Δικαστική δικαίωση εναντίον του Σωματείου για το «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα»

0
222

Ιστορική χαρακτηρίζει τη δίκη του Πρωτοδικείου Φλώρινας κατά του Σωματείου «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα» ο δικηγόρος Σπύρος Χριστόφιλος, ο οποίος υπήρξε ένας εκ των συνηγόρων για την ακύρωση της απόφασης που επικύρωνε το καταστατικό του.

Ειδικότερα, όπως αναφέρει στις 2 Φεβρουαρίου «εκδικάστηκε και η ανακοπή, που προς τιμήν της είχε ασκήσει επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό η Εισαγγελία, η Εισαγγελέας Φλώρινας, κατόπιν της εισηγήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου».

Μετά από παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, πραγματοποιήθηκε στο Πρωτοδικείο Φλώρινας η δίκη, για την ανατροπή της δικαστικής απόφασης με την οποία επιχειρήθηκε να τεθούν οι βάσεις για να εδραιωθεί «μακεδονική γλώσσα στην Ελλάδα», μέσω της έγκρισης λειτουργίας του σωματείου με την επωνυμία «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα».

«Εκεί διεξήγαμε με καταλυτικό τρόπο, τόσο εμείς οι συνήγοροι όσο και η Εισαγγελέας και η Πρόεδρος μία ιστορική δίκη. Θα ήταν παρελκόμενη και θα συνιστούσε μικροπρέπεια ναρκισσισμού μία τέτοια (αυτό)αναφορά, αλλά είναι επιβεβλημένη στην σημερινή εποχή» σημειώνει ο κ. Χριστόφιλος.

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Ντογιάκος, παρενέβη κατά της πρωτόδικης απόφασης, που ενέκρινε τη λειτουργία σωματείου για τη «διατήρηση και καλλιέργεια της μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα» και ζήτησε την άσκηση ανακοπής.

Συγκεκριμένα ο ανώτατος εισαγγελέας, με παρέμβασή του, ζήτησε από την εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας Αναστασία Καλαϊτζή, να ασκήσει ανακοπή κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, με την οποία αναγνωρίστηκε το σωματείο.

Επίτευγμα η μη αναβολή της δίκης

Μετά τις δικαστικές εξελίξεις, ο κ. Χριστόφιλος υποστηρίζει πως «το πρώτο μεγάλο επίτευγμα που οφείλεται αποκλειστικά στον νομικό μας αντίλογο, ήταν ότι δεν δόθηκε αναβολή κατά το αίτημα του αντιδίκου-συνηγόρου. Εάν είχε δοθεί αναβολή, θα ήταν μία αυτοτελής νίκη δια τους αντιδίκους, διότι η υπόθεση κατά το πιθανότερο θα αναβαλλόταν ξανά λόγω εκλογών, οπότε θα διατηρούσαν σε ισχύ τους σκοπούς τους για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».

Όπως αναφέρει έγινε δεκτός «ο έντονος νομικός μας αντίλογος πρώτον διότι ο λόγος αναβολής δεν προβλεπόταν δικονομικώς και δεύτερον ότι ένα τόσο μείζον ζήτημα περί την κρίση της παραβιάσεως της νομιμότητας, της διασάλευσης της κοινωνικής ειρήνης και των εθνικών συμφερόντων και υποστάσεως ακόμα, δεν μπορεί να παραμείνει μετέωρο και εκκρεμές, ήταν που οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής».

Σημειώνει επίσης πως «η έκφραση, του καταστατικού τους, περί «διατήρησης» της ομιλουμένης μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και κατά την επικύρωση του καταστατικού τους και το επόμενο διάστημα, στην επίσημη σελίδα του σωματείου τους που δημοσιοποιεί τους πραγματικούς σκοπούς του σωματείου σε ευρύτατο αριθμό προσώπων, αναφέρονται ως σκοποί, «η αναγνώριση της Μακεδονικής γλώσσας ως μειονοτικής γλώσσας» και «η προστασία και τεκμηρίωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων… εναντίον ομιλητών Μακεδόνων και εθνοτικών Μακεδόνων στην Ελλάδα»! Οι σκοποί αυτοί αναδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι παραβιάζεται το εθνικό δίκαιο καθόσον παραβιάζουν ευθέως ακόμη και αυτήν την Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία ανεξαρτήτου του γεγονότος αν διαφωνούμε με αυτήν, έχει ισχύ νόμου».

