22.9 C
Kifissia
Τρίτη, 5 Ιουλίου, 2022

Ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1877 -1878 και η πανσλαβιστική πολιτική της Ρωσίας. Του Κωνσταντίνου Λινάρδου.

Must read

Ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας που διεξήχθη το 1877-78 εντασσόταν μέσα στην γενικότερη ρωσική προσπάθεια άμεσου ή έμμεσου ελέγχου του βαλκανικού χώρου , μιας προσπάθειας που συνδεόταν και με τον ελληνικό ξεσηκωμό που είχε γίνει 56 χρόνια νωρίτερα.

Η ελληνική επανάσταση του 1821 είχε ανησυχήσει έντονα το σύνολο των ευρωπαϊκών ηγεσιών.

Ο κίνδυνος διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών ήταν βάσιμος , αφού οι Έλληνες ήταν όχι μόνο η πολυπληθέστερη ή η πλέον ακμάζουσα από τις υπόδουλες κοινότητες , αλλά και η πλέον συνειδητοποιημένη εθνικά.

Παράλληλα υπήρχε και ο φόβος της μετάδοσης του επαναστατικού … ιού και αλλού που μεγάλωνε τόσο από τα φιλελεύθερα δείγματα γραφής του πρώτου ελληνικού συντάγματος το 1822 , όσο και από ορισμένες επαφές που υπήρξαν με Ιταλούς Καρμπονάρους (μυστική φιλελεύθερη και κοινωνική οργάνωση του 19ου αιώνα).

Όμως το γεγονός ότι ο ελληνισμός ήταν διασκορπισμένη μειονότητα στο σύνολο της αυτοκρατορίας σε συνδυασμό με την έλλειψη “ χορηγών “, είχε σαν αποτέλεσμα (παρά τον ηρωικό και πάνδημο χαρακτήρα της) να περιοριστεί σε μικρό μέρος της Οθωμανικής επικράτειας.

Ως εκ τούτου οι αρχικές ανησυχίες μετεβλήθησαν σταδιακά σε υποστήριξη και αποδοχή δημιουργίας ενός μικρού και αδύναμου κράτους που αφενός δεν θα είχε την δύναμη να λύσει ερήμην τους το ανατολικό ζήτημα αλλά αφετέρου θα άφηνε ένα παραθυράκι για το μέλλον…

Έτσι μεταξύ άλλων κάθε χώρα προσπαθούσε να έχει υπό τον έλεγχο της το νέο κράτος ούτως ώστε να έχει ένα ακόμη ατού , όταν θα ερχόταν η κατάλληλη ώρα…

Η πολιτική της μεγάλης ιδέας  αλλά και η ψευδαίσθηση ότι η χώρα τελεί υπό την μόνιμη εύνοια των ισχυρών , είχε σαν αποτέλεσμα να  μην δοθεί η απαραίτητη προσοχή στις δομικές αλλαγές.

Όμως τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των ισχυρών μεταβάλλονται και η ανίσχυρη Ελλάδα από αγαπημένο παιδί κατάντησε αποπαίδι…

Πρώτη η Ρωσία μετέβαλλε την πολιτική της και από “ προστάτης “ των Ορθοδόξων μεταβλήθηκε σε προστάτη των Σλάβων , ενώ η ισχυροποίηση της Γερμανίας  οδήγησε και την γαλλική πολιτική σε ένα ποιο φιλορωσικό προσανατολισμό , αφού πλέον προείχε η τιθάσευση του γερμανικού κινδύνου.

Αλλά  και η Βρετανία παρότι θεωρούσε  την Ελλάδα …  νόμιμη κληρονόμο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έκρινε ότι δεν είχε … ενηλικιωθεί και ότι έπρεπε ως υπάκουο και υπομονετικό παιδί να ακούει τους μεγάλους και τις νουθεσίες τους που για την ώρα συμβούλευαν  να μην προκαλεί προβλήματα στον … κληροδόχο.

