Home ΓΝΩΜΗ Ο γάμος ομοφύλων από τη φιλελεύθερη σκοπιά – Γράφει ο Θάνος Τζήμερος

Ο γάμος ομοφύλων από τη φιλελεύθερη σκοπιά – Γράφει ο Θάνος Τζήμερος

0

Ο Γιάννης βγαίνει πρώτο ραντεβού με τη Χριστίνα. Πρέπει να ενημερώσουν κάποια κρατική υπηρεσία; Όχι, βέβαια! Διαπιστώνουν ότι έχουν χημεία και καταλήγουν στο κρεβάτι. Πρέπει να ενημερώσουν κάποια κρατική υπηρεσία; Όχι, βέβαια! Η χημεία καλά κρατεί, περνάν ωραία μεταξύ τους και αποφασίζει ο ένας να μετακομίσει στο σπίτι του άλλου. Πρέπει να ενημερώσουν κάποια κρατική υπηρεσία; Όχι, βέβαια!

Το κράτος δεν έχει καμμιά δουλειά να ανακατεύεται στις προσωπικές ζωές και στις κρεβατοκάμαρες των ανθρώπων. Μπορεί, εν έτει 2022, αυτό να ακούγεται αυτονόητο, αλλά είδαμε και πάθαμε να το καταφέρουμε (στον δυτικό κόσμο, μόνο). Πότε πρέπει, ο Γιάννης και η Χριστίνα, να ενημερώσουν το κράτος για το τι τρέχει μεταξύ τους; Ποτέ, αν δεν θέλουν! Το δυτικό κράτος δεν υποχρεώνει δύο (ή και περισσότερους…) ανθρώπους που ζουν μαζί, να δηλώσουν τη σχέση τους. Ούτε ακόμα κι αν τεκνοποιήσουν. Η νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα ώστε μία οικογένεια, ακόμα και πολυμελής ή… πολυσύνθετη, να μην χρειάζεται να ενημερώνει το κράτος, παρά μόνο για το απολύτως απαραίτητο: τίνος είναι τα παιδιά. Κι αυτό, διότι ένα παιδί έχει κληρονομικά δικαιώματα, και, επιπλέον, κηδεμονεύεται, νομικώς, εν μέρει από τους γονείς του και εν μέρει από τις κρατικές υπηρεσίες, δηλαδή από το σύνολο των φορολογουμένων, οι οποίοι επωμίζονται σημαντικά έξοδά του: Υγείας, Πρόνοιας, Παιδείας.

Όμως, ο Γιάννης και η Χριστίνα θα μπορούσαν να γνωστοποιήσουν τη σχέση τους στο κράτος, και πριν τεκνοποιήσουν. Έχουν κίνητρο, καθώς ένα παντρεμένο ζευγάρι έχει φορολογικά και ασφαλιστικά πλεονεκτήματα, με πιο χαρακτηριστικό από αυτά, τη δυνατότητα τού ενός μέλους, αν εργάζεται, να ασφαλίσει και το άλλο μέλος στο ταμείο του, αν εκείνο δεν εργάζεται. Δηλαδή, το κόστος της ασφάλισης του ενός το αναλαμβάνει το κοινωνικό σύνολο. Για ποιον λόγο γίνεται αυτό; Γιατί η Χριστίνα, αν υποθέσουμε ότι αυτή εργάζεται (για να αντιστρέψω τα στερεότυπα), μπορεί να «γράψει στο βιβλιάριό της» τον Γιάννη και όχι έναν ανασφάλιστο θείο της ή έναν άνεργο γείτονα; Διότι η κοινωνία προσδοκά από ένα ζευγάρι να τεκνοποιήσει. Και έχει υπολογίσει ότι συμφέρει στο σύνολο να πληρώσει κάτι παραπάνω, προκειμένου να διευκολύνει δύο ανθρώπους να γίνουν τουλάχιστον τρεις.

Αν δεν ίσχυε αυτό το κριτήριο, δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα που θα υποχρέωνε το κοινωνικό σύνολο να πληρώνει για την ασφαλιστική κάλυψη κάποιου, που δεν καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές, μόνο και μόνο επειδή «νταραβερίζεται» με κάποιον ασφαλισμένο.

