«Σαμουράι» της Νέας Ερυθραίας για τη φονική επίθεση: Εγώ ως τοξικομανής το τερμάτισα

0
622

Ξεκίνησε η δίκη του 42χρονου πυροβόλησε σε βάρος δύο υπαλλήλων εταιρείας εγκατάστασης φυσικού αερίου με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός ο ένας και να τραυματιστεί ο δεύτερος. Η φονική επίθεση του αποκαλούμενου «σαμουράι» της Νέας Ερυθραίας, τον Οκτώβριο του 2021, αναβίωσε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου.

Στο εδώλιο ο 42χρονος ο οποίος την μοιραία ημέρα φορώντας στολή πολεμικών τεχνών πυροβόλησε σε βάρος δύο υπαλλήλων εταιρείας εγκατάστασης φυσικού αερίου με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός ο ένας και να τραυματιστεί ο δεύτερος.

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος στο παρελθόν είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική έχοντας στο πλευρό του τη μητέρα του, αφού δήλωσε συγγραφέας και μουσικός παραγωγός ζήτησε συγγνώμη.

«Ήμουν ένας άλλος χαρακτήρας όσο έπαιρνα ουσίες. Θέλω να ζητήσω συγχώρεση από τις οικογένειες των θυμάτων. Είχαμε κάποιους διαπληκτισμούς με τους υπαλλήλους λόγω φασαρίας. Εγώ ως τοξικομανής το τερμάτισα… Έχω μανιοκατάθλιψη από τα 21 μου χρόνια και είχα υποτροπιάσει» είπε απευθυνόμενος στους δικαστές ενώ ο συνήγορος του δίνοντας το στίγμα της υπερασπιστικής του γραμμής ζήτησε να αναγνωριστεί στον εντολέα του μειωμένος καταλογισμός των πράξεών του, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε υπό τη βάση της υποτροπής σε σοβαρότατη ψυχική νόσο.

«Βλέπω έναν άνθρωπο ψύχραιμο και ψυχρό να σηκώνει ένα μαύρο όπλο»

Την αυλαία των μαρτυρικών καταθέσεων άνοιξε ο μηχανολόγος – μηχανικός Ιωάννης Πλακαντωνάκης ο οποίος δέχτηκε μαζί με τον άτυχο Βασίλη Πολύζο επίθεση από τον κατηγορούμενο. Ανακαλώντας στη μνήμη του εκείνο το πρωινό ενάμισι χρόνο μετά ο μάρτυρας έμοιαζε ακόμη σοκαρισμένος. Ξεσπώντας συχνά σε κλάματα ο μάρτυρας, ο οποίος είναι γείτονας του κατηγορούμενου, περιέγραψε πως ενώ ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν εργασίες σε απόσταση δυο μέτρων είδε έναν μαυροντυμένο άνδρα.

«Σηκώνω το βλέμμα. Βλέπω έναν άνθρωπο ψύχραιμο και ψυχρό να σηκώνει ένα μαύρο όπλο και εκείνος το στρέφει προς το Βασίλη. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Ξεκίνησε να πυροβολεί, σχεδόν εξ’ επαφής. Είπε μία φράση για τη σολομωνική που δεν κατάλαβα τι σημαίνει. Δεν πρόλαβε να πει ούτε κουβέντα o Βασίλης. Εγώ πέταξα το τηλέφωνο κάτω. Φώναξα, «μη, τι κάνεις;»» ανέφερε ξεσπώντας σε κλάματα και συνέχισε  «Δεν φαντάστηκα ότι είναι κάτι τόσο επικίνδυνο, βλέποντας το κοντά στο Βασίλη, σκεφτόμουν ότι πονάει πολύ». Ο μάρτυρας κατέθεσε πως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το όπλο ήταν αληθινό. «Ήταν τόσο ψυχρά και απότομα, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι κάποιος χωρίς λόγο χρησιμοποιεί ένα όπλο. «Τι κάνεις;», φώναξε ο Βασίλης και εγώ φώναξα, «τι είναι αυτό που κάνεις, σταμάτα». Γύρισε σε μένα είπε: «τώρα είναι η σειρά σου» και έστρεψε το όπλο σε μένα. Εγώ είχα χρόνο να αντιδράσω» ανέφερε χαρακτηριστικά και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος είχε σχεδιάσει να πυροβολήσει και σε βάρος του.