Έτσι από τα μέσα του 19ου αιώνα η Ελλάδα συνειδητοποιούσε ότι όχι μόνο ήταν αδύναμη αλλά και πολιτικά απομονωμένη…

Ο κίνδυνος να επιλυθεί το ανατολικό ζήτημα και η Ελλάδα να είναι θεατής των εξελίξεων ήταν σοβαρός και φαινόταν να υλοποιείται όταν η Οθωμανική αυτοκρατορία ηττάται στρατιωτικά από την Ρωσική άρκτο το 1878..

Οι Ρώσοι ήλπιζαν ότι μπορούσαν επιτέλους να θέσουν σε εφαρμογή τα πολιτικά τους σχέδια πρωτίστως με την δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας.

Όμως οι αντιδράσεις των δυτικών χωρών και ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Αυστροουγγαρίας ήταν ισχυρές αναγκάζοντας τους Ρώσους σε αναδίπλωση.

Ως εκ τούτου οι Μεγάλες δυνάμεις  αποφάσισαν να επιλύσουν τις διαφορές τους σε συνέδριο το οποίο θα διεξαγόταν τον Ιούνιο του 1878 στο Βερολίνο.

Το διπλωματικό παρασκήνιο πριν κατά την διάρκεια και μετά το συνέδριο και οι συγκυρίες της εποχής θα έχουν τελικά ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (εκτός της Ελασσόνας) και της Άρτας στο ελληνικό κράτος το 1881 (κυρίως ως αντιστάθμισμα της ίδρυσης σλαβικού βουλγαρικού κράτους ).

Παράλληλα σημαντικές περιοχές με πυκνό ελληνικό πληθυσμό που είχαν δοθεί αρχικά στη Βουλγαρία , επιστράφηκαν τελικά στην Οθωμανική αυτοκρατορία.  Οι εξελίξεις αυτές  δημιούργησαν ανάμικτα συναισθήματα.

Από τη μία το κράτος για πρώτη φορά κατάφερνε να υλοποιήσει μέρος των εθνικών του πόθων , ενώ η επιστροφή σημαντικών περιοχών στην Οθωμανική αυτοκρατορία  νεκρανάστησε την μεγάλη ιδέα.

Από την άλλη όμως φάνηκε διάπλατα πόσο αδύναμη και διπλωματικά απομονωμένη ήταν η χώρα που επιπλέον συνειδητοποιούσε ότι δεν μπορούσε να υλοποιήσει τους στόχους της βασιζόμενη στις ελεημοσύνες και τις συγκυρίες .

 

Η Ρωσική επίθεση στην  Οθωμανική αυτοκρατορία το 1877

Για τους Ρώσους η Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο ανέκαθεν ασκούσαν μια έλξη αφού πέρα από την γεωπολιτική σημασία της πόλης και η ίδια η δημιουργία του κράτους τους είχε κατά ένα ποσοστό βασισθεί σε Βυζαντινούς θεσμούς.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (δεύτερης Ρώμης)  το 1453 οδηγεί τη Ρωσία στην υιοθέτηση της πολιτικής της τρίτης Ρώμης . Η πολιτική αυτή που αρχικά αποσκοπούσε περισσότερο στην εδραίωση του κυρίαρχου εσωτερικού πολιτικού συστήματος θα αποκτήσει κυρίως από τα τέλη του 17ου αιώνα ένα ποιο επιθετικό χαρακτήρα….

Οι Ρώσοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι ένας σημαντικός παράγοντας για την οικονομική καχεξία του τεράστιου κράτους τους είναι η έλλειψη πρόσβασης σε θαλάσσιες οδούς . Έτσι αρχίζει μια συστηματική επίθεση σε βορρά , νότο και ανατολή για την απόκτηση επαφής με αυτές…

Η επέκταση στην Ανατολή (εκμεταλλευόμενη και την Κινεζική παρακμή) θα στεφθεί με επιτυχία και η Ρωσία θα φτάσει έως τον Ειρηνικό ωκεανό , το ίδιο και η πρόσβαση στη Βαλτική ύστερα από τους νικηφόρους πολέμους εναντίον των Σουηδών.