Εδώ, θα ρωτούσε κάποιος: Δηλαδή, αν ο Γιάννης και η Χριστίνα, όταν παντρευτούν, δεν είναι 32 και 27 χρονών αλλά 72 και 67, δεν πρέπει να έχουν κοινή ασφάλιση; Θεωρητικώς, δεν πρέπει! Όμως, η Πολιτεία δεν έχει θέσει αυτό το κριτήριο σε ετερόφυλα ζευγάρια, διότι δεν είναι καθόλου απλή διαδικασία η διαπίστωση της μη προοπτικής τεκνοποίησης, και, αν ίσχυε, θα είχε μεγάλο λειτουργικό κόστος. Ούτε η στειρότητα είναι, με την εξέλιξη της επιστήμης, απόλυτη. Βέβαια, αυτή η ελαστικότητα δίνει την ευκαιρία να γίνονται και γάμοι συμφέροντος, πάσης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας πληρώνει συντάξεις σε 30.000 περίπου υπηκόους 124 άλλων χωρών. Πολλές από αυτές τις συντάξεις οφείλονται σε γάμους που έγιναν μεταξύ ηλικιωμένων Ελλήνων συνταξιούχων και νεαρών μεταναστριών, με αντικειμενικό στόχο τη νομιμοποίησης της παραμονής και την είσπραξη μετά από λίγο καιρό των συντάξεων χηρείας. Φυσικά, το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις αλλοδαπές, αλλά για τις αντίστοιχες περιπτώσεις μεταξύ ημεδαπών δεν υπάρχουν στοιχεία. Ούτως ή άλλως, η ουσία είναι μία: το κράτος πλέον δεν ενδιαφέρεται – ευτυχώς – για το τι κάνεις στην προσωπική σου ζωή. Προσφέρεται, αν εσύ το επιθυμείς, να σου παράσχει τα οικονομικά ωφελήματα της έγγαμης σχέσης.

Αν στη θέση της Χριστίνας ήταν ο Χρήστος, θα άλλαζε κάτι; Τίποτε απολύτως! Θα μπορούσε να συγκατοικεί ο Γιάννης με τον Χρήστο και κανένας να μην τους ενοχλεί. Πιθανόν να μην είχαν την κοινωνική αποδοχή που θα ήθελαν, (κάτι που εξαρτάται κι από την περιοχή διαμονής τους: σε «καλλιτεχνικά στέκια» μπορεί να είχαν μεγαλύτερη αποδοχή) όμως, εδώ, συζητάμε για τις νομικές παραμέτρους μιας συμβίωσης κι όχι για τις κοινωνικές. Η χώρα μας υπήρξε σχετικά πρωτοπόρα στην νομική αποδοχή της ομοφυλοφιλίας: την αποποινικοποίησε το 1951. Συγκριτικά: η Αγγλία το 1967, η Αυστρία το 1971, η Ρωσία το 1993, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ (ο Στάλιν καταδίωκε με νόμο του 1937 τους ομοφυλόφιλους) η Γερμανία το 1994, η Κύπρος το 1998!

Ναι, αλλά ένα ομόφυλο ζευγάρι, δεν θα έπρεπε να μπορεί να «επισημοποιήσει» τη σχέση του, ώστε να έχουν τα μέλη του το status των εγγάμων ετερόφυλων; Δεν είναι άδικο, δύο άνθρωποι που έχουν συνδέσει τις ζωές τους, να μην έχουν τα αστικά δικαιώματα που προβλέπονται σε δύο έγγαμους; Το θέμα είναι ευρύτερο και δεν αφορά αποκλειστικώς ζευγάρια με ερωτική σχέση. Υπάρχουν φιλικές σχέσεις που είναι πιο δυνατές κι από αδερφικές. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, κάθε είδος ψυχικής συγγένειας να μπορεί να δηλώνεται στο κράτος και ο «συγγενής εξ επιλογής» να αποκτά τη θέση τού «συγγενούς εξ αίματος» που θα όριζε ο δηλών, εν είδει πληρεξουσίου. Η φιλελεύθερη αντίληψη αναγνωρίζει στους ανθρώπους την ελευθερία και τη δυνατότητα να χτίζουν τις προσωπικές τους σχέσεις όπως θέλουν και να παραχωρούν νομικά δικαιώματα σε όποιους θέλουν. Υπό μία προϋπόθεση: να μην τα πληρώνουμε εσύ κι εγώ!