«Θυμάμαι ότι με πυροβόλησε δύο φορές, η μία με πέτυχε. Πονούσα φρικτά στο πόδι. Άρχισα να φωνάζω δυνατά «βοήθεια, μας σκοτώνει». Κυρίως για να φοβηθεί ο ίδιος. Αυτό σκέφτηκα» τόνισε και συνέχισε «Είδα έναν άνθρωπο, πολύ ψύχραιμο για αυτήν την πράξη που έκανε».

Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι εκ των υστέρων έμαθε πως ο κατηγορούμενος ανέβηκε στο σπίτι του «γέμισε το όπλο και προσπάθησε να επιστρέψει, για τελειώσει τη δουλειά» .

Εισαγγελέας: Ακούσατε τίποτα σας φώναζε;

Μάρτυρας: Ξαφνικά τον βλέπω μπροστά μου. Εμφανίστηκε ψύχραιμος, ψυχρός. Ήταν τόσο ξαφνικό και απρόσμενο, σαν να περπατά κάποιος και να πέφτει ένας βράχος και να τον σκοτώνει… Ο Βασίλης πήγε το πρωί για δουλειά και δεν γύρισε.  (σ.σ. κλαίει) Εγώ έχω δυο κοριτσάκια… Ήταν στο σπίτι, είχαν κλειστεί στο δωμάτιο τους και κρατούσαν ένα αποκριάτικο τόξο, φοβόντουσαν ποιος θα μπει μέσα…

Εισαγγελέας: Είχε λογοφέρει με τον Βασίλη Πολύζο;

Μάρτυρας: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό το πράγμα. Είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος. Εγώ είμαι εδώ για να φύγει μακριά μας.

Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε ένα φραστικό επεισόδιο δυο εβδομάδες νωρίτερα, στις ταράτσες των σπιτιών τους, μεταξύ της μητέρας του και του κατηγορούμενου ο οποίος της είχε πει:  «καλά, θα δείτε».

Το συγκεκριμένο επεισόδιο περιέγραψε, καταθέτοντας στο δικαστήριο, και η μητέρα του Άννα Πλακαντωνάκη. «Ήμασταν στην ταράτσα με τον γιο μου και τον Βασίλη και κάναμε εργασίες στην καμινάδα. Διαμαρτυρήθηκε για το θόρυβο. Του είπα, «σε ενοχλήσαμε, κοιμόσουν; 12 το μεσημέρι είναι». Τότε μου απάντησε, «δεν θα σου πω και το ωρολόγιο πρόγραμμά μου, καλά θα δείτε». Ήταν μια απειλή για μένα, αλλά το συμπέρανα μετά το συμβάν» κατέθεσε η μάρτυρας η οποία αφηγήθηκε κλαίγοντας τη στιγμή που άκουσε το γιο της να καλεί σε βοήθεια και στη συνέχεια πυροβολισμούς.

«Βοήθεια, μας σκοτώνει»

«”Βοήθεια, μας σκοτώνει” άκουσα τον γιο μου να φωνάζει και άκουσα τους πυροβολισμούς, ίδιους με εκείνους που άκουσα το προηγούμενο βράδυ… Πάω να βγω έξω και τον βλέπω μπροστά να περνά αγέρωχος με τα χέρια στις τσέπες, σαν να μην έγινε τίποτα.

“Γιατί σκότωσες τα παιδιά μου”, του φώναξα. “Καλά τους έκανα”, μου είπε ψύχραιμα» είπε σημειώνοντας πως δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουσε τον 42χρονο να πυροβολεί. “Είχε ένα αεροβόλο και έριχνε σε πουλιά, μου είχαν πει οι γείτονες” ανέφερε συμπληρώνοντας πως είχαν βάλει έναν γείτονα να ρωτήσει την αστυνομία, “αλλά δεν μάθαμε κάτι και εφησυχάσαμε”».

Μάλιστα, η κ. Πλακαντωνάκη κατέθεσε πως λίγες ημέρες πριν από την αιματηρή επίθεση είχε πληροφορηθεί από τη μητέρα του κατηγορούμενου ότι κάτι δεν πάει καλά με τον γιο της.

«Ήταν ένας άγγελος»

Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκαν και τα δυο αδέλφια του θύματος τα οποία τόνισαν πως ο δικός τους άνθρωπος «δεν είχε διαφορές με κανέναν».

«Ο Βασίλης όχι μόνο δεν προκαλούσε επεισόδια, ίσα – ίσα ήταν ένας άγγελος, βοηθούσε τον κόσμο», κατέθεσε ο Μάριος Πολύζος ενώ αδελφός του Χαράλαμπος συμπλήρωσε «ο αδελφός μου ήταν ένας πολύ ήσυχος άνθρωπος. Ήταν πολύ αγαπητός σε όλους».