Εστίαση: Βραχνάς το ύψος των προμηθειών από Wolt και efood

0
1295

Σε δεινή θέση φαίνεται να έχει περιέλθει μεγάλη μερίδα επιχειρηματιών της εστίασης που αδυνατεί να ανταπεξέλθει σε λειτουργικά έξοδα, καθώς ο τζίρος εξανεμίζεται όσο αυξάνονται τα κόστη, από τις προμήθειες των πλατφορμών delivery και τις προμήθειες των POS μέχρι τα υψηλά ενοίκια και την τεκμαρτή μέθοδο φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών.

Σε μια εποχή που παραδοσιακά ανοίγουν οι δουλειές, λόγω της καλοκαιρίας και της αύξησης των τουριστικών ροών ο κλάδος φαίνεται να μπαίνει στον χειμώνα. Μεγάλος βραχνάς, όπως σημειώνουν επαγγελματίες, είναι το ποσοστό επί της πώλησης που πιστώνεται ως προμήθεια στις πλατφόρμες delivery. Το μερίδιο αυτό ποικίλει ανάλογα με την υπηρεσία και το προφίλ της εταιρείας εστίασης και μπορεί να ξεπερνά το 25%. Σημειώνεται ότι στρατηγικοί συνεργάτες του efood και της Wolt, όπως μεγάλες εταιρείες εστίασης αλλά και αλυσίδες σούπερ μάρκετ, παρόλο που λειτουργούν με διαφορετικό μοντέλο, απολαμβάνουν περισσότερα οφέλη από τη συνεργασία, αντίθετα με τις μικρές μεμονωμένες επιχειρήσεις στις οποίες “στοιχίζει ακριβά” αφού αναφέρουν προμήθειες 27% με 30%. Από την άλλη μεριά, η συνεργασία είναι μονόδρομος για λόγους ανταγωνισμού. Οι πλατφόρμες καθιστούν ορατή στο κοινό τη μικρή επιχείρηση, όπως και τη μεγάλη, προσφέροντας μεγάλη γκάμα υπηρεσιών, από απλή παραγγελιοληψία, μέχρι στόλο και υπηρεσίες marketing με την ανάλογη χρέωση.

Ζητούμενο όμως είναι πόσες από αυτές τις επιχειρήσεις μπορούν να επιβιώσουν μεσομακροπρόθεσμα, όταν το καθαρό τους κέρδος μετά βίας πλησιάζει χαμηλό διψήφιο ποσοστό. Στοιχεία από μελέτες της ΠΟΕΣΕ που έχει παρουσιάσει ο Γιώργος Καββαθάς, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) και πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) τοποθετούν τον πήχη κάτω από το 11% με ό,τι αυτό συνεπάγεται ακόμη και για χαμηλές προμήθειες, της τάξης του 15%.

Επαγγελματίες μιλούν για αυξήσεις σε αυτές τις χρεώσεις. Παρόλα αυτά, στελέχη πλατφορμών αναφέρουν ότι δεν έχουν γίνει αυξήσεις στις προμήθειες και θεωρούν υπερβολές τις αναφορές περί προμηθειών στα όρια του 30%. Όμως επιβεβαιώνουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν το 20% ανάλογα με το πακέτο υπηρεσιών, όπως όταν παρέχουν διανομή.

Σε κάθε περίπτωση αυτά τα κόστη έρχονται να προστεθούν στις αυξήσεις τιμών σε πρώτες ύλες -καφές, αναψυκτικά κ.ο.κ.- με τις οποίες είναι αντιμέτωπες το τελευταίο διάστημα οι επιχειρήσεις εστίασης. Επίσης, ενόψει της επιστροφής του καφέ στον αυξημένο συντελεστή ΦΠΑ 24% από 13%, εάν δεν αποφασιστεί διαφορετικά μέχρι τις 30 Ιουνίου που λήγει το μέτρο, γίνονται συζητήσεις για αυξήσεις στους τιμοκαταλόγους. Τα περιθώρια ελιγμών φαίνεται να είναι περιορισμένα καθώς οι καταστηματάρχες έχουν επιβαρυνθεί το τελευταίο διάστημα με πολλές υποχρεώσεις.

Τα POS και άλλα μέτωπα

Σε συνέχεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που έφεραν μόνιμες αυξήσεις σε πρώτες ύλες, ηλεκτρικό ρεύμα, ενοίκια, στα λειτουργικά κόστη προστίθενται οι αυξήσεις μισθών και άλλες υποχρεώσεις όπως π.χ. η επένδυση διασύνδεσης ταμειακών μηχανών με POS. Μάλιστα, όπως σημειώνουν επιχειρηματίες, το ύψος των προμηθειών στις πληρωμές POS κυμαίνεται ανάλογα με το ύψος των συναλλαγών και την τράπεζα μεταξύ 0,80% και 2,5%. Προετοιμάζονται δε να αλλάξουν και ταμειακές προσεχώς για να είναι συμβατές με τις τεχνολογίες ψηφιακών πληρωμών, χωρίς να ελπίζουν σε επιδότηση αφού όπως αναφέρει στο Powergame η Μαρία Μποτονάκη, από τον Κύκλο Επαγγελματιών Εστίασης, με επιχείρηση στο κέντρο της Αθήνας, οι περισσότεροι επαγγελματίες πήραν τα voucher για τη διασύνδεση ταμειακών-POS και δεν τα χρησιμοποίησαν. Χρειάστηκε να πληρώσουν οι ίδιοι τους τεχνικούς, 170-190 ευρώ, υπό το φόβο τσουχτερών προστίμων. Όπως μας μεταφέρει, η ψυχολογία της αγοράς δεν είναι θετική και οι επιχειρηματίες επικαιροποιούν με κάθε ευκαιρία αιτήματα όπως η επιδότηση των μικρών επιστρεπτέων προκαταβολών, η απόσυρση του τέλους επιτηδεύματος, η ελάφρυνση των φορολογικών βαρών με απόσυρση του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης και η ένταξη παλαιών χρεών στις 120 δόσεις.

Με βάση τα παραπάνω τα έσοδα μειώνονται αντί να αυξάνονται και τα περιθώρια ανάκαμψης των επιχειρήσεων εστίασης είναι σε πολλές περιπτώσεις μηδενικά. Σύμφωνα με στοιχεία της ΠΟΕΣΕ από την πανδημία το κόστος έχει αυξηθεί μεσοσταθμικά 42% ενώ την ίδια στιγμή ένα πολύ μικρό ποσοστό επιχειρήσεων είναι αξιόχρεες.