Ποιος, λοιπόν, θεσμικός τύπος σχέσης πρέπει να εφαρμόζεται στην περίπτωση των ομόφυλων ζευγαριών; Γιατί όχι πολιτικός γάμος; Διότι η Ε.Ε. δεν αναγνωρίζει διαφορετική εφαρμογή ενός θεσμού, λόγω φύλου! Όμως, από τη φύση του, ο γάμος δεν μπορεί, σε αρκετά σημεία του, να εφαρμοστεί στα ομόφυλα ζευγάρια, όπως και στα ετερόφυλα. Παράδειγμα: ένα παιδί εντός γάμου, όπως και να αποκτηθεί, έχει γονείς, αυτομάτως, τα δύο έγγαμα μέλη. Αν έγγαμα μέλη είναι δύο άντρες, εκ των οποίων ο ένας (ή και οι δύο) αποκτήσει παιδί με φυσικό τρόπο, με γυναίκα (προφανώς εκτός γάμου), ποιος θα αναγνωριστεί ως άλλος γονέας; Δεν μπορεί αυτό το παιδί (ή τα παιδιά) να έχει ως δεύτερο γονέα, αυτομάτως, το άλλο ομόφυλο έγγαμο μέλος. Θα έχει τη φυσική του μητέρα. Αν είναι παρένθετη και δεχθεί να αποποιηθεί την ιδιότητα της μητέρας, το παιδί θα έχει μόνο πατέρα. Θα μεγαλώνει μεν και με τον συγκάτοικο του μπαμπά ή τη συγκάτοικο της μαμάς (αν αποκτήθηκε με δότη σπέρματος), αλλά δεν θα έχει δύο μπαμπάδες ή δύο μαμάδες.

Άρα, η μόνη θεσμική λύση που προσφέρεται είναι το σύμφωνο συμβίωσης. Να θυμίσω, πως η “εφεύρεση” αυτής της νομικής φόρμουλας δεν έγινε για να δώσει λύση στα ομόφυλα ζευγάρα. Προέκυψε, ως μια μοντέρνα νομική διευθέτηση, για να καλύψει ετερόφυλα, αρχικώς, ζευγάρια, που συμβίωναν, αλλά δεν ήθελαν να υπαχθούν στο περιοριστικό, για την ατομικότητά τους, νομικό καθεστώς του «παραδοσιακού» γάμου. Το σύμφωνο συμβίωσης δίνει την ελευθερία στους συμβαλλόμενους, να ορίσουν οι ίδιοι πολλές από τις νομικές παραμέτρους της σχέσης τους.

Αυτό το «χαλαρό» πλαίσιο θα περίμενε κανένας πως θα γινόταν με ενθουσιασμό αποδεκτό από ανθρώπους που δεν ακολουθούν τα «χνάρια» των πολλών και έχουν την έννοια της ελεύθερης επιλογής ψηλά στον αξιακό τους κώδικα. Στο φινάλε, αν θες το δικό σου σύμφωνο συμβίωσης να ταυτίζεται με το νομικό πλαίσιο του γάμου, μπορείς να το κάνεις.