Όμως ο μεγάλος καημός των Ρώσων ήταν ο νότος , με υπέρτατο στόχο τον έλεγχο της Πόλης και των στενών.  Η Κωνσταντινούπολη και οι γύρω περιοχές  δεν ήταν μόνο η πνευματική  μήτρα τους  αλλά και μια στρατηγικά σημαντική περιοχή.

Από την άλλη όμως γνώριζαν ότι η προς νότο επέκταση τους θα προσέκρουε σε ζωτικά συμφέροντα των άλλων ισχυρών δυνάμεων γεγονός που δεν μπορούσε να αγνοήσει…

Έτσι προσπάθησε να ενισχύσει την επιρροή της κυρίως με διπλωματικούς τρόπους επικαλούμενη το ομόθρησκο και εμφανιζόμενη αρχικά ως η προστάτιδα δύναμη των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Η δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 και η ακολουθούμενη πολιτική από αυτό οδήγησε τη Ρωσία σε μια σταδιακή αλλαγή της στρατηγικής της.

Οι Ρώσοι (παρά την επιρροή τους)  αντιλαμβάνονταν ότι οι Έλληνες δεν ήταν τόσο πειθήνια όργανα , ενώ εποφθαλμιούσαν τα επίμαχα εδάφη για ίδιον όφελος.

Παράλληλα αντιλαμβάνονταν ότι μια στρατιωτική διαμάχη με τις ισχυρές δυτικές δυνάμεις για την Ελλάδα θα κατέληγε σε δική τους ήττα λόγω των εκτεταμένων ακτών της Ελλάδας και του ισχυρότερου βρετανικού ναυτικού.

Για το λόγο αυτό αποφασίζουν να κινηθούν στη βαλκανική ενδοχώρα αλλά και να εκμεταλλευτούν την φυλετική συγγένεια που είχαν με σημαντικό κομμάτι του βαλκανικού πληθυσμού. Έτσι σταδιακά η Ρωσία αντικαθιστά τις θρησκευτικές με φυλετικές αιτιάσεις και από προστάτιδα δύναμη των Ορθοδόξων μετατρέπεται σε προστάτιδα δύναμη των Σλάβων.

Την νέα Ρωσική πολιτική αναλύει στο βιβλίο του “Ρωσία και Ευρώπη “ το 1869 ένας εκ των θεωρητικών του πανσλαβισμού ο Νικόλαος  Danilevski.

Βάση αυτής ήταν η αντίθεση μεταξύ του Σλαβικού και του Ρωμαίο-Γερμανικού πολιτισμού και η επιθετική πολιτική του δεύτερου , που καθιστούσε αναγκαία την χειραφέτηση όλων των σλαβικών λαών και την ένταξη τους σε μια κοινή ομοσπονδία υπό την ομπρέλα της Ρωσίας.   Μοιραία και η Ρωσική πολιτική γίνεται σταδιακά περισσότερο εχθρική προς τον ελληνισμό, αφού κύρια έγνοια των Ρώσων είναι η ενίσχυση του σλαβικού στοιχείου.

Πρώτο μέλημα των Ρώσων είναι ο εμποτισμός εθνικής αλλά και σλαβικής συνείδησης των Βουλγάρων , που είχαν επιλεγεί ως αντικαταστάτες των Τούρκων στα Βαλκάνια. Έτσι από τα μέσα του 19ου αιώνα ειδικά εκπαιδευμένοι νέοι Βούλγαροι σπουδάζουν δωρεάν με υποτροφίες σε Ρωσικά σχολεία. Παράλληλα οι Ρώσοι προτρέπουν τους Βούλγαρους να απαιτήσουν από το Πατριαρχείο την δημιουργία ανεξάρτητης Εκκλησίας (Εξαρχίας) , στην δικαιοδοσία της οποίας έπρεπε να ενταχθούν όσο το δυνατό περισσότερες περιοχές.

Να σημειωθεί ότι η δικαιοδοσία του Πατριαρχείου , δεν ήταν μόνο θρησκευτική , αλλά επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς όπως την εκπαίδευση.