Και καταλήγει: «Ουδείς θα είχε αντίρρηση οι γείτονες να ασκούν ελεύθερα το δικαίωμα της έκφρασης και να ομιλούν την σλαβική τους γλώσσα ακόμη και εντός της ελληνικής επικράτειας, αρκεί απλώς να την ονομάτιζαν ως υφίσταται, ήγουν ως σλαβική. Οι λέξεις μακεδών και μακεδονική γλώσσα είναι άρρηκτα και ομοούσια στοιχεία μόνον του ελληνικού πολιτισμού».

Σπύρος Χριστόφιλος: Η ιστορική δίκη του Πρωτοδικείου Φλώρινας κατά του Σωματείου «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα»

Την 02 Φεβρουαρίου, εκδικάσαμε στην μεγάλη αίθουσα του Πρωτοδικείου Φλωρίνης, ως συνήγοροι {εγώ και εις εκ των πλέον έγκριτων παλαιών συναδέλφων Θες/νίκης ο Ι. Νισύριος} την τριτανακοπή της «ΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ…», προκειμένου να ακυρωθεί η απόφαση που επικύρωνε το καταστατικό του σωματείου «Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα…», {εννοώντας ως μακεδονική, την σλαβική γλώσσα που αναγνώρισε με το όνομα αυτό η Συμφωνία των Πρεσπών!}. Αμέσως μετά εκδικάστηκε και η ανακοπή, που προς τιμήν της είχε ασκήσει επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό η Εισαγγελία, η Εισαγγελέας Φλώρινας, κατόπιν της εισηγήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Εκεί διεξάγαμε με καταλυτικό τρόπο, τόσο εμείς οι συνήγοροι όσο και η Εισαγγελέας και η Πρόεδρος μία ιστορική δίκη. Θα ήταν παρελκόμενη και θα συνιστούσε μικροπρέπεια ναρκισσισμού μία τέτοια (αυτό)αναφορά, αλλά είναι επιβεβλημένη στην σημερινή εποχή που κυκλοφορούν κάθε λογής πολιτικοί αεριτζήδες που επιχειρούν να ιδιοποιηθούν κάθε σπουδαία και κοπιώδη προσπάθεια (όπως ήταν αυτή  η δίκη) εις την οποία δεν είχαν την παραμικρή συμβολή ή συμμετοχή.

Το πρώτο μεγάλο επίτευγμα που οφείλεται αποκλειστικά στον νομικό μας αντίλογο, ήταν ότι δεν δόθηκε αναβολή κατά το αίτημα του αντιδίκου-συνηγόρου. Εάν είχε δοθεί αναβολή, θα ήταν μία αυτοτελής νίκη δια τους αντιδίκους, διότι η υπόθεση κατά το πιθανότερο θα αναβαλλόταν ξανά λόγω εκλογών, οπότε θα διατηρούσαν σε ισχύ τους σκοπούς τους για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Παραδόξως, από την προηγουμένη ημέρα είχε μεταδοθεί από πολλά ΜΜΕ και άλλα κέντρα ότι το δικαστήριο βαίνει σε αναβολή, ενώ τούτο κρίνεται αποκλειστικά και μόνο από τους δικαστές στο ακροατήριο, καθιστώντας ακόμα δυσχερέστερη με την δημιουργία αυτού του κλίματος, την αποστολή μας, να αποκρούσουμε την αναβολή. Άλλωστε όλοι οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, όλοι οι δικηγόροι της Ελλάδας, μπορούν να βεβαιώσουν πόσο δύσκολο είναι να αποκρουστεί το αίτημα της πρώτης αναβολής σε  πρωτοείσακτη υπόθεση αστικού δικαίου.

Ο έντονος νομικός μας αντίλογος πρώτον διότι ο λόγος αναβολής δεν προβλεπόταν δικονομικώς και δεύτερον ότι ένα τόσο μείζον ζήτημα περί την κρίση της παραβιάσεως της νομιμότητας, της διασάλευσης της κοινωνικής ειρήνης και των εθνικών συμφερόντων και υποστάσεως ακόμα, δεν μπορεί να παραμείνει μετέωρο και εκκρεμές, ήταν που οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Καταστάθηκε τοιουτοτρόπως αδύνατο να αναβληθεί και η ανακοπή της Εισαγγελέως Φλωρίνης.

