Απολογείται την Τρίτη ο Τσαγκαράκης: «Ξεσκονίζουν» πίνακες και δημοπρασίες.

0
59

Στο μικροσκόπιο των διωκτικών Αρχών βρίσκεται η υπόθεση του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, μετά τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα για διακίνηση πλαστών έργων τέχνης, αρχαιοτήτων και θρησκευτικών κειμηλίων.

Υπενθυμίζεται ότι ο Γιώργος Τσαγκαράκης θα απολογηθεί την Τρίτη (24/3).

Η δικογραφία που έχει σχηματιστεί περιγράφει πολύπλευρη υπόθεση, ενώ οι έρευνες επεκτείνονται πλέον στο σύνολο της δραστηριότητάς του, σε φυσικά καταστήματα, αποθηκευτικούς χώρους, τηλεοπτικές δημοπρασίες και ηλεκτρονικές πωλήσεις.

Η έρευνα άρχισε να ξετυλίγεται στις αρχές Μαρτίου, όταν έφτασαν στις Αρχές καταγγελίες από πρόσωπα με γνώση του χώρου της τέχνης και των αρχαιοτήτων, σύμφωνα με τις οποίες μέρος των έργων που διακινούνταν μέσω της γκαλερί ενδέχεται να ήταν πλαστό.

Όπως έγραψε το «Ε5» η υπόθεση φαίνεται πως ξεκίνησε από την καταγγελία της Λόλας Νταϊφά, η οποία υποστήριξε ότι κοσμήματα που της είχαν αφαιρεθεί από το σπίτι της κατέληγαν προς πώληση από τον ίδιο τον γκαλερίστα Τσαγκαράκη.

Μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, ο συλλέκτης, Στέλιος Γκαρίπης, έκανε λόγο για ένα «βαθύ λαρύγγι» που όπως ανέφερε, έδωσε στις Αρχές, «συγκεκριμένες πληροφορίες εδώ και 1,5 μήνα για τα έργα που έβλεπε να πωλούνται από τα δίκτυα του κυρίου Τσαγκαράκη.

Και εμείς στην Μύκονο πριν από 10 χρόνια, τον ξέραμε ως κοσμηματοπώλη που θέλησε να ανοίξει πιτσαρία γιατί οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά».

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης φέρεται να έπαιξε βίντεο που ανέβασε ο ίδιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο οποίο παρουσίαζε αντικείμενα μεγάλης αξίας.

Το συγκεκριμένο υλικό, σε συνδυασμό με καταγγελίες ιδιοκτητών έργων τέχνης που υποστήριξαν ότι είδαν αντικείμενα που δεν ανήκαν στον γκαλερίστα να εμφανίζονται ως εκθέματα ή προς πώληση, φέρεται να λειτούργησε ως αφετηρία για την αστυνομική επιχείρηση που ακολούθησε.

Οι έφοδοι πραγματοποιήθηκαν σε καταστήματα και αποθήκες σε Κολωνάκι, Ελληνικό και Γλυφάδα, αποκαλύπτοντας, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα της έρευνας, ένα εκτεταμένο κύκλωμα διάθεσης πλαστών έργων τέχνης και παράνομης κατοχής αντικειμένων που εμπίπτουν στη νομοθεσία περί προστασίας αρχαιοτήτων και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Κατά την επιχείρηση κατασχέθηκαν συνολικά 321 έργα τέχνης, τέσσερις ξύλινες αρχαίες ιερές εικόνες, παλαιό Ευαγγέλιο, αρχαίοι αμφορείς, αντικείμενα βυζαντινής περιόδου, μεγάλα χρηματικά ποσά, όπλο, φυσίγγια, καθώς και πλήθος ψηφιακών πειστηρίων.

Τα πρώτα ευρήματα της πραγματογνωμοσύνης θεωρούνται ιδιαίτερα επιβαρυντικά, καθώς από τα κατασχεθέντα έργα μόνο επτά φέρονται να κρίνονται ως αυθεντικά.

Οι υπόλοιπες κατασχέσεις, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, αφορούν σε μεγάλο βαθμό πλαστά έργα, ανάμεσά τους και πίνακες που φέρουν υπογραφές γνωστών δημιουργών. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε έργα που εμφανίζονται να φέρουν την υπογραφή του Θεόφιλου, καθώς τα έργα του έχουν χαρακτηριστεί νεότερα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, γεγονός που δίνει άλλη νομική διάσταση στην υπόθεση.

