4.3 C
Kifissia
Σάββατο, 29 Ιανουαρίου, 2022

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ…. Ο ΟΔΟΣΤΡΩΤΗΡΑΣ

Must read

Ο μοναδικός ασφαλτοστρωμένος δρόμος της Ερυθραίας τότε, ήτανε η οδός Μαραθώνος , δηλαδή το κομμάτι του δρόμου, που ερχότανε από την Κηφισιά και πήγαινε για την Εκάλη.
Εκεί δεξιά και αριστερά ήτανε η αγορά με τα σπουδαιότερα μαγαζιά. Οι υπόλοιποι δρόμοι ήτανε ίσιοι και φαρδιοί, γιατί η Ερυθραία φτιάχτηκε από την αρχή με σωστά σχέδια, αλλά χωματόδρομοι. Αυτό σήμαινε τον χειμώνα λάσπη και το καλοκαίρι σκόνη.
Όταν μετά την κατοχή η Ερυθραία έγινε κοινότητα ανεξάρτητη, γιατί μέχρι τότε υπαγόταν στο Δήμο Κηφισιάς , άρχισαν σιγά – σιγά να ασφαλτοστρώνονται οι δρόμοι της για να φτάσουμε σήμερα να είναι σχεδόν όλοι άσφαλτοι.
Στις αρχές του πενήντα, θυμάμαι, αποφασίστηκε να ασφαλτοστρωθεί σαν πρώτος δρόμος η κάθετος της Μαραθώνος , που πέρναγε μπροστά από τα ψαράδικα και κατηφόριζε για το μπακάλικο του Νταντούλα στο ρέμα (Η σημερινή οδός Πλαστήρα).
Τα λεφτά έφταναν μόνο για το πάνω κομμάτι , το μεταξύ των δύο πρώτων παράλληλων , πάνω και κάτω από την οδό Μαραθώνος. Από εργάτες η Ερυθραία τότε και τίποτε άλλο. Το έργο άρχισε χειμώνα , γιατί τότε υπήρχε ανεργία στις οικοδομές και ήταν ευκαιρία να απασχοληθούν Ερυθραιώτες ,εργάτες άνεργοι.
Σκάψανε το δρόμο βαθιά , του δώσανε τη σωστή κλίση.
Φτιάξανε μπετονένια τοιχάκια για πεζοδρόμια και φέρανε και χοντρές σπασμένες πέτρες για το πρώτο υπόστρωμα.
Εμείς τα παιδιά χαζεύαμε το μοναδικό τότε ανατρεπόμενο φορτηγό της Ερυθραίας, του γείτονα μας του Κυρ Πέτρου του Κοσμά, που κουβάλαγε τα υλικά από το λατομείο του Κοκκιναρά. Τους σωρούς τις σπασμένες πέτρες τις άπλωσαν με κάτι πειρούνες στο σκαμμένο δρόμο και περίμεναν να έρθει ο οδοστρωτήρας να τις πατήσει.
Ένα απόγευμα ήρθε ο οδοστρωτήρας και άραξε σε μια άκρη στην πλατεία του Δεληγιάννη. Μάλλον θα ήρθε βράδυ ή πολύ πρωί. Εμείς τα παιδιά δεν πήραμε χαμπάρι τον ερχομό του και δεν τον είδαμε να τσουλάει. Αλλά έστω και σταματημένος μας προξενούσε δέος.
Μάγκα μου να σε πατήσει αυτός , δεν θα σ’ αφήσει τίποτα!
Αυτή ήταν η καθιερωμένη φράση που, παιδιά τότε, τη λέγαμε όταν βλέπαμε κανένα μεγάλο φορτηγό. Να σε πατήσει αυτό , δεν θα μείνει ούτε το κοκκαλάκι σου!
Και πράγματι ο οδοστρωτήρας, ο πρώτος που μετά την κατοχή εμφανίστηκε στην Ερυθραία , ήτανε κάτι το τρομερό. Πίσω είχε δύο τεράστιες ρόδες όλο σίδερο και μπροστά ένα τεράστιο κύλινδρο , που ότι κι αν πάταγε θα το έκανε κόντρα πλακέ. Στη μέση είχε ένα σκέπαστρο για τον μηχανοδηγό του και πίσω ένα φούρνο κι ένα καζάνι. Ο οδοστρωτήρας ήταν ατμοκίνητος.