Το σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια ψηφίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 (Ν. 4356/2015), χωρίς όμως να διευκρινίζεται τι γίνεται με τις ασφαλιστικές καλύψεις. Το κενό «διορθώθηκε», έναν χρόνο μετά (Ν. 4387/2016 αρ. 16), με την πλήρη εξομοίωση γάμου και συμφώνου συμβίωσης ως προς τα κοινωνικά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Κακώς, κατά την άποψή μου, για τους λόγους τους οποίους έχω ήδη εκθέσει. Η ΝΔ διατήρησε αυτή την επέκταση, οπότε ο φορολογούμενος είναι πλέον υποχρεωμένος να πληρώνει για τις παροχές που επιδαψιλεύει η κοινωνία στην οικογένεια, ως κύτταρο πολλαπλασιασμού του πληθυσμού, χωρίς να υπάρχει καμμία τέτοια προοπτική. Ακόμα και η δυνατότητα υιοθεσίας, για την οποία δίνουν μάχη οι ΛΟΑΤΚΙ δικαιωματιστές, αφορά παιδιά που προϋπάρχουν! Αν σήμερα πληρώνουμε συντάξεις σε νεότατες γυναίκες, από το Καμερούν, τη Σομαλία και άλλα 122 κράτη, πρώην “συζύγους” ηλικιωμένων Ελλήνων, φαντάζεστε τι έχει να συμβεί στο μέλλον καθώς “σιτεμένοι” ομοφυλόφιλοι θα “παντρεύονται” νεαρούς από το Μπαγκλαντές ή τη Νιγηρία, ασφαλίζοντάς τους και εξασφαλίζοντάς τους, διά βίου, με ελληνική υπηκοότητα και σύνταξη “χηρείας”; Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ήδη, από το 2008 (υπόθεση Tadao Maruco), έχει αποφανθεί ότι το φύλο δεν μπορεί να είναι αιτία μη καταβολής σύνταξης σε περίπτωση χηρείας.

Ήδη, το σύμφωνο συμβίωσης, με την ευκολία που έχει στη σύναψη και στη λύση του (απλή συμβολαιογραφική πράξη), έχει μετατραπεί σε “πατέντα” απόκτησης άδειας νόμιμης διαμονής. Πολλά δικηγορικά γραφεία διαφημίζουν σε μετανάστες αυτή τη “φάμπρικα”. Μάλιστα, μετά από 3 χρόνια, ακόμα κι αν λυθεί το σύμφωνο συμβίωσης, ο μετανάστης διατηρεί το δικαίωμα διαμονής, σε προσωπική πλέον βάση! Αν η Πολιτεία νοιαζόταν, θα ανακάλυπτε αρκετές Ελληνίδες και Έλληνες που συνάπτουν απανωτά σύμφωνα συμβίωσης, τριετούς διάρκειας, με αλλοδαπούς και αλλοδαπές, προφανώς με το αζημίωτο.

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν πρέπει να ισχύσει ο θεσμός του γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, καθώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως έχει, αλλά θα πρέπει να καταργηθεί ο Ν. 4387/2016 και να αποψιλωθούν πολλά από τα πλεονεκτήματα (με τα λεφτά των άλλων) του θεσμού του συμφώνου συμβίωσης και για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Η δημιουργία τέκνων απαιτεί σταθερότητα στις οικογενειακές σχέσεις. Να μη φτάσουμε από το ένα άκρο στο άλλο. Ναι, ο δυσλειτουργικός γάμος, που, παρά την ασυμφωνία χαρακτήρων, διατηρούνταν κάποτε με το ζόρι, για τα παιδιά και για “τα μάτια του κόσμου”, δεν παρήγαγε ευτυχία. Αλλά δεν παράγει ευτυχία και η αντιμετώπιση των παιδιών ως “αξεσουάρ”, που σήμερα τα γεννάμε και αύριο γίνονται διελκυστίνδα στα δικαστήρια ή μπαλάκι του πινγκ – πονγκ, από σπίτι του ενός γονιού στο άλλο. Το “ξενέρωσα και σε χωρίζω με μια υπογραφή” του συμφώνου συμβίωσης δεν είναι μοντέλο που ευνοεί τη σταθερότητα. Άρα δεν πρέπει να δικαιούται τα προνόμια του “τεκνοποιητικού μοντέλου” που είναι ο γάμος.

Δεν έχει η κοινωνία, επαναλαμβάνω, καμμία απολύτως υποχρέωση να πληρώνει για την ασφάλιση, τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις προνοιακές παροχές κάποιου, απλώς και μόνο λόγω της ερωτικής ή συμβιωτικής του σχέσης – είτε με ομόφυλο είτε με ετερόφυλο.

Exit mobile version