Ανάμεσα στα πλέον εντυπωσιακά ευρήματα περιλαμβάνονται και δύο όμοιοι πίνακες με την υπογραφή της αναγνωρισμένης ζωγράφου Αλταμούρα, ενώ πολλά από τα κατασχεθέντα έργα φαίνεται να ταυτοποιούνται με εκείνα που είχαν παρουσιαστεί ή δημοπρατηθεί σε τηλεοπτικές εκπομπές. Οι ερευνητές έχουν θέσει στο μικροσκόπιο δεκατρείς απομαγνητοφωνημένες εκπομπές, στο διάστημα από τις 2 Σεπτεμβρίου 2025 έως και τις 18 Μαρτίου 2026, εξετάζοντας καρέ-καρέ τόσο τα έργα που προβλήθηκαν όσο και τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν για την αξία και τη γνησιότητά τους.

Στη δικογραφία καταγράφεται ότι μόνο από τα έργα τέχνης, τους πίνακες και τις θρησκευτικές εικόνες που παρουσιάστηκαν ή δημοπρατήθηκαν στις συγκεκριμένες εκπομπές, η εκτίμηση του προσδοκώμενου κέρδους προσεγγίζει τις 400.000 ευρώ, ενώ η τιμή κατακύρωσης εκείνων που φαίνεται να πωλήθηκαν ξεπερνά τις 31.000 ευρώ. Παράλληλα, εντοπίστηκαν στην κατοχή των εμπλεκομένων χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν τις 150.000 ευρώ, στοιχείο που ενισχύει τις υποψίες για οργανωμένη εμπορική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας.

Το παλαιό Ευαγγέλιο

Ξεχωριστό κεφάλαιο της έρευνας αποτελεί το παλαιό Ευαγγέλιο που βρέθηκε στην κατοχή του γκαλερίστα και έχει χαρακτηριστεί ως συλλεκτικό και μοναδικό αντικείμενο. Οι Αρχές προσπαθούν να εξακριβώσουν την προέλευσή του και να διαπιστώσουν αν συνδέεται με κλοπές από μοναστήρια ή ιδιωτικές συλλογές. Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται και οι βυζαντινές εικόνες, οι αρχαίοι αμφορείς και τα υπόλοιπα αντικείμενα που εμπίπτουν στην αυστηρή προστατευτική νομοθεσία για τα μνημεία.

Η υπόθεση, όπως γράψαμε πιο πάνω, πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά και από νέες καταγγελίες που ήρθαν στο φως. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει η αναφορά της Λόλας Νταϊφά, η οποία υποστήριξε ότι αναγνώρισε σε τηλεοπτική εκπομπή σκουλαρίκια που, όπως καταγγέλλει, είχαν κλαπεί από την ίδια. Οι καταγγελίες αυτές εξετάζονται πλέον στο πλαίσιο της ευρύτερης έρευνας για το εύρος της δραστηριότητας του κατηγορούμενου και τον αριθμό των πιθανών θυμάτων.

Σε βάρος του γκαλερίστα ασκήθηκε ποινική δίωξη για σειρά κακουργημάτων και πλημμελημάτων, μεταξύ των οποίων υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ επάγγελμα, παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου, διακεκριμένη κατασκευή, έκθεση, διακίνηση, διάθεση και κατοχή έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ’ επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία κατ’ εξακολούθηση, καθώς και διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Μαζί του κατηγορείται και υπάλληλος του, η οποία φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση.

Την Τρίτη η απολογία

Οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν ενώπιον ανακριτή και ζήτησαν προθεσμία για να απολογηθούν την Τρίτη 24 Μαρτίου. Μέχρι στιγμής, βασικό ζητούμενο για τις δικαστικές και αστυνομικές Αρχές παραμένει να δοθούν πειστικές εξηγήσεις για την προέλευση των αντικειμένων, τη διαδρομή των έργων, την αυθεντικότητά τους, αλλά και το δίκτυο προμήθειας και διάθεσής τους.

Η έρευνα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με τις Αρχές να εξετάζουν εάν η δράση εκτεινόταν τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025 και αν μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών διακινούνταν συστηματικά πλαστά έργα διάσημων Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών σε Ελλάδα και Κύπρο.