Το μοναδικό νομικό ζητούμενο στο εν λόγω δικαστήριο, θα λέγαμε συνοπτικά,  είναι αν οι σκοποί του σωματείου είναι ασύμβατοι και αντίκεινται στον νόμο και την δημόσια τάξη ή αν προκαλούν σύγχυση ή παραπλάνηση, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική ειρήνη και την δημόσια ασφάλεια. Μάλιστα τούτο, σύμφωνα με την νομολογία, πρέπει να αποδεικνύεται εναργώς, δηλαδή πεντακάθαρα και αδιαμφισβήτητα και όχι ως υπόνοια, υποκειμενικό συμπέρασμα ή κρίση. {ΑΠ 1406/2021, ΑΠ1614/2017 και ΟλΑΠ4/2005}

Η έκφραση, του καταστατικού τους, περί «διατήρησης» της ομιλουμένης μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και κατά την επικύρωση του καταστατικού τους  και το επόμενο διάστημα, στην επίσημη σελίδα του σωματείου τους που δημοσιοποιεί τους πραγματικούς σκοπούς του σωματείου σε ευρύτατο αριθμό προσώπων, αναφέρονται ως σκοποί, «η αναγνώριση της Μακεδονικής γλώσσας ως μειονοτικής γλώσσας» και «η προστασία και τεκμηρίωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…..εναντίον ομιλητών Μακεδόνων και εθνοτικών Μακεδόνων στην Ελλάδα»! Οι σκοποί αυτοί αναδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι παραβιάζεται το εθνικό δίκαιο καθόσον παραβιάζουν ευθέως ακόμη και αυτήν την Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία ανεξαρτήτου του γεγονότος αν διαφωνούμε με αυτήν, έχει ισχύ νόμου (Ν. 4518/2019). Μάλιστα εις την ρηματική διακήρυξη εκ μέρους των Σκοπίων εντός της συμφωνίας τονίζεται ότι ο όρος Μακεδών αφορά ιθαγένεια και επουδενί εθνότητα. Σε κανένα δε χωρίο της συμφωνίας δεν γίνεται λόγος για μειονοτική γλώσσα. Παραβιάζεται μετά ταύτα και το αρθρ. 6 παρ 3 της συμφωνίας που ορίζει ότι ιδιώτες πρέπει να απέχουν από προπαγανδιστικές ενέργειες που υποδαυλίζουν τον αλυτρωτισμό την εχθρότητα και τον αναθεωρητισμό. Τοιουτοτρόπως προκύπτει κατά την νομική μας άποψη, ότι αναμφίβολα έλαβαν χώρα τα γεγονότα που απαιτούνται εκ του νόμου δια την ακύρωση της απόφασης αναγνωρίσεως του καταστατικού του Σωματείου της Μακεδονικής γλώσσας, καθώς όχι μόνον παραβίασε την εθνική νομοθεσία διαταράσσοντας τοιουτοτρόπως την κοινωνική ειρήνη και την δημόσια τάξη, αλλά προσέβαλε ευθέως όχι μόνο τα εθνικά δίκαια και συμφέροντα αλλά και αυτήν την εθνική υπόσταση, ομιλώντας για «έθνος Μακεδόνων».

Τα ανωτέρω αναδεικνύουν και την πολιτική πραγματικότητα και ευθύνη για το εν λόγω ζήτημα που έγκειται στο  ότι θα ήταν νομικά επιβεβλημένη και με βέβαιη νομική επιτυχία, η προσφυγή είτε από την περιφέρεια είτε από το αρμόδιο υπουργείο που εν προκειμένω είναι το Υπουργείο Παιδείας ή Εξωτερικών, {καθώς σύμφωνα με την γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αρμόδιο είναι το Υπουργείο που σχετίζεται με τον κύριο σκοπό τον οποίο επιδιώκει ένα σωματείο}  για την διάλυση του εν λόγω σωματείου επί του άρθρου 105 του ΑΚ.  Το προρρηθέν  άρθρο ορίζει ότι εποπτεύουσα αρχή μπορεί να ζητήσει την διάλυση ενός σωματείου αν το σωματείο επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από αυτόν που καθορίζει το καταστατικό ή αν ο σκοπός ή η λειτουργία του, έχουν καταστεί παράνομοι ή αντίθετοι προς την δημόσια τάξη. Δεν το έπραξαν ποτέ..

Έτερη πολιτική πραγματικότης είναι ότι κανένα κόμμα δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, ένδικο μέσο που πολύ ευκόλως θα μπορούσαν να ασκήσουν ώστε να έχουν στο πλαίσιο της πραγματικότητας (ουσιαστικώς και δικονομικώς) συμμετοχή στην δίκη της Φλώρινας. Προς τιμήν τους πρόσθετη παρέμβαση άσκησαν δια των συνηγόρων τους και η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας και δύο άλλα σωματεία.

