Πώς άλλαξαν οι συνήθειες των Ελλήνων λόγω ακρίβειας

0
496

Ριζική ανατροπή ως προς τις συνήθειες και τις προτεραιότητες που θέτουν κατά τις αγορές τους έχει επιφέρει η ακρίβεια για τους καταναλωτές στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το φαινόμενο να επιδιώκεται εξοικονόμηση χρημάτων κατά την αγορά βασικών αγαθών, μέσω διαφόρων τρόπων. Χαρακτηριστικό είναι το εύρημα έρευνας του Ινστιτούτου Έρευνας Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), βάσει του οποίου το 76% των Ελλήνων θα ακύρωνε δαπάνες για διασκέδαση ή μια έξοδο σε κάποιο εστιατόριο, ενώ το 55% μειώνει τις αγορές βασικών καταναλωτικών προϊόντων, όπως τα είδη διατροφής.

Υψηλό είναι το ποσοστό εκείνων –52%– που αναβάλλουν την πραγματοποίηση εργασιών συντήρησης ή επισκευής στο σπίτι ή το αυτοκίνητό τους. Διαρκώς αυξανόμενη είναι η τάση αγοράς προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας για το 48%, ενώ το ίδιο ποσοστό (48%) αλλάζει τη μάρκα των προϊόντων που αγοράζει προκειμένου να αναζητήσει φθηνότερα. Ένα σημαντικό ποσοστό, που ανέρχεται σε 28%, δαπανά χρήματα από αποταμιεύσεις και αναβάλλει ή δεν πληρώνει τους λογαριασμούς που οφείλει. Πρόκειται για κινήσεις που εντείνονται προοδευτικά με το πέρασμα του χρόνου και την ενίσχυση της ακρίβειας σε αγαθά και υπηρεσίες στη χώρα μας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, έναν χρόνο μετά την εφαρμογή του, το “καλάθι του νοικοκυριού” παρουσιάζει θετική εικόνα. Έχει αυξηθεί η χρήση του από το καταναλωτικό κοινό, από 28% σε 61%, ενώ το κοινό που θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτα έχει μειωθεί από 44% σε 29%.

Tα στοιχεία της NielsenIQ για το 2023 είχαν να παρουσιάσουν διψήφια αύξηση των τιμών κατά τους πρώτους έξι μήνες του έτους, με μείωση των ποσοτήτων που πουλήθηκαν, γεγονός που δείχνει επίσης την επίδραση που είχε η ακρίβεια στην αγορά. Αντιθέτως, κατά το δεύτερο μισό της περσινής χρονιάς παρουσιάστηκε αποκλιμάκωση στις πληθωριστικές πιέσεις, με αντίστοιχη τόνωση των όγκων και της κατανάλωσης. Συνολικά για το 2023 τα ταχυκίνητα καταναλωτικά προϊόντα αύξησαν τις πωλήσεις τους σε αξία κατά 9,1%, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν με την ίδια ένταση, όπως και το 2022 (+8,7%), τελικά η ζήτηση-κατανάλωση παρουσίασε οριακή αύξηση, στο +0,4%.

Eurostat: Ελλάδα, η δεύτερη χώρα σε πληθωρισμό τροφίμων

Kατά τη διάρκεια του 2023 το 73,6% των Ελλήνων αναγκάστηκε να πληρώσει περισσότερο για αγορά τροφίμων. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που πλήττεται από την ακρίβεια, ωστόσο φαίνεται ότι το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι εντονότερο εδώ, κάτι που αποτυπώνεται μέσα από τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η χώρα μας βρίσκεται στη δεύτερη θέση ακρίβειας, αφού ο εγχώριος πληθωρισμός στα είδη διατροφής ήταν ο δεύτερος υψηλότερος μετά τη Μάλτα.
Σε ό,τι αφορά τα είδη ένδυσης και υπόδησης, ευνοούνται σημαντικά οι αλυσίδες fast fashion, όπως είναι η Zara και η H&M, λόγω των χαμηλότερων τιμών που διαθέτουν τα προϊόντα τους σε σχέση με άλλες επώνυμες μάρκες της κατηγορίας αυτής των προϊόντων.

Μετατόπιση σε φθηνότερα αγαθά και στον τομέα καλλυντικών

Η υφιστάμενη οικονομική συγκυρία επιφέρει μετατοπίσεις της κατανάλωσης και σε άλλες κατηγορίες καταναλωτικών αγαθών από τα πιο ακριβά προς τα φθηνότερα, πέρα από τα βασικά αγαθά. Σύμφωνα με στοιχεία από την αγορά, στα είδη προσωπικής περιποίησης καταγράφεται σχετική μετατόπιση από τα είδη επιλεκτικής διανομής προς τα είδη mass market, ενώ στα είδη οικιακής χρήσεως από τα επώνυμα είδη προς τα μη επώνυμα και τα ιδιωτικής ετικέτας, όπως έχει προβλέψει σχετικά ο όμιλος Σαράντη, ο οποίος αποτελεί από τους μεγαλύτερους παίκτες στη συγκεκριμένη αγορά, μέσα από τις οικονομικές του καταστάσεις.

Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών μπορεί να επιδράσει στο περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων και στη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, καθώς τα είδη επιλεκτικής διανομής έχουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους, ενώ εξισορροπητικές τάσεις θα προξενήσει η αύξηση της κατανάλωσης στα είδη mass market και ιδιωτικής ετικέτας.

Οριακά μειωμένη η καταναλωτική εμπιστοσύνη τον Ιανουάριο

Η Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ που αφορά τον Ιανουάριο του 2024 αποτυπώνει πως, σε ό,τι αφορά την καταναλωτική εμπιστοσύνη, παρουσιάζεται οριακή μείωση του δείκτη κατά -0,2, γεγονός που οφείλεται στις μετριασμένα αισιόδοξες εκτιμήσεις των νοικοκυριών για την τρέχουσα και τη μελλοντική τους κατάσταση, με παράγοντες που αντισταθμίζουν τη στάση των Ελλήνων να αποτελούν οι απαισιόδοξες προσδοκίες τους για τη γενικότερη κατάσταση της χώρας και οι ήπια χαμηλότερες προθέσεις τους για μείζονες αγορές. Σε ό,τι αφορά τις τάσεις στις έξι μεγαλύτερες οικονομίες, ο δείκτης υποχώρησε αισθητά στη Γερμανία (-2,2), ενώ βελτιώθηκε στην Ιταλία (+3,8), την Πολωνία (+3,2), τη Γαλλία (+2,4), την Ολλανδία (+1,9) και την Ισπανία (+1,4).

Ενοίκιο: 14% πάνω από όσο μπορεί να αντέξει ο Έλληνας

Tην ίδια στιγμή, ένας παράγοντας που επιβαρύνει το εισόδημα των Ελλήνων είναι το κόστος κατοικίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας Πειραιώς, από το 2016 έως το 2022 ο ρυθμός αύξησης των τιμών οικιστικών ακινήτων έχει ανέλθει σε ποσοστό 14% περισσότερο σε σχέση με τον ρυθμό αύξησης ο οποίος θα δικαιολογούνταν βάσει της εξέλιξης των θεμελιωδών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο έχει επέλθει η συγκεκριμένη συνθήκη είναι οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία στα χρόνια της κρίσης και της ύφεσης, οι οποίες έχουν δημιουργήσει μια σημαντική ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης οικιστικών ακινήτων, που δεν είναι εφικτό, σύμφωνα με την Τράπεζα, να γεφυρωθεί σε βραχυχρόνιο ορίζοντα.