Μπροστά στη θέση του μηχανοδηγού, είχε ένα τιμόνι κι ένα σωρό λεβιέδες. Πάνω από το καζάνι ένα μεγάλο φουγάρο, που πάνω του ήτανε στηριγμένο ένα μηχάνημα με ένα σκοινάκι.
Αυτό είναι η σφυρίχτρα του – είπα εγώ.
Και που το ξέρεις αυτό ρε τσόγλανε! Είπε ο Τσόλης που δεν με πολυχώνευε. Από το παπόρι του πατέρα σου , ρε μαλάκα, που πήγαμε στον Πειραιά και το ‘δαμε, απάντησα εγώ περήφανα. Ο Τσόλης δεν είπε τίποτα. Σκαρφαλώσαμε πάνω στον οδοστρωτήρα και τον χαζεύαμε με θαυμασμό και φόβο.
Προσέχετε ρε, μην πάρει δρόμο! Άμα σας πατήσει θα γίνετε ένα με το χώμα, φώναξε ο Μανώλης ο Μουσελάς , που το σπίτι του ήτανε εκεί απέναντι.
Την άλλη μέρα το πρωί , περνώντας από την αγορά για να πάω στο γυμνάσιο της Κηφισιάς με τα πόδια, ακούω ένα σφύριγμα του τραίνου. Γυρνάω και βλέπω τον οδοστρωτήρα να κατεβαίνει σιγά –σιγά την κατηφορίτσα μπροστά από τον καλοκαιρινό κινηματογράφο το “ Πεντελικόν “ και να μπαίνει στην οδό Μαραθώνος.
Όλοι στην αγορά σταμάτησαν, οι μαγαζάτορες βγήκαν έξω από τα μαγαζιά τους και στράφηκαν να χαζέψουν τον μεγάλο οδοστρωτήρα , που άρχισε να τσουλάει σιγά και μεγαλόπρεπα πάνω στην άσφαλτο κάνοντας μεγάλο θόρυβο.
Ο μηχανοδηγός του όρθιος με το ‘να χέρι κράταγε το τιμόνι και μετ’ άλλο κούναγε που και που κανένα λεβιέ. Φόραγε κι ένα τριμμένο ρεμπούμπλικο. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα πάνω του. Εγώ έσφιγγα το χερούλι της σάκκας μου και τραβήχτηκα στο πεζοδρόμιο.
Η μεγαλόπρεπη κίνηση του οδοστρωτήρα με γέμισε δέος και υπερηφάνεια. Δέος το καταλαβαίνω αλλά υπερηφάνεια γιατί; Ίσως επειδή με τον οδοστρωτήρα άρχιζε μια νέα εποχή για την τουρλαντάδικη Ερυθραία.
Πάντως βλέποντας τον μηχανοδηγό και τον κόσμο γύρω του να τον θαυμάζει, φαντάστηκα ότι έτσι θα ‘τανε , όταν θα ‘μπαινε ο “ Αβέρωφ “ στην Πόλη , έτσι θα σφύραγε από τα φουγάρα του . Θα’ ριχνε την σκάλα του στο Πέρα και θα ορμάγανε οι ναύτες να την κατέβουνε και τότε σαν ν’ άκουγα τον Ναύαρχο να διατάζει:
Αφήστε αυτόνα να κατέβει πρώτος, είναι Πολίτης!
Τότε θα παραμέριζαν όλοι για να κατέβω εγώ και θα πατούσα πρώτος το καλντερίμι της Πόλης!…
Ο θόρυβος του οδοστρωτήρα που έφτασε πλάι μου με ξύπνησε από τον οραματισμό μου. Αλλά το αίσθημα της περηφάνειας δεν βγήκε από το στήθος μου. Τον ακολούθησα μέχρι που έφτασε στο ψαράδικο κι άρχισε να πατάει τις χοντρές πέτρες και να τις ζουλάει μέσα στη γη.
Όλος ηδονή χάζευα το θέαμα και δεν πήρα χαμπάρι πως πέρασε η ώρα.
Ήτανε η πρώτη και τελευταία φορά που ‘χασα την πρώτη ώρα στο γυμνάσιο της Κηφισιάς.
Χαλάλι της!
(Αποστόλη Δόμβρου “ Τα Ερυθραιώτικα “ διηγήματα).

More articles

- Advertisement -spot_img

Latest article