Περαιτέρω, από το γεγονός του χαιρετισμού του Πρωθυπουργού των Σκοπίων στην απόφαση που αναγνώριζε τους σκοπούς του σωματείου, ο οποίος και εκφράζει την επίσημη πολιτική  της κεντρικής κυβέρνησης, αναδεικνύεται έτερος επαγωγικός νομικός συλλογισμός.  Δίδεται το έρεισμα για μονομερή καταγγελία της συμφωνίας των Πρεσπών, καθόσον σύμφωνα με το Δίκαιο των Συνθηκών (Συνθήκη της Βιέννης) όταν παραβιάζεται θεμελιώδης όρος των συμφωνηθέντων, γεννάται νόμιμο δικαίωμα περί μονομερούς καταγγελίας. Οι Διεθνείς Συνθήκες δύναται να καταγγελθούν ή τροποποιηθούν με βάσει το Δίκαιο των Συνθηκών είτε δια δημοψηφίσματος. Άλλωστε, η ρομφαία της Δημοκρατίας για όσους είναι πραγματικά δημοκράτες, το δημοψήφισμα, η εκπεφρασμένη βούληση και κρίση του λαού θα ήταν το προσήκον νόμιμο μέσο επί του οποίου θα έπρεπε να κριθεί ένα τέτοιο μείζον εθνικό ζήτημα που δεσμεύει και τις επόμενες γενεές.

Η ιστορική πραγματικότης, δεν σχετίζεται με την παρούσα δίκη αλλά με την κριτική της συμφωνίας των Πρεσπών. Για την ονοματοδοσία περί την γλώσσα, την ιθαγένεια ή την εθνότητα η κατάρτιση των διεθνών συνθηκών συγκροτείται βάσει ειδικής επιστημονικής μεθοδολογίας. Κυρίαρχο ρόλο καθορίζουν χαρακτηριστικά πολιτισμικά, ιστορικά, ποιοτικά και όχι γεωγραφικά. Ο πρώτος ορισμός γίνεται ήδη από τον Ηρόδοτο με τις έννοιες ομόγλωσσον, ομότροπον, ομόθρησκον. Δεν έχει σημασία εάν ένας πληθυσμός με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κατοίκησε για κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα μέρος μίας ευρύτερης γεωγραφικής περιφέρειας. Ήγουν εάν Πακιστανοί κατοικήσουν για πέντε ή δέκα γενιές στην Αθήνα ή την Κρήτη δεν δύναται ασφαλώς να καταρτιστεί εκ του γεγονότος τούτου διεθνής συνθήκη που θα αναγνωρίζει την γλώσσαν τους ως Αθηναϊκή ή Κρητική, με μοναδική υποσημείωση ότι αυτή η γλώσσα απλώς δεν αφορά την Ελληνική και την Αρχαία Ελληνική ιστορία, όπως έπραξε η συμφωνία των Πρεσπών σε ένα επιστημονικό και ιστορικό ανοσιούργημα. Για να αναδείξουμε το μέγεθος της ιστορικής και επιστημονικής προσβολής ας πούμε μόνον αυτό. Επιχειρούν, να παρουσιάσουν ως έθνος Μακεδόνων ένα σλαβικό φύλο που αναφέρεται σε ιστορικές πηγές για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα  μ.Χ! Το όνομα Μακεδονία ανάγεται χωρίς υπερβολή, στο λυκαυγές των ιστορικών χρόνων, σε πανάρχαια και ανεξακρίβωτα έτη. Ο Προμηθέας είχε γιο τον Δευκαλίωνα, ο οποίος είχε γυναίκα την Πύρρα. Αυτοί ήσαν οι μόνοι άνθρωποι που διασώθηκαν από τον κατακλυσμό! Απέκτησαν ένα γιο, τον Έλληνα….! Ο Έλλην είχε γιό τον Δώρο (Δωριείς) τον Αίολο (Αιολείς) και τον Ξούθο. Ο Ξούθος είχε γιο τον Ίωνα (Ίωνες) και τον Αχαιό. Ο Έλληνας είχε και μία αδερφή, την Θυία που γέννησε τον Μακεδόνα ή Μακεδνό. Προφανώς και εμφιλοχωρούν σε αυτήν την τόσο γοητευτική ιστορία, μυθολογικά στοιχεία, αλλά τα ονόματα ασφαλώς υπήρχαν και ουδείς αμφισβητεί την ελληνικότητά τους, στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα καθώς υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία αμιγώς ιστορικά. Τόμους θα ηδύνατο κανείς να εξιστορήσει από τα κεφάλαια της ιστορίας των Μακεδόνων, ας πούμε μόνον αυτά όμως. Η λέξη Μακεδών σημαίνει μακρύς-ψηλός (Ηρόδοτ Ιστορίαι Α56..). Διάσημη έχει καταστεί άλλωστε η φράση του γεωγράφου Στράβωνα «εστίν ουν Ελλάς και Μακεδονία». Ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος και η Μακεδονική δυναστεία είναι Ηρακληδείς, του οίκου των Αργεαδών (από το Άργος), κατάγονται από τον μυθικό Τήμενο, τρισέγγονο του Ηρακλή, προς τούτο  υπάρχει και δεδικασμένο θα λέγαμε σήμερα, καθώς ο Αλέξανδρος ο Α’ το έθεσε ως επιχείρημα στους Ελλανοδίκες που το απεδείχθησαν και έτσι αγωνίστηκε στους ολυμπιακούς αγώνες του 460π.Χ (Ηρόδ.5.22). Στα Γαυγάμηλα  οι Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήσαν σαράντα χιλιάδες, οι Πέρσες ήταν ένα εκατομμύριο! (σύμφωνα με τον Αρριανό). Παρά και μετά ταύτα, βρέθηκαν κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την παρακμή του ελληνισμού και επιχειρούν να βεβηλώσουν αυτό κολοσσιαίο ιστορικό αποτύπωμα εκείνων των γιγάντων, ονοματίζοντας Μακεδονικό έθνος και Μακεδονική την γλώσσα ενός σλαβικού φύλου που εγκαταστάθηκε σε ένα τμήμα της  γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας αιώνες και αιώνες αργότερα!