Το 1870 το βουλγαρικό αίτημα γίνεται δεκτό , από την Οθωμανική κυβέρνηση  και αμέσως οι Βούλγαροι  ξεκινάνε τις προσπάθειες ένταξης , όσο το δυνατό περισσότερων περιοχών σε αυτή.           Το δίλημμα στους Έλληνες των υπό εξαρχικό (βουλγαρικό) έλεγχο περιοχών , ήταν σαφές:  “ Η τα παιδιά σας θα ενταχθούν στα εξαρχικά σχολεία ή θα μείνουν αμόρφωτα“.

Η απάντηση του Πατριαρχείου ήταν η κήρυξη σχίσματος με την βουλγαρική εξαρχία το 1873.  Με τον τρόπο αυτό διασφαλίστηκε η ανεξαρτησία αφού πλέον κάθε Εκκλησία , μπορούσε να ελέγχει μόνο το δικό της ποίμνιο.

Το 1853 με πρόσχημα τον έλεγχο των Αγίων Τόπων , οι Ρώσοι είχαν κηρύξει τον Πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιχειρώντας για πρώτη φορά να υλοποιήσουν τους στόχους τους.                  Προ του κινδύνου αυτού οι δυτικές δυνάμεις (Βρετανία- Γαλλία) θα σπεύσουν να συνδράμουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία  και με τους ισχυρούς τους στόλους θα μεταφέρουν τον πόλεμο σε ρωσικό έδαφος (Κριμαία) , αναγκάζοντας έτσι την Ρωσία σε συνθηκολόγηση.

Την δεκαετία του 1870, οι Ρώσοι θεωρούν ότι οι διαμορφούμενες συνθήκες στην Ευρώπη τους δίνουν την δυνατότητα για μια δεύτερη προσπάθεια.  Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί έχουν στραμμένη την προσοχή τους ο ένας στον άλλο, ενώ η Αυστρία μετά την ήττα από την Πρωσία , βρίσκεται σε αναζήτηση πολιτικής. Οι Ρώσοι προχωρούν σε συμφωνία με την Γερμανία βάση της οποίας οι μεν Ρώσοι σε περίπτωση γαλλικής επίθεσης στην Γερμανία θα συγκρατούσαν τους Αυστριακούς, οι δε Γερμανοί θα έκαναν το ίδιο σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης στα Βαλκάνια.

Παράλληλα οι Ρώσοι , με υποσχέσεις για εδαφικά ανταλλάγματα , παίρνουν από τους Ρουμάνους την άδεια να περάσουν τα στρατεύματα μέσα από τη χώρα τους , προκειμένου να εισβάλουν στα Οθωμανικά εδάφη. Θεωρώντας ότι έχουν διασφαλιστεί διπλωματικά και με πρόσχημα την προστασία των σλαβικών πληθυσμών θα κηρύξουν  την άνοιξη του 1877 τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Τον Δεκέμβριο του 1877 και αφού έχουν προηγηθεί αρκετές αποτυχίες , κατορθώνουν να διασπάσουν την Οθωμανική άμυνα , φτάνοντας τον επόμενο μήνα στα προάστια της Κωνσταντινούπολης , αναγκάζοντας έτσι σε συνθηκολόγηση την Οθωμανική πλευρά.

Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Η δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας)

Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούσαν με την υποκριτική δήλωση της ρωσικής αντιπροσωπείας , ότι στόχος της  δεν ήταν η απόσπαση εδαφών , αλλά η πολεμική αποζημίωση για τα έξοδα του πολέμου.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους το ποσό αυτό ανερχόταν σε 5.500.000.000 γαλλικά φράγκα.  Οι Ρώσοι γνώριζαν ότι το Οθωμανικό κράτος λόγω αδυναμίας εξόφλησης  χρεών είχε κηρύξει στάση πληρωμών και φυσικά δεν ήταν σε θέση να πληρώσει οποιαδήποτε αποζημίωση. Έτσι όταν η αδυναμία καταβολής του ποσού, ανακοινώθηκε και επίσημα απαίτησαν την παραχώρηση εδαφών στον Καύκασο (Αρνταχάν- Καρς – Βατούμ κλπ).  Επιπλέον η Οθωμανική πλευρά παραχωρούσε στην Βαλκανική την Δοβρουτσά , την οποία με την σειρά της η Ρωσία παραχώρησε στην Ρουμανία, ως αντάλλαγμα για την απόσπαση της Βεσσαραβίας.

Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο κηρύσσονταν ανεξάρτητα κράτη , ενώ οι περιοχές της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης παραχωρούνταν προσωρινά στην Αυστροουγγαρία για 30 χρόνια .

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν οι Ρώσοι για την δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας (τυπικά ως αυτόνομη ηγεμονία) με εδάφη από τον Δούναβη έως το Αιγαίο συνολικής έκτασης 163.000 τχλμ.   Τα βουλγαρικά εδάφη περιελάμβαναν το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας (εκτός της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής ) , περιοχές της Θράκης και της Νότιας Σερβίας , καθιστώντας την Βουλγαρία ως την ισχυρότερη βαλκανική χώρα.

Για λόγους ασφαλείας , το οθωμανικό κράτος υποχρεούταν να κατεδαφίσει όλα τα παραδουνάβια φυλάκια, ενώ θέλοντας και μη αποδεχόταν την Ρωσία ως προστάτη των απανταχού χριστιανών σε όλη την επικράτεια της.

Η μόνη χώρα που δεν αναφερόταν στην συνθήκη (όπως ήταν και οι ρητές εντολές του Τσάρου) , ήταν η Ελλάδα. Η συνθήκη έκανε μια μικρή μνεία για την Κρήτη , εκφράζοντας την ευχή τήρησης των δικαιωμάτων που είχαν παραχωρηθεί το 1868.

Με το πέρας των εργασιών και ενώ η δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας ήταν γεγονός, ο πρεσβευτής της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη και επικεφαλής της διπλωματικής αντιπροσωπίας της Ignatiev, φέρεται να δήλωσε “ Και τώρα οι Έλληνες ας πάνε κολυμπώντας στην Κωνσταντινούπολη “ .

Ο θεμελιωτής του ρωσικού διπλωματικού θριάμβου  Ignatiev , προβλέποντας τι θα επακολουθούσε,  επιχείρησε να εφαρμόσει τάχιστα τα όσα ανέφερε η συνθήκη, ώστε να δημιουργήσει τετελεσμένες καταστάσεις , όμως οι αντιρρήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας , σε συνδυασμό με τις άμεσες και έντονες αντιδράσεις των άλλων ισχυρών δυνάμεων  έπεισαν τον Τσάρο να καθυστερήσει την εφαρμογή της συνθήκης.

Οι αντιδράσεις των άλλων χωρών και η διάσκεψη του Βερολίνου

Η γνωστοποίηση της συνθήκης προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων σε Ελλάδα και Ευρώπη.  Στην Ρωσία έλαβαν άμεσα την βρετανική αντίδραση που χαρακτήριζε την συνθήκη ασύμφορη των βρετανικών συμφερόντων , τονίζοντας παράλληλα ότι μόνο δια της ομοφωνίας της Ευρώπης ήταν δυνατό να διακανονισθούν ειρηνικά τα όσα η Ρωσία διακανόνισε μονομερώς δια της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.

Ισχυρές ήταν και οι αντιδράσεις της Αυστροουγγαρίας , κυρίως λόγω της ενσωμάτωσης στο βουλγαρικό κράτος εδαφών της δυτικής βαλκανικής που τα εποφθαλμιούσε η ίδια. Οι Ρώσοι προσπάθησαν να βρούνε μια συμβιβαστική λύση , όμως οι διαφορές των δύο χωρών δεν γεφυρώνονταν εύκολα.

Οι Ρώσοι ήταν αποφασισμένοι να μην υποκύψουν στο Βρετανικό λέοντα, όμως η αρνητική στάση της Γερμανίας και η αποτυχία των διαπραγματεύσεων με την Αυστροουγγαρία θα είναι καθοριστικές.     Έτσι οι ισχυρές χώρες αποφάσιζαν να συγκεντρωθούν το καλοκαίρι του 1878 , στο Βερολίνο προκειμένου να παρθούνε οι οριστικές αποφάσεις.

