αθλητές αγωνίζονταν φορώντας ζώνη γύρω από τα γεννητικά τους όργανα.
Το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και γενικότερα ο τρόπος ζωής και το πολίτευμα των Σπαρτιατών , θα γίνει αντικείμενο διαφωνιών μεταξύ των εκτός Σπάρτης ανθρώπων , αφού άλλοι (π.χ. Ισοκράτης – Παναθηναϊκός Λόγος) το θεωρούσαν απάνθρωπο και στερούμενο κάθε έννοιας παιδείας και άλλοι (π.χ. Ξενοφώντας – Λακεδαιμονίων Πολιτεία) πρότυπο αγωγής που δημιουργούσε ανθρώπους με υψηλό αίσθημα αρετής .
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Πολιτικά) το Σπαρτιατικό πολίτευμα παρά τις ατέλειες του ήταν ένας πετυχημένος συνδυασμός δημοκρατίας και ολιγαρχίας.
Ήταν δημοκρατικό αφού η ανατροφή των παιδιών και η ζωή τους (κατοικίες , συσσίτια , ρούχα κλπ ) ήταν πανομοιότυπη. Επιπλέον ο λαός είχε τον πρώτο λόγο στα κοινά, αφού εξέλεγε την μία από τις δύο αρχές (Γερουσία) και συμμετείχε στην άλλη (Έφοροι).
Από την άλλη όμως υπήρχαν και αρκετές ολιγαρχικές διατάξεις, όπως η ανάθεση των αξιωμάτων με ψηφοφορία αντί κλήρωσης , η απονομή δικαιοσύνης που ήταν στα χέρια των λίγων κλπ. Σύμφωνα με τον Σαράντο Καργάκο το πολίτευμα της Σπάρτης συνδύαζε όλους τους τύπους πολιτευμάτων. Ήταν μια μορφή δημοκρατίας που η εκτελεστική της έκφραση ήταν ολιγαρχική και η πληθυσμιακή της σύνθεση αριστοκρατική.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι χάρις το πολίτευμα αυτό οι Σπαρτιάτες αναδείχτηκαν ως η ισχυρότερη στρατιωτικά Πόλη αλλά και σημαντικός ανασχετικός παράγοντας της Περσικής προσπάθειας για κατάληψη της Ελλάδας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Πλουτάρχου , Βίοι Παράλληλοι , Τόμος Α’ Εκδόσεις Πάπυρος 1976 .
- Ξενοφώντος , Λακεδαιμονίων και Αθηναίων Πολιτεία (Εκδόσεις Κάκτος).
- Θουκυδίδη , Ιστορία , Εκδόσεις Πάπυρος έκδοση 1976.
- Παυσανία , Ελλάδας Περιήγηση , Εκδόσεις Πάπυρος 1976.
- Εκδοτική Αθηνών , Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , Τόμος Β’ Η αρχαία κλασική Ελλάδα.
- Θεόδωρου Καρζή , Η Παιδεία στην Αρχαιότητα (Εκδόσεις Φιλιππότη 1997).
- Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός κόσμος (Συλλογική έκδοση του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ) Εκδόσεις Νεφέλη 1996.
- Ιωάννης Βολωνάκης, Της Αρχαίας Ελλάδος οι μεγάλοι ηγέται (Εκδόσεις Γεωργιάδη 1997).
- Ιωάννης Βολωνάκης , Η πολιτική και στρατιωτική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος (Εκδόσεις Γεωργιάδη).
- Άδωνης Γεωργιάδης , Η ομοφυλοφιλική νομοθεσία στην Αρχαία Ελλάδα , 3η έκδοση (Εκδόσεις Γεωργιάδης , 2002).
- Σαράντου Καργάκου , Η ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης, Εκδόσεις Gutenberg 2006.