Συμπερασματικά, ουδείς θα είχε αντίρρηση οι γείτονες να ασκούν ελεύθερα το δικαίωμα της έκφρασης και να ομιλούν την σλαβική τους γλώσσα ακόμη και εντός της ελληνικής επικράτειας, αρκεί απλώς να την ονομάτιζαν ως υφίσταται, ήγουν ως σλαβική. Οι λέξεις μακεδών και μακεδονική γλώσσα είναι άρρηκτα και ομοούσια στοιχεία μόνον του ελληνικού πολιτισμού. Ως μακεδονική μπορεί να ονοματιστεί μόνο μία ελληνική διάλεκτος, που για να ακριβολογήσουμε αφορούσε την σύζευξη στοιχείων της ιωνικής και δωρικής διαλέκτου.

Όλες οι ανωτέρω ιστορικές αναφορές δυστυχώς δεν θα μπορούσαν να προβληθούν ως νομικό επιχείρημα στην δίκη, όσο διάστημα διατηρεί την νομική της ισχύ η συμφωνία των Πρεσπών. Υπάρχει όμως και ένα πολύ ισχυρό τεκμήριο και για αυτούς που ενδιαφέρονται όχι για την αλήθεια αλλά για την δύναμη και την αποφασιοκρατεία (autoritas e non veritas), η πολύ σπουδαία απόφαση του Αρείου Πάγου περί μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας 1448/2009.

Μια δίκη που αφορά ένα σωματείο που ομιλεί για εθνότητα Μακεδόνων ξεκινά από ειδικές διατάξεις του Αστικού Δικαίου και της νομολογίας αλλά πηγαίνει τόσο μακριά  όσο απλώνεται η Ελληνική ιστορία. Αυτή είναι η αιτία που δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε κανέναν να  αλλοτριώνει ένα αγαθό που  μας υπερβαίνει και επιβάλλεται να διαφυλάξουμε ως κληροδότημα στον παγκόσμιο πολιτισμό, ως πανανθρώπινο πολιτισμικό αγαθό, την δόξα της Αρχαίας Ελλάδας,

Οφείλουμε εν κατακλείδι να αναφέρουμε όλους όσους συμμετείχαν και συνεισέφεραν πραγματικά σε αυτό το σπουδαίο νομικό διακύβευμα. Σύσσωμα τα Μακεδονικά Σωματεία, αλλά και άλλα σωματεία της Ελλάδος και του εξωτερικού, πλήθος μεμονωμένων αγνών πατριωτών, των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων φυσικά,  και ημών των δικηγόρων που μας ώθησε ένα χρέος πολύ βαθύτερο από αυτό που αποκαλείται νομικό καθήκον.