Η βασική διαφοροποίηση της συνθήκης του Βερολίνου, ήταν η μείωση των εδαφών του νεοσύστατου βουλγαρικού κράτους. Η Βουλγαρία θα παρέμενε αυτόνομη ηγεμονία , όμως τα εδάφη της , μειώνονταν στο ένα τρίτο του αρχικού (64.000 από 163.000 τχλμ).

Η περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας , θα παρέμενε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία , ως αυτόνομη περιοχή, με περιοριστικούς όμως όρους που τη καθιστούσαν ευάλωτη στις βουλγαρικές ορέξεις , γεγονός που θα επιβεβαιωθεί , επτά χρόνια αργότερα με τον πλέον οδυνηρό για τον ελληνισμό τρόπο.

Η Ρωσία υποχρεώθηκε να επιστρέψει ορισμένα εδάφη στον Καύκασο , και μια λωρίδα γης της Βεσσαραβίας στην Ρουμανία.

Ως αντιστάθμισμα , αποφασίστηκε να δοθεί στην Αυστροουγγαρία για τριάντα χρόνια η περιοχή της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης , με απώτερο στόχο την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την εισαγωγή ποιο φιλελεύθερων θεσμών.

Διαφωνίες υπήρξαν σχετικά με τα εδάφη που έπρεπε να παραχωρηθούν στην Ελλάδα , ως αντιστάθμισμα της ισχυροποίησης της Βουλγαρίας. Οι ελληνικές αιτιάσεις αναφορικά με την παραχώρηση των όμορων περιοχών ελήφθησαν υπόψη , αποφασίστηκε όμως η χάραξη των νέων συνόρων να διευθετηθεί από τις δύο χώρες , σε απευθείας διαπραγματεύσεις που θα είχαν μεταξύ τους.

Τελικά ύστερα από τρία χρόνια έντονων διεργασιών και με την μεσολάβηση των ισχυρών δυνάμεων  θα αποφασισθεί το 1881 , να παραχωρηθούν στην Ελλάδα , η περιοχή της Θεσσαλίας (εκτός της Ελασσόνας ) και η Άρτα.

Η ενσωμάτωση των νέων εδαφών στον εθνικό κορμό ήταν ένα αναμφισβήτητα θετικό γεγονός που καθιστούσε ισχυρότερο το κράτος αφού συν τοις άλλοις οι νέες περιοχές θεωρούνταν εύφορες.

Επίσης το διπλωματικό παρασκήνιο που υπήρξε όλο αυτό το διάστημα και οι παρ’ ολίγο καταστροφικές για τον ελληνισμό αποφάσεις του , έκανε σημαντικό μέρος των πολιτών να συνειδητοποιήσει ότι αν υπήρχε μια ελπίδα να υλοποιηθούν οι εθνικοί στόχοι θα έπρεπε να παραμεριστούν τα μεγαλεπήβολα οράματα από ρεαλιστικές προτάσεις , στόχος των οποίων έπρεπε να είναι ο εκσυγχρονισμός κράτους , θεσμών και στρατού.

Το ζήτημα αυτό αποκτούσε μεγαλύτερη σημασία για τις επιδιώξεις του ελληνισμού , αφού τον βαλκανικό χώρο δεν τον εποφθαλμιούσαν ποια μόνο οι παραδοσιακές δυνάμεις αλλά πλέον και τα ίδια τα βαλκανικά κράτη που χειραφετούνταν με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς.

Μετά το 1878 ήταν πλέον σαφές ότι μεταξύ των βαλκανικών χωρών θα αναπτυσσόταν ένας ανταγωνισμός κύριο έπαθλο του οποίου θα ήταν η  Μακεδονία και αλλοίμονο σ’ εκείνο που δεν θα ήταν έτοιμος την κατάλληλη στιγμή…

Κωνσταντίνος Λινάρδος

More articles

- Advertisement -spot_img

Latest article